Ερωτήματα από την τροπολογία της Όλγας Κεφαλογιάννη για τη συνεπιμέλεια τέκνων – Ήταν η πρώτη που την εφάρμοσε

Δημοσιεύτηκε στις 22/01/2026 18:37

Ερωτήματα από την τροπολογία της Όλγας Κεφαλογιάννη για τη συνεπιμέλεια τέκνων – Ήταν η πρώτη που την εφάρμοσε

 

Του Νίκου Τσιλιπουνιδακη

Σειρά σοβαρών ερωτημάτων έχει προκαλέσει η κατάθεση τροπολογίας από την υπουργό Τουρισμού, Όλγα Κεφαλογιάννη, που αφορά το καθεστώς της συνεπιμέλειας ανήλικων τέκνων, τόσο ως προς τον χρόνο και τον τρόπο εισαγωγής της, όσο και ως προς την πρακτική εφαρμογή της.

Η τροπολογία κατατέθηκε στις 19 Δεκεμβρίου με τη διαδικασία του επείγοντος και ενσωματώθηκε σε άσχετο νομοσχέδιο, αυτό που αφορούσε την ψήφιση του νόμου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι αντιδράσεις και τα ερωτήματα εντάθηκαν όταν έγινε γνωστό ότι η πρώτη που έκανε χρήση των νέων διατάξεων ήταν η ίδια η υπουργός Τουρισμού, σε προσωπική της οικογενειακή υπόθεση.

Η χρονική σύμπτωση και η προσωπική υπόθεση

Σύμφωνα με πληροφορίες, η κ. Κεφαλογιάννη είχε πρόσφατα απωλέσει την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών της, μετά το διαζύγιό της με τον πρώην σύζυγό της, Μίνω Μάτσα. Λίγο χρονικό διάστημα αργότερα, κατέθεσε τροπολογία που μεταβάλλει ουσιωδώς τη διαδικασία επανεξέτασης αποφάσεων για τη γονική μέριμνα, γεγονός που γεννά ερωτήματα για σύγκρουση πολιτικής πρωτοβουλίας και προσωπικού συμφέροντος.

Τι προβλέπει η τροπολογία

Η τροπολογία εισάγει μια κρίσιμη αλλαγή στη δικαστική πρακτική που ακολουθείται έως σήμερα. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι αν ένας γονέας διαφωνεί με απόφαση Πρωτοδικείου για τη γονική μέριμνα ανήλικων τέκνων, μπορεί —αντί να αναμένει την εκδίκαση της έφεσης— να καταθέσει νέα αγωγή και να ζητήσει εκ νέου κρίση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό.

Μέχρι πρότινος, ο μόνος δρόμος αμφισβήτησης μιας πρωτόδικης απόφασης ήταν η έφεση και η αναμονή της απόφασης του Εφετείου. Ο Αστικός Κώδικας, μέσω του άρθρου 1536, επέτρεπε μεταβολές μόνο σε περιπτώσεις ουσιωδών αλλαγών, κυρίως για λόγους ασφάλειας ή φροντίδας του παιδιού, ενώ η πάγια νομολογία απέφευγε τις επαναλαμβανόμενες δίκες για λόγους σταθερότητας της οικογενειακής ζωής.

Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο

Υπενθυμίζεται ότι με τον νόμο 4800/2021 εισήχθη η φιλοσοφία της συνεπιμέλειας, με στόχο την ουσιαστικότερη συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή των παιδιών μετά από διάσταση ή διαζύγιο. Το πλαίσιο αυτό επιδίωκε να ενισχύσει την παρουσία του «δεύτερου» γονέα, χωρίς ωστόσο να ανοίγει τον δρόμο για διαρκείς δικαστικές αντιπαραθέσεις.

Τι αλλάζει πλέον

Με τη νέα τροπολογία, το ίδιο Πρωτοδικείο που εξέδωσε την αρχική απόφαση αποκτά τη δυνατότητα να τη μεταρρυθμίσει, ακόμη και στην περίπτωση που έχει ήδη ασκηθεί έφεση και η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Οι οικογενειακές διαφορές εισάγονται με ειδικό δικόγραφο και δικάζονται κατά προτεραιότητα, γεγονός που επιταχύνει τις διαδικασίες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διεύρυνση της έννοιας της «μεταβολής συνθηκών». Εκεί όπου μέχρι σήμερα απαιτούνταν σαφείς, ουσιώδεις και αποδεδειγμένες αλλαγές, πλέον μπορεί να επανεξεταστεί η υπόθεση ακόμη και για ενδιάμεσες μεταβολές που αφορούν την καθημερινότητα του παιδιού ή των γονέων. Παράλληλα, ο εισαγγελέας διατηρεί αυτοτελές δικαίωμα παρέμβασης.

Τα ερωτήματα παραμένουν

Η ουσία της τροπολογίας, η επιλογή του χρόνου κατάθεσής της, η ένταξή της σε άσχετο νομοσχέδιο και κυρίως το γεγονός ότι η πρώτη εφαρμογή της αφορά την ίδια την υπουργό, συνθέτουν ένα σκηνικό που προκαλεί έντονο δημόσιο και νομικό προβληματισμό.

Το κατά πόσο η ρύθμιση εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον των παιδιών ή ανοίγει τον δρόμο για πολλαπλές και επαναλαμβανόμενες δικαστικές συγκρούσεις, μένει να κριθεί τόσο στην πράξη όσο και στον δημόσιο διάλογο που ήδη έχει ξεκινήσει.

Τι προκαλεί αυτό και γιατί η συγκεκριμένη τροπολογία δεν ήταν θεσμικά ορθή

Η τροπολογία για τη συνεπιμέλεια τέκνων, όπως κατατέθηκε από την υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, εγείρει σοβαρά ζητήματα θεσμικής τάξης, ανεξαρτήτως της ουσίας που μπορεί να έχει η επιτάχυνση των οικογενειακών δικαστικών διαδικασιών. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο τι αλλά κυρίως στο πώς, στο πότε και στο από ποιον εισήχθη η συγκεκριμένη ρύθμιση.

1. Ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και θεσμικής αμεροληψίας

Το σοβαρότερο ζήτημα αφορά την εμφανή σύγκρουση συμφερόντων. Όταν ένας εν ενεργεία υπουργός προωθεί νομοθετική ρύθμιση η οποία σχετίζεται άμεσα με προσωπική του εκκρεμή οικογενειακή υπόθεση και μάλιστα κάνει πρώτος χρήση της, η θεσμική αξιοπιστία του νομοθετικού έργου πλήττεται.

Ακόμη και αν η πρόθεση ήταν καλοπροαίρετη ή η ρύθμιση εξυπηρετεί ευρύτερο κοινωνικό σκοπό, η εικόνα ότι ο νόμος «ράβεται» για συγκεκριμένη υπόθεση αρκεί από μόνη της για να υπονομεύσει την αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο και να δημιουργήσει εύλογες υποψίες για εργαλειοποίηση της νομοθετικής εξουσίας.

2. Παράκαμψη της κανονικής νομοθετικής διαδικασίας

Η κατάθεση της τροπολογίας με τη διαδικασία του επείγοντος και η ενσωμάτωσή της σε άσχετο νομοσχέδιο (ΟΠΕΚΕΠΕ) συνιστούν σαφή απόκλιση από τις αρχές της καλής νομοθέτησης. Ρυθμίσεις που αγγίζουν τον πυρήνα του οικογενειακού δικαίου και επηρεάζουν άμεσα την ψυχική και κοινωνική σταθερότητα των παιδιών δεν μπορούν να εισάγονται αιφνιδιαστικά, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τη νομική κοινότητα, τους δικαστικούς λειτουργούς και τους κοινωνικούς φορείς.

Η πρακτική αυτή αποδυναμώνει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και στερεί από τη Βουλή τη δυνατότητα ουσιαστικής αξιολόγησης των συνεπειών της ρύθμισης.

3. Υπονόμευση της ασφάλειας δικαίου

Η δυνατότητα επαναφοράς της ίδιας υπόθεσης στο ίδιο Πρωτοδικείο, ακόμη και όταν εκκρεμεί έφεση, εισάγει ένα στοιχείο νομικής αστάθειας. Η ασφάλεια δικαίου, θεμελιώδης αρχή κάθε έννομης τάξης, προϋποθέτει ότι οι δικαστικές αποφάσεις έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας και προβλεψιμότητας.

Η νέα ρύθμιση ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλεπάλληλες δίκες για το ίδιο αντικείμενο, με αποτέλεσμα όχι μόνο την επιβάρυνση των δικαστηρίων αλλά και τη διαρκή αβεβαιότητα στη ζωή των ανήλικων τέκνων, τα οποία καλούνται να προσαρμόζονται σε συνεχώς μεταβαλλόμενες δικαστικές κρίσεις.

4. Κίνδυνος εργαλειοποίησης των παιδιών στις δικαστικές συγκρούσεις

Η διεύρυνση της έννοιας της «μεταβολής συνθηκών» ενδέχεται να λειτουργήσει ως κίνητρο για συνεχή προσφυγή στη Δικαιοσύνη από γονείς που επιδιώκουν να ανατρέψουν δυσμενείς αποφάσεις, όχι για λόγους ουσιαστικής προστασίας του παιδιού, αλλά στο πλαίσιο προσωπικών ή συναισθηματικών συγκρούσεων.

Αντί το παιδί να βρίσκεται στο επίκεντρο, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε μέσο πίεσης και διαπραγμάτευσης, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή του υπέρτατου συμφέροντος του ανηλίκου.

5. Αλλοίωση της ισορροπίας μεταξύ πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας

Η πρόβλεψη ότι το Πρωτοδικείο μπορεί να μεταρρυθμίζει την απόφασή του ενώ εκκρεμεί έφεση αλλοιώνει την ιεραρχική λειτουργία της Δικαιοσύνης. Το Εφετείο υφίσταται ακριβώς για να επανεξετάζει τις πρωτόδικες κρίσεις, να διορθώνει σφάλματα και να διαμορφώνει ενιαία νομολογία.

Η παράκαμψη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας αποδυναμώνει τον ρόλο του και δημιουργεί θεσμική σύγχυση ως προς το ποιο δικαστήριο έχει τον τελικό λόγο.

Παρακάτω η τροπολογία:

Screenshot
Screenshot
Screenshot


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook