Επίδομα ανεργίας με νέο μοντέλο από τον Απρίλιο – Πώς αλλάζουν ποσά, διάρκεια και δικαιούχοι

Αλλάζει ριζικά από τον Απρίλιο του 2026 ο τρόπος με τον οποίο επιδοτείται η ανεργία, καθώς τίθεται σε πλήρη εφαρμογή το νέο σύστημα χορήγησης επιδόματος, το οποίο εγκαταλείπει τη λογική του ενιαίου ποσού και εισάγει έναν πιο «εξατομικευμένο» μηχανισμό στήριξης.
Το ύψος της παροχής και η διάρκειά της δεν θα είναι πλέον ίδια για όλους, αλλά θα εξαρτώνται άμεσα από τον ασφαλιστικό βίο και τις αποδοχές που είχε ο εργαζόμενος πριν μείνει εκτός αγοράς εργασίας.
Η καθολική εφαρμογή του νέου επιδόματος έρχεται μετά την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης, διάρκειας ενός έτους, στην οποία συμμετέχουν έως 15.000 άνεργοι. Η πιλοτική εφαρμογή ολοκληρώνεται στις αρχές Μαρτίου και αμέσως μετά θα ακολουθήσει αναλυτική αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν απαιτούνται προσαρμογές πριν το μέτρο αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας, το νέο μοντέλο μπορεί –υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις– να αποδώσει ιδιαίτερα υψηλά ποσά τους πρώτους μήνες της ανεργίας. Σε ακραίες περιπτώσεις, το επίδομα μπορεί να φτάσει έως και τα 1.295 ευρώ, όταν πρόκειται για ανέργους με πολυετή ασφαλιστική διαδρομή και υψηλές αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί εργαζόμενος με 20 χρόνια ασφάλισης και σημαντικό μισθό, ο οποίος μπορεί να προσεγγίσει το ανώτατο αυτό όριο στην αρχή της επιδότησης. Ωστόσο, πρόκειται για ελάχιστες περιπτώσεις, καθώς η μεγάλη πλειονότητα των δικαιούχων κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα ενίσχυσης.
Αντίθετα, άνεργοι με περιορισμένο χρόνο ασφάλισης, της τάξης των δύο ή τριών ετών, και χαμηλές αποδοχές θα λαμβάνουν μόνο το βασικό σκέλος του επιδόματος. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ποσά τους πρώτους μήνες διαμορφώνονται περίπου στα 450 έως 500 ευρώ, ενώ μετά το πρώτο τρίμηνο μειώνονται αισθητά. Το νέο σύστημα, όπως επισημαίνουν συνδικαλιστικοί και επιστημονικοί φορείς, αφήνει εκτός ενισχυμένης στήριξης πολλούς ανέργους με διακεκομμένη απασχόληση και ασταθή ένσημα.
Κεντρικός άξονας του νέου πλαισίου είναι η εμπροσθοβαρής καταβολή. Το επίδομα ξεκινά υψηλότερο στην αρχή της ανεργίας, όταν οι οικονομικές πιέσεις είναι εντονότερες, και μειώνεται σταδιακά όσο περνά ο χρόνος. Η μέγιστη διάρκεια επιδότησης μπορεί να φτάσει έως και τους 24 μήνες, με τη διάρκεια να συνδέεται πλέον άμεσα με τον χρόνο απασχόλησης πριν την απόλυση. Κατά το πρώτο έτος ισχύει αναλογία δύο μηνών εργασίας για έναν μήνα επιδότησης, ενώ για το δεύτερο έτος απαιτούνται τρεις μήνες εργασίας για κάθε μήνα επιδόματος.
Η νέα αρχιτεκτονική του επιδόματος βασίζεται σε τρία διακριτά μέρη. Το σταθερό μέρος καταβάλλεται σε όλους τους δικαιούχους και υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου ημερομισθίου ή, εφόσον είναι χαμηλότερο, του μέσου ημερομισθίου του εργαζομένου. Το ποσοστό αυτό ξεκινά από το 70% κατά το πρώτο τρίμηνο της ανεργίας και μειώνεται σταδιακά, φτάνοντας έως και το 20% στο δεύτερο έτος επιδότησης.
Το μεταβλητό μέρος λειτουργεί ως πρόσθετη ενίσχυση για όσους διαθέτουν μεγαλύτερο ασφαλιστικό βίο και υψηλότερες αποδοχές. Υπολογίζεται με βάση τα έτη ασφάλισης –από το τέταρτο έως και το εικοστό έτος– και τον μέσο όρο μισθών, ενισχύοντας τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος. Προϋπόθεση για τη χορήγησή του είναι η συμπλήρωση τουλάχιστον 900 ημερών ασφάλισης την τελευταία τετραετία.
Πέραν των δύο βασικών σκελών, το νέο επίδομα συνοδεύεται και από πρόσθετες παροχές. Προβλέπονται δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, προσαυξήσεις για προστατευόμενα τέκνα, καθώς και –για πρώτη φορά– ειδική προσαύξηση για μονογονεϊκές οικογένειες, στοιχείο που εισάγει κοινωνικά κριτήρια στο σύστημα.
Οι υπηρεσίες της ΔΥΠΑ εκτιμούν ότι έως τον Φεβρουάριο του 2026 θα έχει συμπληρωθεί το ανώτατο όριο των 15.000 συμμετεχόντων στην πιλοτική περίοδο. Το όριο αυτό έχει συμφωνηθεί με το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο χρηματοδοτεί το πρόγραμμα με 100 εκατ. ευρώ, και θεωρείται επαρκές για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Στόχος της αξιολόγησης είναι να αποτυπωθεί τόσο η αποτελεσματικότητα της οικονομικής στήριξης όσο και η επίδραση του νέου πλαισίου στην ταχύτερη επιστροφή των ανέργων στην αγορά εργασίας.