Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου για παραμελημένα παιδιά: “Τα στέλνουν σε επαγγελματίες αναδόχους ή στα αζήτητα των νοσοκομείων”

Σφοδρή αντίδραση της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου για παιδιά που απομακρύνθηκαν από το ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον τους και νοσηλεύονται στην Παιδιατρική κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.
Η Ένωση επισημαίνει ότι είναι επιστημονικά απαράδεκτο να νοσηλεύονται υγιή παιδιά με άρρωστα, ενώ δεν υπάρχει μάλιστα παιδοψυχίατρος ή παιδοψυχολόγος.
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
“Τα παιδιά που απομακρύνονται από κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον (λόγω παραμέλησης, άστεγων γονιών, γονείς χρήστες ουσιών, ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, θύματα ενδοοικογενειακής βίας, κτλ.) χρειάζονται ψυχοκοινωνική υποστήριξη από διεπιστημονική ομάδα, σε κατάλληλους χώρους, με ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης. Στόχος θα έπρεπε να είναι η γρήγορη και ασφαλής επαναφορά τους στην «κανονικότητα», στο σχολείο τους, σε οικείο περιβάλλον. Αντί αυτού αποθηκεύονται σε δημόσιες δομές Υγείας, συνήθως σε παιδιατρικές κλινικές δημόσιων νοσοκομείων ή μαιευτήρια, όπου παραμένουν για μήνες σε αφιλόξενο περιβάλλον.
Οι παιδιατρικές κλινικές και γενικά το Νοσοκομείο είναι το πλέον ακατάλληλο περιβάλλον και ουσιαστικά συνεχίζεται εκεί η κακοποίησή τους, όταν κρατούνται έγκλειστα σε ένα θάλαμο όντας υγιή, για να αποφευχθεί η επαφή τους με λοιμώξεις. Είναι επιστημονικά απαράδεκτο να νοσηλεύονται υγιή παιδιά με άρρωστα. Το νοσηλευτικό προσωπικό, που ήδη εργάζεται σε εντατικούς ρυθμούς, αντικειμενικά αδυνατεί να παρέχει σε αυτά τα παιδιά τη φροντίδα που χρειάζονται (σίτιση, προσωπική υγιεινή, δημιουργική απασχόληση, ψυχολογική υποστήριξη κ.α.) και αυτό συνήθως παρέχεται από εθελοντές και ΜΚΟ που εναλλάσσονται με περαιτέρω διατάραξη της ομαλότητας και της ρουτίνας τους. Οι εργαζόμενοι γίνονται καθημερινά μάρτυρες περιστατικών όπως τα παιδιά να φεύγουν από το Νοσοκομείο, να εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά, κρίσεις πανικού κ.α. Στο νοσοκομείο Ρεθύμνου δεν υπάρχει μάλιστα παιδοψυχίατρος ή παιδοψυχολόγος για να πλαισιωθεί έστω προσωρινά η φροντίδα των παιδιών.
Το πρόβλημα εντείνεται με τις υποστελεχωμένες κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, των Περιφερειών, των Νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας. Κάθε φορά αναζητούμε ποια υπηρεσία έχει την ευθύνη και φυσικά δεν μπορεί να την αναλάβει καμία, ενώ η ευθύνη του κράτους μένει στο απυρόβλητο.
Οι ελάχιστες κρατικές δομές παιδικής προστασίας, όπου υπάρχουν, είναι χωροταξικά ακατάλληλες, υποστελεχωμένες και υπό την πίεση της υποχρηματοδότησης και των αυξημένων καθηκόντων.
Βέβαια είναι αυτονόητο ότι και οι χώροι περαιτέρω φιλοξενίας των παιδιών πρέπει να έχουν συγκεκριμένες και αυστηρές προδιαγραφές που να εξασφαλίζουν την καλή διαβίωσή τους. Όπως φαίνεται όμως , είναι εξίσου αυτονόητο για την πολιτική που διαχρονικά ασκείται, ότι κάθε είδους ιδιώτες, όπως κι αν λέγονται, φιλάνθρωποι, ΜΚΟ, εκκλησιαστικά ιδρύματα, κλπ., θα συνεχίσουν να εμπλέκονται σε αυτό τον τόσο ευαίσθητο τομέα που αφορά τα παιδιά χωρίς (ή χωρίς κατάλληλη) οικογένεια. Άλλωστε οι όροι που μπορεί να «ελέγξει» κάθε κυβέρνηση για τη λειτουργία των ιδιωτικών δομών είναι το χωροταξικό και η στελέχωσή τους, ενώ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και η διαπαιδαγώγηση των παιδιών είναι στο έλεος κάθε ιδιοκτήτη.
Επί του παρόντος απουσιάζει κάθε σχέδιο πρόληψης για την παιδική προστασία, οι πολιτικές που εφαρμόζονται στέλνουν τα βρέφη και τα παιδιά σε επαγγελματίες αναδόχους, στα αζήτητα των νοσοκομείων ή στα χέρια των ΜΚΟ και των άλλων ιδιωτών στην «καλύτερη» περίπτωση”.
Γι’ αυτό ζητά έναν ενιαίο κρατικό φορέα που θα έχει την ευθύνη για τα παιδιά αυτά, που θα εξασφαλίζει το κατάλληλο περιβάλλον με υποστήριξη από βρεφονηπιοκόμο-παιδαγωγό, παιδοψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό σε κατάλληλους χώρους, για την εξατομικευμένη προετοιμασία, ψυχική και κοινωνική, και επανένταξή τους είτε με αναδοχή ή υιοθεσία, είτε στην οικογένειά τους που θα έχει ωστόσο υποστηριχθεί με κρατική μέριμνα μέσω των κοινωνικών υπηρεσιών.