Η οικονομία των ρεκόρ και η κοινωνία της ακρίβειας

Δημοσιεύτηκε στις 21/06/2026 18:45

Η οικονομία των ρεκόρ και η κοινωνία της ακρίβειας
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η ελληνική οικονομία παράγει σήμερα περισσότερα κέρδη, περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για τα νοικοκυριά. Ο πληθωρισμός του Μαΐου στο 5,2% και η κινητοποίηση της κυβέρνησης για μια νέα συμφωνία τιμών με τη βιομηχανία και τα σούπερ μάρκετ δείχνουν ότι η μάχη με το κόστος ζωής μόνο λήξασα δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Ο πληθωρισμός ξαναχτυπά καμπανάκι

Ο πληθωρισμός του Μαΐου λειτούργησε ως μία ακόμη υπενθύμιση ότι το πρόβλημα του κόστους ζωής παραμένει επίμονο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 5,2% σε ετήσια βάση, καταγράφοντας αισθητή επιτάχυνση σε σχέση με έναν χρόνο πριν και παραμένοντας πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Πίσω από τον γενικό δείκτη, όμως, διαμορφώνεται μια εικόνα που εξηγεί γιατί η αίσθηση της ακρίβειας παραμένει τόσο έντονη. Οι μεγαλύτερες πιέσεις προέρχονται από κατηγορίες δαπανών που επηρεάζουν άμεσα και καθημερινά τα νοικοκυριά. Η στέγαση κατέγραψε ετήσια αύξηση 11,6%, οι μεταφορές 11,5%, ενώ οι υπηρεσίες ξενοδοχείων, καφέ και εστιατορίων αυξήθηκαν κατά 8,5%. Στα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά η αύξηση περιορίστηκε στο 3,5%, γεγονός που δείχνει ότι η ακρίβεια δεν εντοπίζεται πλέον αποκλειστικά στο καλάθι του σούπερ μάρκετ.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα επιμέρους στοιχεία. Τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 7,7%, η αμόλυβδη βενζίνη κατά 21,5%, το πετρέλαιο κίνησης κατά 24,4%, το φυσικό αέριο κατά 21%, ενώ τα ασφάλιστρα υγείας συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με αύξηση 7%. Πρόκειται για δαπάνες που δύσκολα μπορούν να περιοριστούν από τα νοικοκυριά, γεγονός που εξηγεί γιατί η αίσθηση της πίεσης παραμένει ισχυρή ακόμη και όταν ο πληθωρισμός των τροφίμων εμφανίζεται αισθητά χαμηλότερος από τα επίπεδα της περιόδου 2022-2023.

Γιατί οι πολίτες δεν βλέπουν τη βελτίωση

Η αντίφαση αποτυπώνεται καθαρά και στα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ για τις πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα. Παρά τη σημαντική βελτίωση των βασικών οικονομικών δεικτών την τελευταία δεκαετία, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών παραμένει πολύ πιο αρνητική. Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία ή με μεγάλη δυσκολία. Το ποσοστό φτάνει το 68%, έναντι μόλις 19% στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις στην Ευρώπη.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται τέταρτη στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως προς την εισοδηματική ανισότητα, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει στο 8,8% το 2025 από 24,9% το 2015, ενώ ο δείκτης Gini, το βασικό μέτρο εισοδηματικής ανισότητας, μειώθηκε στο 31,6% από 34,2% την ίδια περίοδο. Ωστόσο, το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει πλέον το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος της τελευταίας εικοσαετίας, εξέλιξη που οι ερευνητές θεωρούν ενδεικτική νέων γραμμών ανισότητας που διαμορφώνονται μετά την πανδημία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η στέγαση βρέθηκε και πάλι στην κορυφή των πληθωριστικών πιέσεων τον Μάιο, με ετήσια αύξηση 11,6%. Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος εξακολουθούν να δαπανούν περίπου το 60% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες. Παράλληλα, για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα το ποσοστό όσων δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγαση κυμαίνεται μεταξύ 68% και 93%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση κινείται περίπου μεταξύ 35% και 40%.

Αντίστοιχα ανησυχητική είναι η εικόνα στην υγεία. Την ώρα που τα ασφάλιστρα υγείας αυξήθηκαν κατά 7% μέσα σε έναν χρόνο, η μελέτη καταγράφει ότι το 32% των πολιτών στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δηλώνει ότι δεν μπόρεσε να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες του για ιατρική περίθαλψη, έναντι μόλις 10% στα υψηλότερα εισοδήματα.

Παράλληλα, το 30% των πολιτών στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας, έναντι 18% στο υψηλότερο.

Με άλλα λόγια, η ακρίβεια δεν επηρεάζει πλέον μόνο την κατανάλωση. Επηρεάζει τη δυνατότητα ενός νοικοκυριού να στεγαστεί, να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και τελικά να βελτιώσει τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Κι αυτό εξηγεί γιατί η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθημα ευημερίας για ένα μεγάλο μέρος των πολιτών.

Κέρδη σε ιστορικά υψηλά

Την ίδια στιγμή, οι αριθμοί δείχνουν ότι η άλλη πλευρά της οικονομίας συνεχίζει να κινείται με εντελώς διαφορετικές ταχύτητες. Το 2025 εξελίχθηκε σε μία από τις καλύτερες χρονιές των τελευταίων δεκαετιών για τις ελληνικές εισηγμένες επιχειρήσεις, οι οποίες έκλεισαν τη χρήση με καθαρά κέρδη ύψους 12,1 δισ. ευρώ, έναντι 11,48 δισ. ευρώ το 2024.

Τα λειτουργικά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 16 δισ. ευρώ, ενώ οι διανομές μερισμάτων έφτασαν τα 6,1 δισ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στις εισηγμένες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά περίπου 6,6% το 2025, ενώ το περιθώριο κέρδους διαμορφώθηκε στο 27,3%, υψηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα. Την ίδια στιγμή, οι αντίστοιχοι ρυθμοί αύξησης στην Ευρωζώνη κινούνταν κοντά στο 3%-4%, γεγονός που δείχνει ότι η ελληνική επιχειρηματική κερδοφορία αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι τράπεζες παρέμειναν ο μεγαλύτερος συνεισφέρων στην κερδοφορία της αγοράς, επωφελούμενες από το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων των τελευταίων ετών. Συνολικά κατέγραψαν κέρδη περίπου 5,5 δισ. ευρώ. Σημαντική κερδοφορία όμως είχαν επίσης μεγάλοι ενεργειακοί και βιομηχανικοί όμιλοι. Η Coca-Cola HBC εμφάνισε καθαρά κέρδη 940,4 εκατ. ευρώ, η Motor Oil 647,5 εκατ. ευρώ, ο ΟΤΕ 501,1 εκατ. ευρώ, η Jumbo 320,3 εκατ. ευρώ και η ΔΕΗ 295 εκατ. ευρώ. Στις πρώτες θέσεις βρέθηκαν επίσης η ΤΙΤΑΝ με 236,3 εκατ. ευρώ, η Viohalco με 235,4 εκατ. ευρώ και ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών με 207,3 εκατ. ευρώ.

Ακόμη πιο εντυπωσιακές ήταν οι επιδόσεις σε όρους μεταβολής κερδών. Η Motor Oil αύξησε την κερδοφορία της κατά 128,5%, η ΔΕΗ κατά 94,3% και η Viohalco κατά 46,1%, ενώ η Coca-Cola HBC κατέγραψε άνοδο 14,6%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η δυναμική της ελληνικής επιχειρηματικής κερδοφορίας παρέμεινε ισχυρή παρά το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και τις διεθνείς αβεβαιότητες.

Μάλιστα τα αποτελέσματα α’ τριμήνου του 2026 δείχνουν ότι η τάση συνεχίζεται παρά τη διεθνή αβεβαιότητα. Εκτός από τους ενεργειακούς και βιομηχανικούς ομίλους, ισχυρές επιδόσεις ανακοίνωσαν και επιχειρήσεις που βρίσκονται πιο κοντά στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Η Aegean αύξησε τον κύκλο εργασιών της κατά 5% και το EBITDA στα 46,6 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο, σε μια περίοδο όπου οι αερομεταφορές εξακολουθούν να καταγράφουν υψηλή ζήτηση. Η Coca-Cola HBC συνέχισε επίσης να εμφανίζει ισχυρή ανάπτυξη, ενώ οι τράπεζες διατήρησαν υψηλή κερδοφορία παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

Η παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μεταξύ των κλάδων που πρωταγωνιστούν στην κερδοφορία βρίσκονται τομείς που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με βασικές συνιστώσες του κόστους ζωής, όπως η ενέργεια, τα καύσιμα, οι μεταφορές και η χρηματοδότηση. Δεν πρόκειται ασφαλώς για απόδειξη αιτιώδους σχέσης με τις ανατιμήσεις. Δείχνει όμως ότι την ώρα που τα νοικοκυριά συνεχίζουν να πιέζονται από το κόστος στέγασης, μετακίνησης και υγείας, σημαντικά τμήματα της επιχειρηματικής οικονομίας εξακολουθούν να κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κερδοφορίας.

Η αναζήτηση μιας νέας συμφωνίας

Η επιμονή της ακρίβειας αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση. Παρά τη βελτίωση των περισσότερων οικονομικών δεικτών, στο Μέγαρο Μαξίμου αναγνωρίζουν ότι το κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πρόβλημα των νοικοκυριών και τον σημαντικότερο παράγοντα που διαμορφώνει το οικονομικό κλίμα στην κοινωνία.

Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει νέος κύκλος επαφών μεταξύ του υπουργείου Ανάπτυξης, της βιομηχανίας τροφίμων και του οργανωμένου λιανεμπορίου. Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έχει πραγματοποιήσει διαδοχικές συναντήσεις με εκπροσώπους του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) και της Ενωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, αναζητώντας μια συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μειώσεις τιμών σε βασικά είδη διαβίωσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η φιλοσοφία των συζητήσεων δεν αφορά μία ακόμη λίστα προϊόντων με περιορισμένο αντίκτυπο, αλλά παρεμβάσεις σε κατηγορίες που έχουν ουσιαστικό βάρος στις δαπάνες των νοικοκυριών. Η κυβέρνηση επιδιώκει μια συμφωνία με μετρήσιμο αποτέλεσμα για τον καταναλωτή, ενώ από την πλευρά τους οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ διαμηνύουν ότι οποιαδήποτε μείωση τιμών αποφασιστεί από τη βιομηχανία θα περάσει άμεσα στο ράφι και, όπου υπάρχουν περιθώρια, θα ενισχυθεί περαιτέρω μέσα από τις δικές τους εμπορικές πολιτικές και προσφορές.

Η προσπάθεια αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παρεμβάσεων που εφαρμόζονται ήδη τα τελευταία χρόνια στην αγορά. Μόλις πριν από λίγες ημέρες η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή επέβαλε στη Nestlé Hellas πρόστιμο ύψους 2,99 εκατ. ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει ανακοινωθεί μέχρι σήμερα στο πλαίσιο των ελέγχων για το ανώτατο επιτρεπόμενο περιθώριο κέρδους. Η παράβαση αφορούσε 48 κωδικούς προϊόντων στις κατηγορίες καφέ, σοκολάτας και βρεφικών τροφών. Είχαν προηγηθεί πρόστιμα 1,76 εκατ. ευρώ στη ΦΑΓΕ, 512.551 ευρώ στην KAFEA TERRA, καθώς και κυρώσεις σε εταιρείες όπως η Jacobs Douwe Egberts, η PepsiCo Hellas και η Ferrero.

Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι ο συνδυασμός πλαφόν, ελέγχων και προστίμων λειτούργησε αποτρεπτικά απέναντι σε ανατιμήσεις που διαφορετικά θα είχαν περάσει στις τελικές τιμές των προϊόντων. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα του μέτρου και θεωρούν ότι το πλαφόν δημιουργεί στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς.

Η βιομηχανία τροφίμων, πάντως, απορρίπτει τόσο την άποψη ότι αποτελεί την κύρια πηγή των σημερινών πληθωριστικών πιέσεων όσο και τη γενικευμένη κριτική που δέχεται το τελευταίο διάστημα. Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ Ιωάννης Γιώτης υποστήριξε πρόσφατα ότι οι ανατιμήσεις προέρχονται κυρίως από τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως τα φρούτα, τα λαχανικά, το κρέας και τα ψάρια, και όχι από τα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα. Μάλιστα επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο δείκτης τιμών στα τυποποιημένα τρόφιμα παραμένει μηδενικός ή ακόμη και αρνητικός τους τελευταίους 16 μήνες, υποστηρίζοντας ότι η βιομηχανία λειτουργεί ως ανάχωμα στις πληθωριστικές πιέσεις.

Το πλαφόν δεν φεύγει ακόμη

Οι συζητήσεις με τη βιομηχανία και το λιανεμπόριο συνδέονται άμεσα με το μέλλον του μέτρου που εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια αποτελεί το βασικό εργαλείο παρέμβασης της κυβέρνησης στην αγορά: το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Αν και τυπικά η ισχύς του λήγει στις 30 Ιουνίου, όλα δείχνουν ότι η κατάργησή του μετατίθεται για αργότερα.

Το μέτρο αποτελεί διαχρονικά σημείο τριβής με την αγορά, καθώς τόσο οι βιομηχανίες όσο και οι αλυσίδες λιανεμπορίου υποστηρίζουν ότι δημιουργεί στρεβλώσεις και δεν συνάδει με τις συνθήκες μιας κανονικής αγοράς.

Ωστόσο, από την πλευρά της κυβέρνησης θεωρείται ότι εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής ακραίων ανατιμήσεων σε μια περίοδο όπου οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η προοπτική μη παράτασης του πλαφόν αποτέλεσε εξαρχής ένα από τα βασικά κίνητρα που τέθηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τη βιομηχανία και το λιανεμπόριο. Η λογική ήταν ότι μια ουσιαστική συμφωνία με μετρήσιμες μειώσεις τιμών θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την οριστική απόσυρση ενός έκτακτου μέτρου που εφαρμόζεται από το 2022. Ωστόσο, οι μέχρι στιγμής ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι το πιθανότερο σενάριο είναι η παράταση του πλαφόν τουλάχιστον έως το τέλος του καλοκαιριού, με νέα αξιολόγηση της κατάστασης τον Σεπτέμβριο. Κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία μέσα στις επόμενες εβδομάδες, το αποτύπωμά της στις τιμές θα χρειαστεί χρόνο για να φανεί στην αγορά και πολύ δύσκολα θα γίνει αισθητό πριν από το τέλος της θερινής περιόδου.

Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν η συμφωνία προχωρήσει, η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν οι καταναλωτές δουν τελικά ουσιαστική διαφορά στο πορτοφόλι τους. Γιατί τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της πληθωριστικής κρίσης, η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό κριτήριο με το οποίο οι πολίτες αξιολογούν την πορεία της οικονομίας.

newmoney.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook