Κ. Λουκόπουλος – Αντιστράτηγος ε.α: «Ο κ. Μητσοτάκης κάνει άσκοπες συναντήσεις στην Άγκυρα, μη τυχόν και γίνει η στραβή στη βάρδια της διακυβέρνησής του»

Σε μια συνέντευξη με έντονο στρατηγικό, γεωπολιτικό και πολιτικό βάθος, ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α. και έμπειρος αναλυτής διεθνών και αμυντικών ζητημάτων, μίλησε στον Politica 89,8 και στον Χρήστο Κώνστα, στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά», σκιαγραφώντας με αιχμηρό λόγο τη στρατηγική –ή την απουσία στρατηγικής, όπως τη χαρακτήρισε– της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην Τουρκία.
Με αφορμή την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Άγκυρα, ο κ. Λουκόπουλος αμφισβήτησε ευθέως το αφήγημα περί «ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας» και «ήρεμων νερών», κάνοντας λόγο για συναντήσεις κορυφής χωρίς ουσιαστικό πολιτικό και εθνικό αποτύπωμα.

Άσκοπες συναντήσεις χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα
Ο Αντιστράτηγος ε.α. ξεκαθάρισε εξαρχής ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας Ελλάδας–Τουρκίας ουδέποτε έκλεισαν, ούτε σε διπλωματικό ούτε σε στρατιωτικό επίπεδο. Όπως τόνισε, τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας βρίσκονται σε διαρκή επαφή, ενώ επικοινωνία υπάρχει και μεταξύ επιχειρησιακών διοικητών των Ενόπλων Δυνάμεων. Υπό αυτό το πρίσμα, διερωτήθηκε ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα των συναντήσεων κορυφής, όταν από αυτές δεν προκύπτει κανένα απτό αποτέλεσμα για την ελληνική πλευρά.
Αναφερόμενος στη Διακήρυξη των Αθηνών περί «καλής γειτονίας και φιλίας», υποστήριξε ότι η Τουρκία αξιοποίησε πολιτικά τη συμφωνία για να εμφανιστεί διεθνώς ως δύναμη συνεννόησης, χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω από τις πάγιες, αναθεωρητικές της θέσεις. Αντιθέτως, όπως σημείωσε, η Άγκυρα συνέχισε να επαναφέρει συστηματικά την ατζέντα των μονομερών και αυθαίρετων απαιτήσεών της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η «ήρεμη θάλασσα» και τα ισχυρά ρεύματα από κάτω
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα πρόσφατα γεγονότα με τη NAVTEX και την υπόθεση της Κάσου, τα οποία χαρακτήρισε ενδεικτικά μιας «μη κανονικής κανονικότητας» που επιχειρεί να εμπεδώσει η Τουρκία. Όπως εξήγησε, μέσα από τεχνικές και φαινομενικά ουδέτερες κινήσεις, η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει de facto διχοτομικές λογικές στο Αιγαίο, θέτοντας ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ο κ. Λουκόπουλος προειδοποίησε ότι τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» δεν είναι στάσιμα, αλλά κάτω από την επιφάνειά τους κινούνται ισχυρά ρεύματα τουρκικού αναθεωρητισμού και ηγεμονισμού. Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα εμφανίζεται διεθνώς να αρνείται τη συζήτηση «διαφορών», ενώ η Τουρκία έχει καταφέρει να επιβάλει τον όρο «διαφορές» στον διεθνή λόγο, μετατοπίζοντας σταδιακά το πλαίσιο της συζήτησης.
«Να μη γίνει η στραβή στη βάρδια μας»
Στο πιο πολιτικά αιχμηρό σημείο της συνέντευξης, ο Αντιστράτηγος ε.α. υποστήριξε ότι η κεντρική επιδίωξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι να αποφευχθεί οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της θητείας της. Όπως χαρακτηριστικά συμφώνησε , «πουλάμε συναντήσεις για να αγοράζουμε ήρεμα νερά», περιγράφοντας μια πολιτική κατευνασμού που δεν συνοδεύεται από μακροπρόθεσμη στρατηγική ισχυροποίησης της χώρας.
Ξεκαθάρισε ότι η ισχυροποίηση δεν εξαντλείται στους εξοπλισμούς, αλλά περιλαμβάνει θεσμική θωράκιση, στρατηγικές συμμαχίες και σαφή οριοθέτηση εθνικών στόχων. Αντίθετα, όπως είπε, η Ελλάδα κινείται με πυροσβεστικού τύπου τακτικισμούς, χωρίς συνεκτική στρατηγική απέναντι σε μια Τουρκία που διαχειρίζεται τις εντάσεις ελεγχόμενα και κατά το δοκούν εδώ και δεκαετίες.
Ενέργεια, αμερικανικός παράγοντας και γεωπολιτικό timing
Ο κ. Λουκόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στο ενεργειακό σκέλος και στον ρόλο των μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, επισημαίνοντας το χρονικό συγχρονισμό της συνάντησης Μητσοτάκη–Ερντογάν με τις εξελίξεις γύρω από τις έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Υπογράμμισε ότι οι πολυεθνικές αυτές λειτουργούν ως «κράτη εν κράτει» και συχνά διαμορφώνουν γεωπολιτικές ισορροπίες, ανεξάρτητα από τις επιμέρους εθνικές επιδιώξεις.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο αμερικανικός παράγοντας να επιχειρήσει, άμεσα ή έμμεσα, να φέρει Ελλάδα και Τουρκία στο ίδιο τραπέζι συζήτησης για ζητήματα που σήμερα η Αθήνα θεωρεί εκτός ατζέντας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ελληνικά συμφέροντα.
Στρατηγικό κενό και ανοιχτά ερωτήματα
Κλείνοντας, ο Αντιστράτηγος ε.α. έθεσε το κεντρικό ερώτημα που, όπως είπε, παραμένει αναπάντητο: ποια είναι η στρατηγική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία; Πέρα από τη διαχείριση της καθημερινότητας και την αποφυγή κρίσεων, δεν διακρίνει –όπως ανέφερε– ένα σαφές, μακροπρόθεσμο σχέδιο που να απαντά στον τουρκικό αναθεωρητισμό και να κατοχυρώνει έμπρακτα τα εθνικά συμφέροντα.