Ακάλυπτες επιταγές: Τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα της αγοράς για την επιστροφή τους

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς δείχνουν αύξηση τόσο στον αριθμό όσο και στη συνολική αξία στις ακάλυπτες επιταγές στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, με τη δυναμική να συνεχίζεται και στις πρώτες εβδομάδες του 2026.
Τα επίπεδα παραμένουν πολύ χαμηλότερα από την περίοδο της κρίσης, όμως η μεταβολή της τάσης προκαλεί ανησυχία. Η ρευστότητα στενεύει πρώτα στις εμπορικές συναλλαγές, πολύ πριν αποτυπωθεί στα μακροοικονομικά μεγέθη.
Τι οδηγεί σε αύξηση τις ακάλυπτες επιταγές
Η χρονική συγκυρία δεν είναι αδιάφορη με τον πληθωρισμό στο 2,5%, οι τιμές τροφίμων αυξάνονται κατά 4,8% και η στέγαση κατά 5,4%, ενώ το κόστος δανεισμού για μικρές επιχειρήσεις παραμένει κοντά στο 4,5%-5%. Σε μια αγορά όπου πάνω από το 95% των επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές, η επιταγή εξακολουθεί να λειτουργεί ως άτυπο εργαλείο χρηματοδότησης.
Όταν η κατανάλωση επιβραδύνεται σε όγκο και οι εισπράξεις καθυστερούν, η πίεση μεταφέρεται από τον λιανέμπορο στον προμηθευτή, από τον προμηθευτή στον εισαγωγέα, και καταλήγει στο τραπεζικό σύστημα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται σε κλάδους με χαμηλά περιθώρια και υψηλή εξάρτηση από εμπορική πίστωση, όπως είναι το λιανεμπόριο ένδυσης, χονδρεμπόριο τροφίμων και μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις.
Η αξία των ακάλυπτων μπορεί να μην προκαλεί ακόμη συστημική ανησυχία, όμως η σταδιακή άνοδος λειτουργεί ως πρώιμη ένδειξη συμπίεσης κεφαλαίου κίνησης. Ιστορικά, κάθε κύκλος αύξησης ακάλυπτων επιταγών προηγήθηκε μιας περιόδου αυστηρότερης τραπεζικής πολιτικής και περιορισμού της πίστωσης.
Τα αριθμητικά δεδομένα
Σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία της αγοράς, η συνολική αξία ακάλυπτων επιταγών το 2025 διαμορφώθηκε κοντά στα 90-100 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση άνω του 20% σε σχέση με το 2024. Ο αριθμός των τεμαχίων αυξήθηκε επίσης διψήφια, με εντονότερη μεταβολή από τον Σεπτέμβριο και μετά. Τον Δεκέμβριο σημειώθηκε η υψηλότερη μηνιαία αξία των τελευταίων 18 μηνών.
Σε κλάδους ένδυσης και μικρού λιανεμπορίου, η αξία ακάλυπτων επιταγών εμφανίζεται αυξημένη πάνω από 30% σε ετήσια βάση
Τα επίπεδα αυτά απέχουν σημαντικά από την περίοδο 2011–2012, όταν η ετήσια αξία ακάλυπτων επιταγών είχε ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η σύγκριση με την κρίση δεν είναι το κατάλληλο μέτρο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η κατεύθυνση της μεταβολής σε ένα περιβάλλον που μέχρι πρόσφατα εμφάνιζε σταθερή εικόνα.
Η αύξηση δεν είναι ομοιόμορφη. Σε κλάδους ένδυσης και μικρού λιανεμπορίου, η αξία ακάλυπτων επιταγών εμφανίζεται αυξημένη πάνω από 30% σε ετήσια βάση. Στις κατασκευές, όπου οι πληρωμές συνδέονται με αλυσίδες υπεργολαβιών, παρατηρείται αυξημένος αριθμός μικρών ποσών, ένδειξη πίεσης σε κεφάλαιο κίνησης και όχι μεμονωμένων μεγάλων αθετήσεων.
Το πρόβλημα στις πληρωμές
Οι ακάλυπτες επιταγές αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Πριν φτάσει μια επιχείρηση στο σημείο να αφήσει επιταγή ακάλυπτη, συνήθως έχει προηγηθεί καθυστέρηση εισπράξεων, ανακύκλωση επιταγών, διαπραγμάτευση παρατάσεων και τελικά μείωση προμηθειών και αποθεμάτων.
Η μέση διάρκεια εμπορικής πίστωσης σε ορισμένους κλάδους έχει επιμηκυνθεί από τις 75-80 ημέρες σε πάνω από 95 ημέρες
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η μέση διάρκεια εμπορικής πίστωσης σε ορισμένους κλάδους έχει επιμηκυνθεί από τις 75-80 ημέρες σε πάνω από 95 ημέρες μέσα στο τελευταίο έτος. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται μεγαλύτερο κεφάλαιο κίνησης για να διατηρήσουν τον ίδιο κύκλο εργασιών.
Σε περιβάλλον όπου τα τραπεζικά επιτόκια παραμένουν υψηλότερα από την περίοδο μηδενικών επιτοκίων, η αναχρηματοδότηση γίνεται ακριβότερη. Για μια μικρή επιχείρηση με δανεισμό 300.000 ευρώ, αύξηση επιτοκίου κατά 1 ποσοστιαία μονάδα συνεπάγεται επιπλέον κόστος 3.000 ευρώ ετησίως, ποσό που συχνά ισοδυναμεί με το περιθώριο κέρδους ενός μήνα.
Η σύνδεση με την κατανάλωση
Η επιβράδυνση του όγκου κατανάλωσης, που καταγράφεται σε επιμέρους κατηγορίες λιανεμπορίου, λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός πίεσης. Όταν ο τζίρος αυξάνεται αλλά η κατανάλωση περιορίζεται, αυτόματα στενεύουν τα περιθώρια.
Η εξάρτηση των φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ, που αντιστοιχεί σε σημαντικό κομμάτι των φορολογικών εσόδων, σημαίνει ότι η καθυστέρηση συναλλαγών και πληρωμών μπορεί να μεταφερθεί στον προϋπολογισμό με χρονική υστέρηση ενός ή δύο τριμήνων.
Η αύξηση ακάλυπτων επιταγών δεν επηρεάζει άμεσα τα δημόσια έσοδα, επηρεάζει όμως τη ρευστότητα της αλυσίδας, η οποία τελικά επηρεάζει δηλωμένες συναλλαγές, επενδύσεις και φορολογική συνέπεια.
Η καθυστέρηση συναλλαγών και πληρωμών μπορεί να μεταφερθεί στον προϋπολογισμό με χρονική υστέρηση ενός ή δύο τριμήνων
Οι τράπεζες παρακολουθούν στενά την εξέλιξη των ακάλυπτων επιταγών ως δείκτη πιστωτικού κινδύνου, γεγονός που θα παίξει σημαντικό ρόλο στα αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια, τις μεγαλύτερες απαιτήσεις εξασφαλίσεων και τον περιορισμό στα όριακεφαλαίου κίνησης.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Αν η τάση επιβεβαιωθεί και στο πρώτο τρίμηνο του 2026, το σήμα θα είναι σαφές ότι η αγορά περνά από φάση ανθεκτικότητας σε φάση προσαρμογής.
Το αίτημα για νέες 120 δόσεις
Η αύξηση των ακάλυπτων επιταγών λειτουργεί και ως μήνυμα για την εικόνα της αγοράς. Το τελευταίο διάστημα, επαγγελματικοί φορείς και επιμελητήρια επαναφέρουν με ένταση το αίτημα για νέα ρύθμιση 120 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Το επιχείρημά τους στηρίζεται σε πραγματική πίεση ρευστότητας.
Κάθε μήνα προστίθενται νέα χρέη άνω του 1 δισ. ευρώ, ενώ οι ενεργές ρυθμίσεις παραμένουν σε κίνδυνο
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 107 δισ. ευρώ, εκ των οποίων σημαντικό μέρος αφορά μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Παράλληλα, κάθε μήνα προστίθενται νέα χρέη άνω του 1 δισ. ευρώ, ενώ οι ενεργές ρυθμίσεις παραμένουν σε κίνδυνο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση ακάλυπτων επιταγών λειτουργεί ως ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα προμηθευτές, τράπεζες και Δημόσιο. Η επιταγή που δεν καλύπτεται σήμερα, συχνά συνδέεται με φορολογική ή ασφαλιστική υποχρέωση που μετατίθεται για τον επόμενο μήνα.
Μηχανισμός σταθεροποίησης
Η αγορά υποστηρίζει ότι μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων δεν θα λειτουργούσε ως “χαριστική” παρέμβαση, αλλά ως μηχανισμός σταθεροποίησης της ρευστότητας. Το επιχείρημα είναι ότι η επιμήκυνση αποπληρωμής μειώνει τη μηνιαία πίεση και περιορίζει τον κίνδυνο αθέτησης σε όλη την αλυσίδα. Από την άλλη πλευρά, το οικονομικό επιτελείο φοβάται πως κάθε νέα γενικευμένη ρύθμιση ενδέχεται να υπονομεύσει τη φορολογική συνέπεια.
Οι ρυθμίσεις χρεών λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης πριν η πίεση μετατραπεί σε αθέτηση πληρωμών ευρύτερης κλίμακας
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι ακάλυπτες επιταγές δεν αυξάνονται σε περιβάλλον ύφεσης, αλλά σε περιβάλλον ονομαστικής ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη δραστηριότητας, αλλά η κατανομή ρευστότητας. Και σε τέτοιες συνθήκες, οι ρυθμίσεις χρεών λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης πριν η πίεση μετατραπεί σε αθέτηση πληρωμών ευρύτερης κλίμακας.
Αν η τάση συνεχιστεί σύμφωνα πάντα με της πληροφορίες από τον ot.gr στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το αίτημα για νέα 120 δόσεις θα αποτελεί ένδειξη ότι η αγορά αναζητά θεσμικό μηχανισμό αποσυμπίεσης, πριν οι ενδείξεις ρευστότητας μετατραπούν σε πρόβλημα πιστωτικής σταθερότητας.