Μειωμένη ποσότητα και χαμηλότερη ποιότητα για τη φετινή ελαιοπαραγωγή

Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις της ανομβρίας στη φετινή συγκομιδή των ελιών στο Ρέθυμνο και την Κρήτη, με τη λειψυδρία, τις υψηλές θερμοκρασίες και τους παρατεταμένους καύσωνες των τελευταίων ετών να επηρεάζουν καθοριστικά, τόσο την ποιότητα, όσο και την ποσότητα της παραγωγής.
Η ελαιοσυγκομιδή έχει ολοκληρωθεί πλέον σχεδόν σε όλο το νησί, εκτός από ορισμένες περιοχές οι οποίες βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο και σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, η Ανατολική Κρήτη βρίσκεται σε δυσμενέστερη κατάσταση από τη Δυτική, ενώ συνολικά η παραγωγή βρίσκεται σε χαμηλότερα των συνηθισμένων όρια. Κρίσιμος παράγοντας για την ποιότητα παραμένει η οξύτητα, που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις δακοπροσβολές, με τις κλιματικές συνθήκες στην Κρήτη να ευνοούν την ανάπτυξη περισσότερων γενεών δάκου σε σχέση με άλλες περιοχές, γεγονός που καθιστά αναγκαία την έγκαιρη και πλήρη δακοκτονία. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις που καταγράφονται στην έναρξη των ψεκασμών, οι περιορισμένες χρηματοδοτήσεις σε σύγκριση με τα προ μνημονίων επίπεδα και τα προβλήματα στις διαδικασίες προμήθειας των φαρμάκων, καθιστούν την αποτελεσματική δακοκτονία ανέφικτη. Σε επίπεδο παραγωγής τώρα, η συνολική ποσότητα σε όλη την Ελλάδα εκτιμάται κάτω από 200.000 τόνους, ενώ στην Κρήτη οι απώλειες κυμαίνονται, ανά περιοχή, από 40% έως 70%, κυρίως λόγω ανομβρίας. Στο Ρέθυμνο η μείωση υπολογίζεται περίπου στο 50%-60%, με ορισμένους παραγωγούς να καταγράφουν δραστική πτώση σε σχέση με προηγούμενα έτη, όπως επεσήμανε στα «Ρ.Ν.», ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Ρεθύμνου, Γιώργος Κατσανέβας. Οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται κοντά στα 4,80 ευρώ το κιλό, επίπεδο που υπολείπεται του εκτιμώμενου κόστους παραγωγής, το οποίο προσεγγίζει τα 6 ευρώ, λόγω αυξημένων εργατικών και γενικότερων δαπανών. Η πίεση αποδίδεται στις διεθνείς εξελίξεις και στη διακίνηση χύμα ελαιολάδου από μεγάλες εταιρείες, οι οποίες προμηθεύονται φθηνότερες ποσότητες από χώρες όπως η Τυνησία και η Ισπανία. Στο πλαίσιο αυτό, επανέρχεται η συζήτηση για στροφή στην οργανωμένη τυποποίηση και εξαγωγή επώνυμου προϊόντος, μέσω μεγαλύτερων συνεργατικών σχημάτων, με στόχο τη βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των παραγωγών στις διεθνείς αγορές και την αξιοποίηση διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
«Ο νομός Ρεθύμνου έχει χαμηλή παραγωγή, αλλά όχι στον βαθμό άλλων περιοχών»
Σύμφωνα με όσα στοιχεία παρέθεσε στα «Ρ.Ν.», ο Νίκος Μιχελάκης, επιστημονικός συνεργάτης του ΣΕΔΗΚ, στο Ρέθυμνο η ελαιοπαραγωγή υπολογίζεται περίπου στους 9.000 τόνους, στα Χανιά στους 26.000 τόνους, όπως και στο Ηράκλειο, ενώ το Λασίθι καταγράφει ιστορικό χαμηλό στους 7.000 τόνους. «Ο νομός Ρεθύμνου έχει χαμηλή παραγωγή, αλλά όχι στον βαθμό άλλων περιοχών. Η παραγωγή στην Ανατολική Κρήτη είναι αρκετά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της, ενώ η παραγωγή στην Δυτική Κρήτη είναι χαμηλότερη από τα συνήθη όρια που έχουμε κάθε χρόνο, αλλά όχι τόσο χαμηλή όσο στα Ανατολικά», σχολίασε ο κ. Μιχελάκης, Σχολιάζοντας τώρα το κομμάτι της ποιότητας, ο κ. Μιχελάκης επεσήμανε ότι η ποιότητα του ελαιολάδου δεν είναι τόσο εξαιρετική, όσο άλλες χρονιές, γεγονός που οφείλεται στις ανώμαλες, όπως τις χαρακτήρισε καιρικές συνθήκες των τελευταίων ετών. «Φέτος, ενώ συνήθως ήταν πάνω από 90% στην Κρήτη, το τοποθετούμε στο 80% περίπου. Αυτό το ποσοστό είναι πολύ υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες, όπως π.χ. η Ιταλία και η Ισπανία, όπου δεν υπερβαίνει το 50%. Άρα εξακολουθούμε να έχουμε καλή ποιότητα, αλλά όχι εξαιρετική, όπως τα προηγούμενα χρόνια», ανέφερε και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Ο νούμερο ένα παράγοντας που διαμορφώνει την ποιότητα σήμερα θεωρείται ακόμα η οξύτητα του ελαιολάδου, η οποία είναι συνέπεια κυρίως των δακοπροσβολών που υπάρχουν κάθε χρόνο στην Κρήτη, κυρίως από το γνωστό έντομο, που εδώ και χρόνια ταλανίζει, ιδιαίτερα την παραγωγή της Κρήτης».
Αναγκαία η έγκαιρη δακοκτονία
Οι ευνοϊκές εδαφοκλιματικές συνθήκες της Κρήτης για την ανάπτυξη και κυρίως την εξάπλωση του δάκου, απαιτούν μία ειδική και προσεγμένη καταπολέμηση, η οποία δεν γίνεται τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να πλήττεται σημαντικά η παραγωγή, σύμφωνα με τον κ. Μιχελάκη. «Η χρηματοδότηση για τη δακοκτονία από το κράτος είναι ακόμα χαμηλότερη από ότι ήταν στα προ μνημονίων επίπεδα και επομένως δεν επαρκεί για να γίνει σωστά η διαδικασία», ανέφερε. Μάλιστα, εκτός από την ανεπάρκεια στις οικονομικές επιπτώσεις, ο κ. Μιχελάκης επισημαίνει ότι υπάρχει και μία ανεπαρκής αντιμετώπιση εξαιτίας της γραφειοκρατίας. «Η προμήθεια των φαρμάκων δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ολοκληρώνεται στο τέλος της δακοκτονίας, αντί να είναι στην αρχή. Αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα. Δεν μπορούμε να έχουμε τα φάρμακα όταν η δακοκτονία τελειώνει. Κάθε χρόνο αρχίζει η δακοκτονία με τα φάρμακα της προηγούμενης χρονιάς, τα οποία έχουν αποθηκευτεί. Η δακοκτονία αρχίζει περί τα τέλη Μαΐου και όχι περί τα τέλη Ιουνίου, όπως θα έπρεπε», επεσήμανε ο κ. Μιχελάκης. Όπως εξήγησε, ο δάκος εξελίσσεται σε αρκετές γενιές πλέον στην Κρήτη, γεγονός που σηματοδοτεί την ακόμα μεγαλύτερη σημασία και ανάγκη «να φροντίσουμε να μην έχει επιτυχία η πρώτη του γενιά και να μην πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο και ανεξέλεγκτο βαθμό. Θα πρέπει να γίνουν έγκαιρα οι πρώτες παρεμβάσεις και να είναι πλήρεις, να ψεκάζονται τα πάντα, όλοι οι ελαιώνες, χωρίς εξαιρέσεις, γιατί ο δάκος μετακινείται», πρόσθεσε.
Μετάβαση από το «χύμα» στην τυποποίηση μεγάλων συνεταιριστικών μονάδων
Εν τω μεταξύ, σε χαμηλά επίπεδα βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι τιμές του παραγωγού, χαμηλότερα των προηγούμενων ετών, γεγονός που ο κ. Μιχελάκης αποδίδει σε ευρύτερες εξελίξεις στην Ευρώπη και την Μεσόγειο. «Υψηλή παραγωγή φέτος έχει μόνο η Τυνησία και σε ένα μεγάλο βαθμό η Ισπανία, τα υπόλοιπα κράτη έχουν χαμηλότερες παραγωγές. Όμως η διακίνηση του χύμα ελαιολάδου, όπως γίνεται και με το δικό μας σε μεγάλο βαθμό, γίνεται συνήθως από μεγάλες ιταλικές και ισπανικές εταιρείες που προτιμούν να αγοράζουν από την Τυνησία, που έχει χαμηλό κόστος παραγωγής. Επομένως δεν έχουν ιδιαίτερο λόγο να έρθουν στην Κρήτη να αγοράζουν λάδι με 5 και 6 ευρώ, όταν μπορούν να το βρουν στην Τυνησία με περίπου την μισή τιμή», εξήγησε ο κ. Μιχελάκης. Με γνώμονα την παραπάνω συνθήκη, μία λύση που προτείνεται έχει να κάνει με τον περιορισμό της διακίνησης χύμα λαδιού και τη στροφή προς την οργανωμένη τυποποίηση. «Υπήρχε κάποτε ένα σλόγκαν: «από το χύμα στην τυποποίηση». Αυτό εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά όταν λέμε τυποποίηση δεν εννοούμε να βάλουμε το λάδι σε κάποια μπουκάλια, με μια ετικέτα απέξω, το θέμα είναι να το πουλήσουμε», πρότεινε ο κ. Μιχελάκης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι οι δυνατότητες απορρόφησης λαδιού στο εσωτερικό της χώρας είναι περιορισμένες, λόγω ιδιοπαραγωγής και ιδιοκατανάλωσης. «Πρέπει λοιπόν να το εξάγουμε και πρέπει να κάνουμε αυτό το οποίο κάνουν επί χρόνια μόνοι τους, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί. Δεν είμαστε εμείς τόσο κατώτεροι, για να μην μπορούμε να οργανωθούμε και να πουλήσουμε οι ίδιοι το λάδι μας, αλλά περιμένουμε να το πουλήσουν άλλοι. Αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση», ανέφερε. Προκειμένου να εξασφαλιστούν οι ώριμες συνθήκες και το αναγκαίο υποστηρικτικό δίκτυο για την τυποποίηση, ο κ. Μιχελάκης τόνισε ότι πρέπει να διαμορφωθούν συνεταιριστικές μονάδες υψηλής δυναμικότητας. «Δεν αρκεί να έχουμε στην Κρήτη μόνο πάρα πολλές μονάδες οι οποίες τυποποιούν, αλλά αυτές να είναι μικρής δυναμικότητας. Πρέπει να υπάρξουν μεγάλες μονάδες. Εμείς προτείνουμε οι μονάδες αυτές να είναι συναιτερικής μορφής, για να μένουν τα χρήματα που θα αποκτηθούν από την υπεραξία της τυποποίησης στους συνεταιρισμούς και άρα στους παραγωγούς», σημείωσε.
Ανοιχτό ενδεχόμενο για διεκδίκηση αποζημιώσεων στην ελαιοπαραγωγή
Παράλληλα στη Διαδικτυακή συνάντηση εργασίας που πραγματοποιήθηκε τις προηγούμενες ημέρες την προεδρία του αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Οικονομίας Σταύρου Τζεδάκη με την ειδική επιστημονική ομάδα τέθηκε στο τραπέζι τις συζήτησης η διαχείριση των εκτεταμένων προβλημάτων που προκλήθηκαν στην καλλιέργεια ελιάς στην Κρήτη λόγω των κλιματολογικών συνθηκών που επικράτησαν κατά την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή ελαιολάδου καθώς και το ενδεχόμενο σύνταξης σχετικού φακέλου για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων υπέρ των ελαιοπαραγωγών.
Όπως αναφέρεται σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα της Περιφέρειας Κρήτης, κατά τη διάρκεια της σύσκεψης εξετάστηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία και οι καταγραφές από τις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικά με τις επιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στην ελαιοκαλλιέργεια σε όλη την Κρήτη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, τη λειψυδρία και τις ασυνήθιστες μεταβολές των καιρικών φαινομένων, οι οποίες επηρέασαν την ανθοφορία, την καρπόδεση και τελικά τη συνολική παραγωγή ελαιολάδου.
Παράλληλα, συζητήθηκε η ανάγκη επιστημονικής τεκμηρίωσης των ζημιών, με στόχο την αξιόπιστη αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης λαμβάνοντας όλα τα κλιματολογικά δεδομένα ανά περιφερειακή ενότητα. Τονίστηκε η σημασία της συνεργασίας μεταξύ της Περιφέρειας Κρήτης, του περιφερειακού κέντρου προστασίας φυτών, ποιοτικού και φυτοϋγειονομικού ελέγχου, των πανεπιστημιακών και επιστημονικών φορέων (ΕΛΜΕΠΑ, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, ΓΕΩΤΕΕ) καθώς και του ασφαλιστικού οργανισμού (ΕΛΓΑ), προκειμένου να διερευνηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία στήριξης των παραγωγών, τόσο σε επίπεδο αποζημιώσεων όσο και σε επίπεδο προσαρμογής της καλλιέργειας στα νέα κλιματικά δεδομένα, μέσα από πρακτικές ανθεκτικότητας και βιώσιμης διαχείρισης.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αντιπεριφερειάρχης κλιματικής αλλαγής και βιώσιμης κινητικότητας Γιάννης Αναστασάκης, η εντεταλμένη περιφερειακή σύμβουλος στον πρωτογενή τομέα στην Περιφερειακή Ενότητα Χανίων Χρυσάνθη Χαριτάκη – Μακράκη, ο γενικός διευθυντής αγροτικής οικονομίας και ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης Κώστας Φωτάκης και οι προϊστάμενοι των διευθύνσεων Αγροτικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης από κάθε Περιφερειακή Ενότητα και η διευθύντρια κλιματικής αλλαγής Ευγενία Στυλιανού. Από το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο συμμετείχαν ο πρόεδρος του τμήματος γεωπονίας Μανόλης Ροδιτάκης και οι καθηγητές Μανόλης Μαρκάκης και Μανόλης Καμπουράκης, ενώ από τον ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ ο διευθυντής του ινστιτούτου Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου Γιώργος Ψαρράς και ο Νεκτάριος Κουργιαλάς. Επίσης συμμετείχαν η πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του ΓΕΩΤΕΕ Παραρτήματος Κρήτης Άννα Δασκαλάκη και ο διευθυντής του Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων Κρήτης Νίκος Δασκαλάκης.
Πηγή: rethnea.gr