Κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων: Σάββατο και Δευτέρα οι απολογίες των 21 συλληφθέντων

Οι 21 συλληφθέντες του οργανωμένου κυκλώματος εμπορίας ανθρώπων έλαβαν προθεσμία να απολογηθούν το Σάββατο και τη Δευτέρα, ενώπιον της αρμόδιας ανακρίτριας Ηρακλείου.
Η υπόθεση που έχει προκαλέσει σοκ στην Κρήτη και σε ολόκληρη τη χώρα συνεχίζει να βρίσκεται στο μικροσκόπιο των Αρχών, με βασική κατηγορία τη συγκρότηση φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν στην εργασιακή και οικονομική εκμετάλλευση.
Όπως έχει γράψει το politica.gr, η δράση της οργάνωσης εκτεινόταν από το 2023 έως και σήμερα, με κύρια πεδία δραστηριότητας τις περιοχές Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύμνου, Βοιωτίας και Αττικής, ενώ υπήρχαν διασυνδέσεις και με το εξωτερικό, κυρίως μέσω ελληνικών προξενικών αρχών σε Πακιστάν, Κατάρ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης, συνελήφθησαν -21- μέλη της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία που σχηματίσθηκε για –κατά περίπτωση- διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ένταξη και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργηματικών πράξεων, εμπορία ανθρώπων, διευκόλυνση της εισόδου και παράνομης διαμονής πολίτη τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος από κερδοσκοπία, παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων, πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παράνομη κατακράτηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, απάτη κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, παράβαση του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, σε συνδυασμό με ηθική αυτουργία, περιλαμβάνονται ακόμη -11- άτομα.
Όπως προέκυψε από την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη αστυνομική έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης τουλάχιστον από το έτος 2023, είχαν συστήσει δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, μέσω της εμπορίας ανθρώπων, υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με τη συστηματική καταστρατήγηση της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας.
Η οργάνωση λειτουργούσε υπό το κέλυφος ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, η οποία είχε συσταθεί ήδη από το 2021 και δραστηριοποιούνταν στη συνδυαστική παροχή γραμματειακών και συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών χρηματικής διαμεσολάβησης, παρέχοντας στην πράξη κάλυψη (βιτρίνα) για την τέλεση των παράνομων δραστηριοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέλη της οργάνωσης ανέπτυξαν δίκτυο συνεργατών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ιδίως μέσω ελληνικών προξενικών Αρχών σε Ισλαμαμπάντ, Ντόχα και Άμπου Ντάμπι, μέσω του οποίου προέβαιναν στη συστηματική εισαγωγή πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια και στην υφαρπαγή θεωρήσεων εισόδου.
Η δράση τους περιλάμβανε τη στρατολόγηση αλλοδαπών, κυρίως από χώρες της Ασίας, στους οποίους παρουσίαζαν ψευδώς ότι δύνανται να εξασφαλίσουν νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και αποσπώντας τη συναίνεσή τους με απατηλά μέσα, όπως ψευδείς υποσχέσεις για νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα.
Στη συνέχεια διευκόλυναν την είσοδό τους στη χώρα μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, κάνοντας χρήση εικονικών εργοδοτών και καταρτίζοντας εικονικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς η δηλούμενη εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα.
Για την επίτευξη του σκοπού τους, υπέβαλαν ανακριβή και ψευδή στοιχεία στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να εκδοθούν θεωρήσεις εισόδου και άδειες διαμονής, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ παράλληλα δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, όπως η πραγματική απασχόληση των αλλοδαπών ή η δήλωση μη εμφάνισής τους. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις προέβαιναν και σε εικονική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να δημιουργείται η εικόνα νόμιμης απασχόλησης και να υποστηρίζονται οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης αδειών διαμονής, παραπλανώντας τις αρμόδιες δημόσιες Αρχές και υπηρεσίες.
Μετά την είσοδο των αλλοδαπών στη χώρα, τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν την παραλαβή, μεταφορά και εγκατάστασή τους σε συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειας, κυρίως στους Νομούς Ηρακλείου, Λασιθίου και Ρεθύμνου, αλλά και σε περιοχές της Βοιωτίας και της Αττικής.
Καθοριστικό στοιχείο της δράσης τους αποτελούσε η παρακράτηση των ταξιδιωτικών εγγράφων (διαβατηρίων) των αλλοδαπών σε πολλές περιπτώσεις, με σκοπό την άσκηση ελέγχου και τη δημιουργία σχέσης εξάρτησης αυτών από τα μέλη της οργάνωσης, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης και επιλογής τους.
Παράλληλα, δημιουργούσαν υπέρμετρες οικονομικές υποχρεώσεις σε βάρος τους, τις οποίες οι αλλοδαποί καλούνταν να αποπληρώσουν μέσω της εργασίας τους, τελώντας σε καθεστώς εξάρτησης.
Ακολούθως, οι αλλοδαποί τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας που καθορίζονταν από τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης, υπό καθεστώς εργασιακής εκμετάλλευσης, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων όρων εργασίας και χωρίς την καταβολή των νόμιμων αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών. Επιπλέον, απαιτούνταν από αυτούς η καταβολή χρηματικών ποσών, τόσο για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας εισόδου και παραμονής τους, όσο και για τη συνέχιση της απασχόλησής τους.
Τα παράνομα έσοδα διακινούνταν μέσω καταγραφών και σημειώσεων οικονομικών συναλλαγών, καθώς και μέσω τρίτων προσώπων, καταδεικνύοντας οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα.
Προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχιση της δράσης τους και να αποφεύγουν τον εντοπισμό, τα μέλη της οργάνωσης προέβαιναν συστηματικά σε ενέργειες παραπλάνησης των αρμόδιων Αρχών, μέσω της υποβολής ψευδών δηλώσεων, της χρήσης εικονικών στοιχείων και της έκδοσης αναληθών βεβαιώσεων και πιστοποιητικών.
Η εγκληματική δραστηριότητα της οργάνωσης αναπτύχθηκε σε διακριτούς πυλώνες δράσης, στο πλαίσιο των οποίων διακριβώθηκαν συνολικά εκατοντάδες περιπτώσεις παράνομων ενεργειών.