Εξαγωγές: Όταν τα ελληνικά κρασιά κερδίζουν τους…Γάλλους

Δημοσιεύτηκε στις 15/02/2026 16:00

Εξαγωγές: Όταν τα ελληνικά κρασιά κερδίζουν τους…Γάλλους

Στη Γαλλία ο κλάδος του οίνου και των αποσταγμάτων αποτελεί τον τρίτο πιο δυναμικό εξαγωγικό τομέα της χώρας, με τον οινοτουρισμό, δε, να είναι ένας από τους πιο ισχυρούς τομείς, καθώς συνεισφέρει περίπου 5,2 δισ. ευρώ στην εθνική οικονομία και στο περιβάλλον αυτό οι εξαγωγές ελληνικού κρασιού επιχειρούν να κερδίσουν έδαφος και τον Γάλλο καταναλωτή.

Το ελληνικό κρασί και οι εξαγωγές στην Γαλλία

Βέβαια, η οινική σχέση Ελλάδας και Γαλλίας δεν αποτελεί μια απλή εμπορική διασταύρωση, αλλά μια βαθιά πολιτισμική διαδρομή που εκτείνεται σε βάθος τριών χιλιάδων ετών, διαμορφώνοντας την ίδια την ταυτότητα του ευρωπαϊκού αμπελώνα.

Όπως αναφέρει στην έρευνά της η Βανέσσα Σουλάνδρου από το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι, από τους Φωκαείς της Μασσαλίας μέχρι τη σύγχρονη οινολογία, η ελληνογαλλική σχέση είναι ένας κύκλος: η Ελλάδα έδωσε το αμπέλι στη Γαλλία στην αρχαιότητα, η Γαλλία προσέφερε τη θεσμική ποιότητα στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα, και σήμερα οι δύο χώρες συμπορεύονται ως ισότιμοι φορείς της κοινής μεσογειακής οινικής κληρονομιάς.

Η πορεία των ελληνικών εξαγωγών οίνου στη γαλλική αγορά κατά την τελευταία εικοσαετία αναδεικνύει μια στρατηγική μετατόπιση προς την ποιότητα και την υψηλή προστιθέμενη αξία

Η πορεία των ελληνικών εξαγωγών οίνου στη γαλλική αγορά κατά την τελευταία εικοσαετία αναδεικνύει μια στρατηγική μετατόπιση προς την ποιότητα και την υψηλή προστιθέμενη αξία, παρά τις έντονες διακυμάνσεις που καταγράφονται στα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της ΚΕΟΣΟΕ.

Με βάση τα δεδομένα της περιόδου 2010-2024, η αξία των εξαγωγών διατηρεί μια ισχυρή δυναμική με αποκορύφωμα το 2023, όπου άγγιξε τα 6.639.666 €, ενώ παρά την υποχώρηση του 2024 κατά 15,55% σε σχέση με το 2023, ο μέσος όρος της τελευταίας πενταετίας παραμένει θετικός κατά 12,67%, γεγονός που υποδηλώνει τη σταδιακή εδραίωση του ελληνικού κρασιού σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όπως επισημαίνουν οι αναλύσεις του ΕΔΟΑΟ, η συνεχής άνοδος της μέσης τιμής ανά κιλό, η οποία από τα 1,30 € το 2007 ανήλθε στα 2,19 € το 2024, επιβεβαιώνοντας τη στροφή των Γάλλων καταναλωτών από τους χύμα οίνους χαμηλού κόστους προς τους εμφιαλωμένους οίνους ποιότητας και τις επώνυμες ετικέτες.

 

Τι προτιμούν οι Γάλλοι

Οι Γάλλοι δείχνουν σαφή προτίμηση σε γηγενείς ποικιλίες-πρεσβευτές που προσφέρουν μοναδικό χαρακτήρα «terroir», με το Ασύρτικο να ηγείται λόγω της ορυκτότητάς του, το Ξινόμαυρο να κερδίζει έδαφος για τη δομή του που προσομοιάζει σε γαλλικά πρότυπα, και το Μοσχοφίλερο με το Αγιωργίτικο να συμπληρώνουν τις προτιμήσεις για αρωματικούς και βελούδινους οίνους αντίστοιχα.

Η τάση αυτή ενισχύεται από τη διείσδυση σε εξειδικευμένα δίκτυα διανομής, όπως wine bars και κάβες, καθώς και από τη στοχευμένη παρουσία σε εκθέσεις όπως η Wine Paris, όπου οι οίνοι Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) και Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) αναγνωρίζονται πλέον ως niche προϊόντα υψηλής αξίας.

Για τους λάτρεις των ερυθρών οίνων, το Ξινόμαυρο από τη Νάουσα και το Αμύνταιο έχει αναδειχθεί στην κορυφαία επιλογή, κατακτώντας μια θέση στην ελίτ της γαλλικής γαστρονομίας

Ιδιαίτερης αποδοχής τυγχάνουν ορισμένες ποικιλίες ελληνικών οίνων με το Μοσχάτο Σάμου να παραμένει ο αδιαμφισβήτητος διαχρονικός ηγέτης. Παράλληλα, το Ασύρτικο, ως η πλέον αναγνωρίσιμη ελληνική λευκή ποικιλία παγκοσμίως, κυριαρχεί πλέον σε εξειδικευμένα masterclasses και γευσιγνωσίες στο Παρίσι, προσελκύοντας κορυφαίους sommeliers που εκτιμούν την ιδιαίτερη ορυκτότητα της Σαντορίνης.

 

Για τους λάτρεις των ερυθρών οίνων, το Ξινόμαυρο από τη Νάουσα και το Αμύνταιο έχει αναδειχθεί στην κορυφαία επιλογή, κατακτώντας μια θέση στην ελίτ της γαλλικής γαστρονομίας λόγω της σύνθετης δομής του που προσομοιάζει σε μεγάλα γαλλικά terroir. Aυξανόμενη δυναμική πορεία παρουσιάζει το Αγιωργίτικο της Νεμέας και το αρωματικό Μοσχοφίλερο της Μαντινείας.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια νέα, δυναμική τάση σε εξειδικευμένους οινικούς κύκλους και wine bars του Παρισιού και της Λυών για ανερχόμενες ποικιλίες με έντονο χαρακτήρα, όπως η Λημνιώνα, το Βιδιανό, η Ρομπόλα και το σπάνιο Μαυροτράγανο.

Το στοίχημα για τις εξαγωγές

Η γαλλική αγορά οίνου, αν και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως, είναι ταυτόχρονα ένας εξαιρετικά ανταγωνιστικός προορισμός για τους εισαγόμενους οίνους, με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κυριαρχούν στις προτιμήσεις.

Με βάση τα στοιχεία των γαλλικών τελωνείων για το 2024, ο κύριος όγκος των εισαγωγών προέρχεται από την Ισπανία και την Ιταλία, οι οποίες κατέχουν τη μερίδα του λέοντος, ενώ ακολουθούν η Πορτογαλία και χώρες του Νέου Κόσμου όπως η Χιλή. Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής για το ελληνικό κρασί σε επίπεδο όγκου είναι η Ισπανία, η οποία το 2024 συνέχισε να κατέχει ένα εντυπωσιακό μερίδιο που προσεγγίζει το 55-60% των συνολικών γαλλικών εισαγωγών οίνου.

Η μέση τιμή των ελληνικών εξαγωγών στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 12,67% στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας δείχνει ότι το ελληνικό κρασί δεν επιδιώκει να αναμετρηθεί με το φθηνό ισπανικό κρασί

Για το ελληνικό κρασί, ο ανταγωνισμός αυτός καθορίζει και τη στρατηγική εισόδου. Ενώ η Ισπανία κυριαρχεί στον όγκο και η Ιταλία στο lifestyle, η Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί ως η «ποιοτική ανακάλυψη» (niche market). Το γεγονός ότι η μέση τιμή των ελληνικών εξαγωγών στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 12,67% στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας δείχνει ότι το ελληνικό κρασί δεν επιδιώκει να αναμετρηθεί με το φθηνό ισπανικό κρασί, αλλά να σταθεί δίπλα στα ιταλικά και γαλλικά «terroir» κρασιά.

Η έρευνα επισημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να θέσει ως στόχο της στρατηγικής της την ανάδειξη των γηγενών ποικιλιών που διαφοροποιούνται από τον κορεσμένο ανταγωνισμό των διεθνών ποικιλιών που προσφέρουν οι άλλες εισαγόμενες χώρες. Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη συντελεστεί σημαντικά βήματα.

Από τη ρετσίνα στην υψηλή γαστρονομία

Η είσοδος των ελληνικών κρασιών στη γαλλική αγορά βασίζεται πλέον σε μια ριζικά ανανεωμένη αντίληψη, αφήνοντας οριστικά πίσω την εικόνα της φθηνής ρετσίνας, αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα των ελληνικών «terroir» και των ηφαιστειακών εδαφών και σηματοδοτώντας το πέρασμα από ένα προϊόν τουριστικής ανάμνησης σε ένα προϊόν υψηλής γαστρονομίας.

Όπως σημειώνει στην έρευνά της η Βανέσσα Σουλάνδρου για έναν Έλληνα παραγωγό ποιότητας, η στρατηγική επιλογή του καναλιού διανομής είναι καθοριστική, καθώς η μεγάλη διανομή θεωρείται συχνά ακατάλληλη ως πρώτο βήμα λόγω του κινδύνου υποτίμησης του brand.

Η στρατηγική επιλογή του καναλιού διανομής είναι καθοριστική, καθώς η μεγάλη διανομή θεωρείται συχνά ακατάλληλη ως πρώτο βήμα λόγω του κινδύνου υποτίμησης του brand

Αντιθέτως, το κανάλι CHR (Café, Hotel, Restaurant) αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη επιλογή, με ιδιαίτερη έμφαση στη σκηνή του «Bistronomy» και στα ανεξάρτητα εστιατόρια όπου οι επαγγελματίες αναζητούν συνεχώς νέα τοπικά προϊόντα. Η έκρηξη, δε, των high-end ελληνικών εστιατορίων στο Παρίσι λειτουργεί ως η φυσική πύλη εισόδου, προσφέροντας μια βιτρίνα υψηλής γαστρονομίας, επισημαίνεται.

Εξίσου κρίσιμος, σύμφωνα με την έρευνα, είναι ο ρόλος των περίπου 6.000 ανεξάρτητων Cavistes (κάβες), οι οποίοι λειτουργούν ως opinion leaders και πρεσβευτές, χρησιμοποιώντας το αυθεντικό αφήγημα και τη σύνδεση με την μακραίωνη πολιτισμική παράδοση για να μυήσουν τον πελάτη στις ελληνικές ποικιλίες.

Πηγή: ot.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook