Διπλασιάστηκαν από το 1950 οι ημέρες που κλεινόμαστε μέσα λόγω ζέστης

Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, η κλιματική αλλαγή έχει διπλασιάσει τον χρόνο κατά τον οποίο οι καθημερινές εργασίες γίνονται επικίνδυνες λόγω ζέστης, εκτιμά νέα μελέτη.
«Οι περισσότερες αναλύσεις εστιάζονται στην αίσθηση της ζέστης. Η δική μας μελέτη θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: τι μπορεί να κάνει με ασφάλεια το ανθρώπινο σώμα σε αυτές τις υψηλές θερμοκρασίες;» δήλωσε η Τζένιφερ Βάνος του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Αριζόνα, μέλος της ομάδας που υπογράφει τα ευρήματα στo Environmental Research Letters.
Ένας σημαντικός στόχος της μελέτης ήταν η αναγνώριση των περιοχών υψηλής επικινδυνότητας και των ευάλωτων πληθησμών. Οι ερευνητές ωστόσο τονίζουν την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής με δραστική μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.
«Εάν δεν σταματήσουμε να καίμε πετρέλαιο, γαιάνθρακα και φυσικό αέριο, οι περιορισμοί στις συνθήκες διαβίωσης λόγω ακραίας ζέστης θα γίνονται ολοένα πιο συχνοί και εκτεταμένοι, ιδιαίτερα καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνά» δήλωσε ο Λουκ Πάρσονς του Πανεπιστημίου της Γιούτα, πρώτος συγγραφέας της μελέτης.
«Περιορισμοί διαβίωσης»
Η ανάλυση έδειξε ότι, τα τελευταία 20 χρόνια, ο χρόνος κατά των οποίο οι νέοι ενήλικες 18-40 ετών αντιμετωπίζουν «σοβαρούς περιορισμούς διαβίωσης» διπλασιάστηκε σε σχέση με την περίοδο 1950-1979.
Για τους ενήλικες 65 ετών και άνω, η αντίστοιχη αύξηση υπολογίζεται στο 50%.
Οι ερευνητές όρισαν τους «σοβαρούς περιορισμούς διαβίωσης» ως τις συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας που περιορίζουν οποιαδήποτε δραστηριότητα είναι πιο κοπιαστική από το σκούπισμα του πατώματος στη σκιά.
Αντί να βασιστεί σε απλά μέτρα της θερμικής επικινδυνότητας, η ομάδα χρησιμοποίησε ένα μαθηματικό μοντέλο για να εκτιμήσει τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας που θα μπορούσαν να αναλάβουν άνθρωποι διαφόρων ηλικιών σε ένα εύρος θερμοκρασίας και υγρασίας χωρίς να αυξηθεί επικίνδυνα η θερμοκρασία του σώματός τους.
Το φυσιολογικό αυτό μοντέλο για την εκτίμηση του θερμικού κινδύνου αναπτύχθηκε από την ομάδα της Βάνος και παρουσιάστηκε το 2023 στο Nature Communications.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ωριαίες μετρήσεις τη θερμοκρασίας και της υγρασίας από το 1950 έως το 2024 και υπολόγισαν πόσες ώρες κάθε ημέρα περιόριζε η ζέστη τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Στη συνέχεια, αντιπαρέθεσαν τα αποτελέσματα με παγκόσμια πληθυσμιακά δεδομένα για να προσδιορίσουν ποιοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στη ζέστη.
Όσον αφορά τους νεότερους ενήλικες, η μελέτη εκτιμά ότι την περίοδο 1950-79 η ζέστη προκαλούσε περιορισμούς διαβίωσης περίπου 25 ώρες ανά έτος κατά μέσο όρο. Αυτό αυξήθηκε σε περίπου 50 ώρες ανά έτος την περίοδο 1995-2024.
Οι ενήλικες 65 ετών και άνω, οι οποίοι έχουν πιο περιορισμένες ικανότητες θερμορύθμισης, αντιμετώπιζαν περιορισμούς λόγω ζέστης περίπου 600 ώρες τον χρόνο την περίοδο 1950-70. Το νούμερο αυξήθηκε στις 900 ώρες ανά έτος μετά το 1995. Σε ορισμένες δε τροπικές και υποτροπικές περιοχές, η ζέστη περιορίζει τις εξωτερικές δραστηριότητες των ηλικιωμένων ανθρώπων από το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο του έτους.
Το μεγαλύτερο της Ευρώπης και η νοτιοδυτική και Ανατολική Βόρεια Αμερική περιλαμβάνονται στις περιοχές με τη μεγαλύτερη αύξηση, μαζί με τη νότια Νότια Αμερική, την ανατολική Σαχάρα, την Νοτιοδυτική και Ανατολική Ασία και τη νότια Αυστραλία.
Στο Κατάρ, μια από τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο, οι νέοι ενήλικες αντιμετώπιζαν περιορισμούς διαβίωσης λόγω ζέστης περίπου 382 ώρες ανά έτος μεταξύ του 1950 και του 1970. Από το 1995 και μετά, το νούμερο αυξήθηκε στις 866 ώρες ανά έτος.
Πιο δραματική ήταν η μεταβολή για τους ενήλικες 65 ετών και άνω, των οποίων η έκθεση αυξήθηκε την ίδια περίοδο από τις 520 ώρες τον χρόνο στις 2.820. Αυτό σημαίνει ότι οι ηλικιωμένοι του Κατάρ αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς λόγω καύσωνα περίπου το ένα τρίτο του έτους.
Το 2024, το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί ποτέ, περισσότερο από το 43% των νέων ενηλίκων σε όλο τον κόσμο και σχεδόν το 80% των ηλικιωμένων έζησαν ημέρες κατά τις οποίες η ζέστη περιόριζε σημαντικά τις δραστηριότητές τους.
Τη δεκαετία του 1950, τα ποσοστά περιορίζονταν στο 27% και το 70% αντίστοιχα.
Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, το πρόβλημα δεν μπορεί παρά να γίνει εντονότερο καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γηράσκει.
Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το πόσο αυξήθηκαν οι περιορισμοί στις καθημερινές δραστηριότητες με μια άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά λίγο περισσότερο από έναν βαθμό Κελσίου, σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
«Ελπίζουμε ότι η μελέτη αυτή θα προσφέρει κίνητρο για ταχεία μείωση των εκπομπών άνθρακα ώστε να επιβραδυνθεί η παγκόσμια θέρμανση και να περιοριστούν οι μελλοντικές επιπτώσεις της ακραίας ζέστης» γράφει η ερευνητική ομάδα.
«Ελπίζουμε επίσης ότι η μελέτη θα χρησιμοποιηθεί για να αναδειχθούν οι περιοχές με τον μεγαλύτερο κίνδυνο ακραίας ζέστης, με βάση την έκθεση του πληθυσμού, την ευαλωτότητα και τους περιορισμούς που επιβάλλει η ζέστη, ώστε να στοχευθούν καλύτερα οι προσπάθειες προσαρμογής.»
Πηγή: in.gr