Στο εξαφανισμένο κινητό της Ελευθερίας κρύβονται κρίσιμα στοιχεία – Το ψηφιακό αποτύπωμα που εξετάζουν οι Αρχές
Δημοσιεύτηκε στις 24/04/2026 18:30

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Η Δολοφονία της 43χρονης από τον 40χρονο έχει αφήσει κάποια αναπάντητα ερωτήματα. Ο νεκρός άνδρας, εξαφάνισε το κινητό αμέσως μετά την εν ψυχρώ δολοφονία και όσο σχεδίαζε το άλλοθι και την προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών. Είναι οι σκέψεις που έχουν στην «άκρη» του μυαλού τους οι ερευνητές της Ασφάλειας Ηρακλείου. «Το εξαφάνισε για να κρύψει σημαντικά στοιχεία όσο σχεδίαζε τη παραπλάνηση των αρχών» , τι έκρυβε όμως το κινητό της 43χρονης;
Νέα δεδομένα, με ιδιαίτερη βαρύτητα για την εξέλιξη της υπόθεσης, έρχονται στο φως γύρω από τη δολοφονία της 43χρονης Ελευθερίας Γιακουμάκη, με το ενδιαφέρον των Αρχών να στρέφεται πλέον στο εξαφανισμένο κινητό τηλέφωνο της άτυχης γυναίκας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα ψηφιακά δεδομένα που περιείχε η συσκευή ενδέχεται να κρύβουν στοιχεία-«κλειδί», τα οποία θα μπορούσαν να φωτίσουν τόσο το κίνητρο όσο και τις ακριβείς συνθήκες που οδήγησαν στο έγκλημα.
Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι στο κινητό υπήρχαν καταγεγραμμένες πληροφορίες σχετικές με την παρακολούθηση της 43χρονης, αλλά και ενδεχομένως επιπλέον ευρήματα που ο δράστης φέρεται να ήθελε να εξαφανίσει. «Η έρευνα δεν έχει τελειώσει» λένε αστυνομικές πηγές καθώς ο φάκελος της στυγνής δολοφονίας δεν «περιέχει» το φονικό όπλο κι φυσικά τα κινητά τους τηλέφωνα.
Πηγές αναφέρουν ότι η 43χρονη είχε αντιληφθεί εδώ και περίπου δύο μήνες πως ο πρώην σύντροφός της την παρακολουθούσε συστηματικά, χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους.
Μεταξύ αυτών, φέρεται να ήταν και η τοποθέτηση GPS tracker στο όχημά της, μέσω του οποίου μπορούσε να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τη θέση και τις κινήσεις της. Τα δεδομένα αυτής της παρακολούθησης εκτιμάται ότι καταγράφονταν και αποθηκεύονταν, δημιουργώντας ένα ψηφιακό ίχνος.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο κινητό της 43χρονης υπήρχαν και άλλα στοιχεία, τα οποία ενδέχεται να αποτέλεσαν αιτία έντασης μεταξύ των δύο. Το μοιραίο ραντεβού φαίνεται να συνδέεται με αυτή τη διάσταση της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει αποσαφηνιστεί πλήρως τι ακριβώς προηγήθηκε. Οι αστυνομικοί εξετάζουν όλα τα πιθανά σενάρια, προσπαθώντας να ανασυνθέσουν το πλαίσιο που οδήγησε στη συνάντηση και τελικά στην τραγική κατάληξη.
Το εξαφανισμένο κινητό παραμένει κρίσιμο ζητούμενο για τις Αρχές, καθώς εκτιμάται ότι μπορεί να αποκαλύψει όχι μόνο το εύρος της παρακολούθησης, αλλά και πιθανές επικοινωνίες, μηνύματα ή αρχεία που θα συμπληρώσουν το παζλ της υπόθεσης.
«Πέρνα μια βόλτα να τα πούμε» – Το τηλεφώνημα που τον αιφνιδίασε
Καθοριστική για τις εξελίξεις υπήρξε και η κίνηση των αστυνομικών της Ασφάλειας Ηρακλείου να καλέσουν τον 40χρονο για νέα, συμπληρωματική κατάθεση. Οι έμπειροι αξιωματικοί είχαν ήδη εντοπίσει ασυνέπειες και κενά στα όσα είχε αναφέρει αρχικά, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα διαδοχικά τηλεφωνήματα προς τον 40χρονο, με φράσεις όπως «πέρνα μια βόλτα να τα πούμε», φαίνεται να τον έφεραν σε κατάσταση έντονου άγχους. Ο ίδιος εκτιμάται ότι αντιλήφθηκε πως οι Αρχές τον είχαν πλέον στο μικροσκόπιο, γεγονός που φέρεται να πυροδότησε πανικό.
Οι κινήσεις του μετά τη δολοφονία, όπως έχουν καταγραφεί, παραπέμπουν σε μια προσπάθεια διαχείρισης της κατάστασης υπό πίεση, με στοιχεία που συνδυάζουν οργάνωση αλλά και βεβιασμένες επιλογές.
Η αυτοκτονία και ο φόβος αποκάλυψης
Η κρίσιμη καμπή φαίνεται να ήρθε όταν κλήθηκε εκ νέου να εμφανιστεί στο Αστυνομικό Τμήμα. Εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών, ο 40χρονος θεώρησε πως η έρευνα είχε φτάσει πολύ κοντά στην αλήθεια.
Λίγο αργότερα, κατευθύνθηκε σε απομονωμένο εκκλησάκι, όπου και έβαλε τέλος στη ζωή του με χρήση κοντόκανης καραμπίνας. Η πράξη του αποδίδεται σε πανικό και στην πεποίθηση ότι δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί τις συνέπειες των πράξεών του.
Παράλληλα, ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ενδέχεται να έχει αφήσει πίσω του κάποιο σημείωμα, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως.
Σε εξέλιξη οι έρευνες – Στο επίκεντρο όπλο και ψηφιακά ευρήματα
Οι έρευνες των Αρχών συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς, με δύο βασικούς άξονες: τον εντοπισμό του όπλου της δολοφονίας και την ανάκτηση κρίσιμων ψηφιακών δεδομένων.
Το όπλο, που εκτιμάται ότι ήταν πιστόλι διαμετρήματος 9 χιλιοστών, αποτελεί κομβικό στοιχείο για την πλήρη τεκμηρίωση της υπόθεσης. Την ίδια στιγμή, η ανεύρεση και ανάλυση του κινητού τηλεφώνου της 43χρονης θεωρείται εξίσου καθοριστική, καθώς μπορεί να αποκαλύψει πτυχές που μέχρι σήμερα παραμένουν στο σκοτάδι.
Το χρονικό της δολοφονίας
• 11:00 π.μ. – Η 43χρονη συναντά τον 38χρονο στο παρεκκλήσι στις Δάφνες.
• Λίγο μετά – Δέχεται πυροβολισμό εξ επαφής στο κεφάλι, ενώ βρίσκεται στη θέση του οδηγού. Ο δράστης φέρεται να είναι όρθιος, εκτός του οχήματος, δίπλα στο παράθυρο.
• Σύμφωνα με πληροφορίες – Οι Αρχές εκτιμούν ότι χρησιμοποιήθηκε πιστόλι, με το τραύμα να αποδίδεται σε βολίδα, πιθανότατα διαμετρήματος 9 χιλιοστών.
• Αμέσως μετά – Μεταφέρει τη σορό στο πίσω κάθισμα και την καλύπτει με ύφασμα/χαλί, επιχειρώντας να εξαφανίσει ίχνη.
• 12:00 μ.μ. περίπου – Καταγράφεται να κινείται πεζός στην επαρχιακή οδό και να καλεί ταξί, απομακρυνόμενος από το σημείο.
• Λίγη ώρα αργότερα – Επιστρέφει με το προσωπικό του όχημα, δείχνοντας οργανωμένη δεύτερη φάση κινήσεων.
• Στη συνέχεια – Παίρνει το αυτοκίνητο της 43χρονης και κατευθύνεται προς απομονωμένη περιοχή.
• Αργότερα – Εγκαταλείπει το όχημα στην Αγία Βαρβάρα, με τη σορό κρυμμένη, προσπαθώντας να καθυστερήσει τον εντοπισμό.
• Μετά την αποχώρηση – Φεύγει πεζός, καλεί εκ νέου ταξί και επιστρέφει στο σημείο όπου είχε αφήσει το δικό του αυτοκίνητο.
• Ώρες μετά – Στέλνεται μήνυμα από το κινητό της («θα σε καλέσω αργότερα»), στοιχείο που ενισχύει το σενάριο παρέμβασης τρίτου προσώπου.
• 21 Απριλίου, απόγευμα – Ο δράστης εντοπίζεται νεκρός, έχοντας αυτοπυροβοληθεί.