Φρένο στα σενάρια για μεγάλες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Τέλος φαίνεται να μπαίνει στα σενάρια για μεγάλες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, που προέβλεπαν ακόμη και να ξεπεράσει τα 950 ευρώ έως το 2027. Οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας αλλάζουν τα δεδομένα για την οικονομία, επαναφέροντας ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις και αβεβαιότητα για την πορεία της ανάπτυξης.
Η ραγδαία άνοδος των τιμών στην ενέργεια αρχίζει ήδη να περνά στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας καύσιμα, μεταφορές και βασικά αγαθά. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Οι επιχειρήσεις βλέπουν το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται σημαντικά, ενώ πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκφράζουν ήδη ανησυχία για τη δυνατότητά τους να αντέξουν νέες επιβαρύνσεις. Την ίδια ώρα, τα νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξημένες δαπάνες για καύσιμα, ρεύμα και βασικά προϊόντα, γεγονός που πιέζει ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό φαίνεται να επαναξιολογείται, καθώς η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των εισοδημάτων και στην πίεση που δέχονται οι επιχειρήσεις από την αύξηση του κόστους. Αν η ενεργειακή κρίση συνεχιστεί και οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οικονομικοί παράγοντες εκτιμούν ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό θα κινηθούν τελικά σε πιο συγκρατημένα επίπεδα από όσα είχαν αρχικά συζητηθεί.
Η επικείμενη αύξηση αφορά άμεσα 575.684 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή περίπου το 22,8% των μισθωτών, αλλά και περίπου 600.000 δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ο κατώτατος μισθός αποτελεί πλέον ενιαία βάση υπολογισμού και για το Δημόσιο.
Ήδη, οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων και των επιστημονικών φορέων έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο της διαβούλευσης που συντονίζει ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Στα υπομνήματα αποτυπώνεται μια ευρεία τάση υπέρ μιας μετριοπαθούς αύξησης, με το 4% —δηλαδή περίπου 35 ευρώ— να λειτουργεί ως άτυπο σημείο ισορροπίας. Το εύρος των εισηγήσεων κινείται μεταξύ 2,5% και 5%, ωστόσο η πλειονότητα συγκλίνει σε αναπροσαρμογή κοντά στο 4%, προκειμένου να στηριχθεί η αγοραστική δύναμη χωρίς να διαταραχθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Κοντά σε αυτό το ποσοστό αναμένεται να διαμορφωθεί και η τελική απόφαση της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζονται, η αύξηση των κατώτατων αποδοχών εκτιμάται ότι θα κινηθεί στην περιοχή των 40 έως 50 ευρώ σε μηνιαία βάση, τόσο για τον ιδιωτικό τομέα όσο και για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο για το 2026, οδηγώντας τον κατώτατο μισθό από τα 880 ευρώ σήμερα σε επίπεδα 920 έως 930 ευρώ μεικτά. Στο ευρύτερο πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής για τη σταδιακή ενίσχυση των εισοδημάτων, παραμένει ο στόχος ο κατώτατος μισθός να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027 και ο μέσος μισθός τα 1.500 ευρώ, ανάλογα με την πορεία της οικονομίας.
Η συζήτηση για το τελικό ύψος της αύξησης επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη ενίσχυσης των χαμηλόμισθων, οι οποίοι πλήττονται περισσότερο από τις ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση. Δεύτερον, την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευρύτερη αναπροσαρμογή των αμοιβών και θα δημιουργήσει θετική δυναμική και για τον κατώτατο μισθό. Και τρίτον, το πολιτικό και αναπτυξιακό χρονοδιάγραμμα, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει έως την άνοιξη του 2027 να έχει διαμορφωθεί ένας αισθητά υψηλότερος κατώτατος, ο οποίος θα προσεγγίζει τα 950 ευρώ ή και περισσότερο.
Στο Δημόσιο, η αύξηση του κατώτατου θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των κατηγοριών προσωπικού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους ένστολους οι αποδοχές θα ενισχυθούν ανάλογα με τη βαθμίδα, με υψηλότερες αυξήσεις στα ανώτερα κλιμάκια.
Οι «συνετές» εισηγήσεις
Το ΙΟΒΕ κινείται σε ένα εύρος 2,5% έως 3,5%, επιμένοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την κλίμακα των αμοιβών. Συνδέει ρητά οποιαδήποτε αναπροσαρμογή με τον πληθωρισμό και την εξέλιξη της παραγωγικότητας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο στρεβλώσεων εάν οι αυξήσεις υπερβούν τις πραγματικές αντοχές της οικονομίας.
Σε παρόμοια κατεύθυνση τοποθετείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε να δοθεί αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο φαινόμενο της «διάχυσης» του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, σημειώνοντας ότι κάθε μία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο μεταφράζεται σε περίπου 0,55 της μονάδας αύξηση στον μέσο μισθό. Μια υπέρμετρη αναπροσαρμογή, προειδοποιεί, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις ή ακόμη και να ενισχύσει την αδήλωτη εργασία.
Το ΚΕΠΕ τοποθετεί τον πήχη ελαφρώς υψηλότερα, μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας όμως ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλή αναλογία ως προς τον διάμεσο. Αυξήσεις άνω του 4%, υπογραμμίζει, ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις.
Από την πλευρά του τουρισμού, το ΙΝΣΕΤΕ εισηγείται αύξηση 4%, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες ενός κλάδου έντασης εργασίας, όπου η μισθολογική επιβάρυνση έχει άμεση αντανάκλαση στις τιμές και στην ανταγωνιστικότητα.
Οι εργοδοτικές προϋποθέσεις- Τι ζητάει η ΓΣΕΕ
Οι βασικοί εργοδοτικοί φορείς — ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ — δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά τη συνδέουν με σαφείς όρους. Ζητούν η αναπροσαρμογή να λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό, ενώ θέτουν ως απαραίτητο αντιστάθμισμα τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Η ΓΣΕΒΕΕ επιμένει στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών βαρών, προτείνοντας κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ελάφρυνση της προκαταβολής φόρου. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται αύξηση πέριξ του 4% και επαναφέρει στο τραπέζι την ανάγκη επαναφοράς της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ως βασικού πλαισίου ρύθμισης. Ο ΣΒΕ ζητεί, επιπλέον, μέτρα στήριξης όπως επιδοτήσεις ενέργειας και περαιτέρω μείωση εισφορών, ώστε να απορροφηθεί το πρόσθετο κόστος.
Σε διαφορετική τροχιά κινείται η ΓΣΕΕ, η οποία επανέρχεται στη διαδικασία διαβούλευσης προτείνοντας μια ουσιαστική αναπροσαρμογή που θα προσεγγίζει το επίπεδο «αξιοπρεπούς διαβίωσης». Το ΙΝΕ της Συνομοσπονδίας τοποθετεί αυτό το σημείο αναφοράς στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026, επίπεδο που αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου μισθού. Αντί για συγκεκριμένο ποσοστό αύξησης, θέτει ως κεντρικό στόχο τη σταδιακή σύγκλιση προς αυτό το κατώφλι, μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων.