Σ.Λουκόπουλος-Vouliwatch: «10 εταιρίες συμβούλων γράφουν τους νόμους που ψηφίζονται στη Βουλή και χαράσσουν πολιτική στη χώρα -Το δημόσιο τους δίνει 1,5 δις και γίνεται άδειο κέλυφος»

Ένα ερώτημα που πλανάται σιωπηλά τα τελευταία χρόνια στον δημόσιο διάλογο –«ποιος τελικά νομοθετεί σε αυτή τη χώρα;»– βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Καθαρά Πολιτικά» στον Politica 89.8, όπου ο διευθυντής του Vouliwatch Στέφανος Λουκόπουλος μίλησε στον Χρήστο Κώνστα για τα ευρήματα μιας έρευνας που ταράζει τα νερά.
Η μελέτη, που παρουσιάστηκε δημόσια τις προηγούμενες ημέρες, καταγράφει με τεκμηριωμένο τρόπο την εκρηκτική αύξηση των αναθέσεων του Δημοσίου σε συμβουλευτικές εταιρίες οι οποίες δεν περιορίζονται σε τεχνική υποστήριξη, αλλά εμπλέκονται άμεσα στη χάραξη δημόσιας πολιτικής, στον στρατηγικό σχεδιασμό και –σε αρκετές περιπτώσεις– στη νομοπαρασκευή.

Από τα 12 εκ το 2018 στα 597 εκ. το 2025
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από το 2018, όπου οι δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες που επηρεάζουν δημόσιες πολιτικές ανέρχονταν σε 12,3 εκατ. ευρώ, η χώρα φτάνει το 2024 στα 585 εκατ. ευρώ και το 2025 στα 597 εκατ. ευρώ. Μόνο τα δύο τελευταία χρόνια ξεπερνούν συνολικά το 1 δισεκατομμύριο.
Συνολικά, για την περίοδο 2017-2025, οι συμβάσεις αγγίζουν τα 1,559 δισ. ευρώ, με 3.079 αναθέσεις σε 1.266 εταιρίες. Ωστόσο, το εντυπωσιακό –και πολιτικά κρίσιμο– στοιχείο είναι ότι δέκα μόλις εταιρίες συγκεντρώνουν πάνω από το 55% του συνολικού τζίρου.
«Μιλάμε για μια κλειστή, σχεδόν ολιγοπωλιακή αγορά», σημείωσε ο Στέφανος Λουκόπουλος, επισημαίνοντας ότι η συγκέντρωση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα για τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Η πανδημία ως “κερκόπορτα”
Σύμφωνα με τον διευθυντή του Vouliwatch, η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής. Η ανάγκη για γρήγορες αποφάσεις και άμεσες λύσεις άνοιξε την πόρτα στις συμβουλευτικές εταιρίες, σε μια πρακτική που δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα αλλά εμφανίστηκε διεθνώς.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η πρόσκαιρη αύξηση. Είναι η παγίωση.Η εξάρτηση του Δημοσίου από ιδιωτικές εταιρίες δεν αποκλιμακώθηκε μετά την πανδημία. Αντίθετα, εδραιώθηκε ως κανονικότητα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το κράτος αναθέτει, χάνει εσωτερική τεχνογνωσία, αποδυναμώνεται θεσμικά και καταλήγει να χρειάζεται ακόμη περισσότερες αναθέσεις.
Είναι ζήτημα Δημοκρατίας
Η έρευνα δεν εστιάζει στο «πόσα κερδίζουν οι εταιρίες», αλλά στο ποιος διαμορφώνει τελικά τη δημόσια πολιτική.
Οι εταιρίες αυτές δεν εκλέγονται, δεν λογοδοτούν πολιτικά και δεν υπόκεινται στην ίδια δημόσια κριτική με τους υπουργούς ή τους βουλευτές. Παρ’ όλα αυτά, επηρεάζουν στρατηγικές επιλογές, κατευθύνσεις υπουργείων και το περιεχόμενο νομοσχεδίων.
«Δεν είμαστε ακόμη κράτος-τροχονόμος», τόνισε ο κ. Λουκόπουλος, «αλλά αν δεν μπουν όρια, οδεύουμε προς ένα Δημόσιο που θα μετατραπεί σε άδειο κέλυφος». Ένα κράτος που θα επικυρώνει απλώς αποφάσεις τρίτων.
Σύγκρουση συμφερόντων και κενά ελέγχου
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων. Μια εταιρία που χαράσσει π.χ περιβαλλοντική στρατηγική για το Υπουργείο μπορεί ταυτόχρονα να έχει ιδιωτικούς πελάτες πετρελαικες εταιριες με αντικρουόμενα συμφέροντα.
Η απουσία αυστηρού ελέγχου του πελατολογίου και των παράλληλων δραστηριοτήτων δημιουργεί ένα γκρίζο πεδίο, το οποίο –όπως υπογραμμίστηκε– απαιτεί θεσμική ρύθμιση.
Τι μπορεί να αλλάξει
Ο Στέφανος Λουκόπουλος πρότεινε συγκεκριμένες κατευθύνσεις: θέσπιση πλαφόν στις δαπάνες ανά φορέα, αυστηρότερο έλεγχο συμβάσεων, διαφάνεια στο πελατολόγιο και –κυρίως– επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου.
Όπως αναφέρθηκε, σημαντικό ποσοστό κατόχων διδακτορικών τίτλων εργάζεται ήδη στο Δημόσιο. Υπάρχει, δηλαδή, επιστημονικό κεφάλαιο. Το ζήτημα είναι αν αξιοποιείται και αν δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε να παραχθεί πολιτική εντός των θεσμών και όχι μέσω εξωτερικής ανάθεσης.
Ένας διάλογος που πρέπει να ανοίξει
Η έρευνα του Vouliwatch σε συνεργασία με τη δημοσιογραφική ομάδα Solomon φιλοδοξεί να πυροδοτήσει θεσμικό διάλογο. Όχι ως καταγγελία, αλλά ως βάση τεκμηριωμένης συζήτησης. Όπως συνέβη στο παρελθόν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με κοινοβουλευτικές εξεταστικές για τη «συμβουλοκρατία».
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν συμβουλευτικές εταιρίες. Το ερώτημα είναι ποια είναι τα όρια της επιρροής τους και αν η πολιτική ευθύνη παραμένει εκεί όπου την τοποθετούν οι πολίτες με την ψήφο τους.
Γιατί αν η χάραξη πολιτικής μετατοπίζεται συστηματικά εκτός θεσμικού πυρήνα, τότε η δημοκρατία αλλάζει σιωπηλά χαρακτήρα. Και αυτό, όπως ανέδειξε η συζήτηση στον Politica 89.8, δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό.