Απαλλοτριώσεις ακινήτων: Το ΣτΕ ισορροπεί ανάμεσα στην προστασία της ιδιοκτησίας και την εξυπηρέτηση δημοσίων έργων

Δύο πρόσφατες αποφάσεις του Συμβούλιο της Επικρατείας έρχονται να επανακαθορίσουν τις ισορροπίες γύρω από τις απαλλοτριώσεις ακινήτων, ένα πεδίο όπου επί χρόνια συγκρούονται δύο αντίθετες ανάγκες, δηλαδή η επιτάχυνση έργων που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και η προστασία της ιδιωτικής περιουσίας.
Με τις αποφάσεις 803/2026 και 692/2026 το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο στέλνει διπλό μήνυμα προς τη Διοίκηση. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει ότι έργα μεγάλης σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία δεν μπορούν να παραμένουν εγκλωβισμένα σε χρονοβόρες διαδικασίες. Από την άλλη, ξεκαθαρίζει ότι οι ιδιοκτησίες πολιτών δεν μπορούν να παραμένουν «όμηροι» πολεοδομικών σχεδιασμών που δεν υλοποιούνται για δεκαετίες.
Όταν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί ταχύτητα
Με την απόφαση ΣτΕ 803/2026, οι ανώτατοι δικαστές εξέτασαν τη νομιμότητα απαλλοτρίωσης για έργο διευθέτησης ρέματος, δηλαδή για έργο που συνδέεται άμεσα με την αντιπλημμυρική προστασία και την ασφάλεια μιας περιοχής. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν αν είναι δυνατόν να ξεκινήσουν οι εργασίες ενός σημαντικού έργου πριν ολοκληρωθεί πλήρως η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και πριν καταβληθεί ολόκληρη η αποζημίωση στους ιδιοκτήτες.
Το ΣτΕ έκρινε ότι είναι συνταγματικά επιτρεπτό υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η δυνατότητα αφορά έργα τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως «γενικότερης σημασίας για την οικονομία», με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου και το δημόσιο συμφέρον. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί η πρόωρη κατάληψη του ακινήτου, ώστε να μην καθυστερούν έργα μεγάλης κοινωνικής σημασίας, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το Δημόσιο αποκτά ελευθερία να χρησιμοποιεί ιδιωτικές εκτάσεις χωρίς αποζημίωση. Η απόφαση υπογραμμίζει ότι πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις υπέρ του ιδιοκτήτη, όπως η καταβολή μέρους της αποζημίωσης πριν την κατάληψη του ακινήτου και η εξασφάλιση της καταβολής του υπολοίπου.
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δέχεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον μπορεί να επιβάλει την επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά η επιτάχυνση δεν καταργεί τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη.
Όταν η απαλλοτρίωση παραμένει «παγωμένη» για χρόνια
Στον αντίποδα βρίσκεται η απόφαση ΣτΕ 692/2026, η οποία αφορά τις ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις και την αδράνεια της Διοίκησης. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου ένα ακίνητο δεσμεύεται μέσω του πολεοδομικού σχεδιασμού, για παράδειγμα για τη δημιουργία δρόμου, πλατείας ή άλλου κοινόχρηστου χώρου, αλλά η απαλλοτρίωση δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Έτσι, ο ιδιοκτήτης βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, καθώς δεν μπορεί να αξιοποιήσει ελεύθερα την περιουσία του, αλλά ούτε λαμβάνει αποζημίωση.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση (σ.σ. παρόμοιες υποθέσεις υπάρχουν εκατοντάδες ανά τη χώρα), ο ιδιοκτήτης ζήτησε την άρση της δέσμευσης, καθώς το ακίνητό του παρέμενε επί μακρόν χωρίς να έχει καταβληθεί αποζημίωση και χωρίς να έχει προχωρήσει η διαδικασία.
Το ΣτΕ έκρινε ότι ο Δήμος δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική διαβίβαση του αιτήματος προς άλλη αρμόδια αρχή. Οφείλει να εξετάσει ουσιαστικά το αίτημα, να διαπιστώσει αν η δέσμευση της περιουσίας έχει ξεπεράσει τα εύλογα χρονικά όρια και να γνωμοδοτήσει για την επόμενη πολεοδομική κατάσταση του ακινήτου.
Η απόφαση του ΣτΕ στηρίχθηκε στην αρχή ότι η ιδιοκτησία δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον δεσμευμένη από έναν σχεδιασμό που δεν υλοποιείται. Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να ολοκληρώνει τις διαδικασίες της ή, όταν αυτό δεν συμβαίνει, να επανεξετάζει αν εξακολουθεί να δικαιολογείται η δέσμευση.
Ένα κοινό μήνυμα, δύο διαφορετικές υποθέσεις
Παρότι οι δύο αποφάσεις κινούνται σε διαφορετικά πεδία, το μήνυμα του ΣτΕ είναι ενιαίο. Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να υλοποιεί έργα που εξυπηρετούν το κοινωνικό σύνολο. Αν κάθε σημαντικό έργο καθυστερούσε υπερβολικά λόγω των διαδικασιών απαλλοτρίωσης, θα επηρεάζονταν κρίσιμες υποδομές, η προστασία από φυσικές καταστροφές και η ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ot.gr όμως, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να οδηγεί σε αδικαιολόγητη επιβάρυνση των πολιτών. Ένα ακίνητο δεν μπορεί να παραμένει δεσμευμένο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα χωρίς αποζημίωση και χωρίς σαφή προοπτική ολοκλήρωσης του σκοπού για τον οποίο δεσμεύτηκε. Έτσι, οι δύο αποφάσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, η πρώτη υπενθυμίζοντας ότι το δημόσιο συμφέρον μπορεί να επιβάλει την ταχεία εκτέλεση έργων και η δεύτερη ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να αδρανεί εις βάρος των ιδιοκτητών.