Μ.Διακάκης -Καθ.Φυσικών Καταστροφών :«Το πιο αποδοτικό μέτρο είναι οι κατεδαφίσεις-Δεν ήταν ούτε πρωτοφανής ούτε εξαιρετικά σπάνια η βροχή»

«Το πιο αποδοτικό μέτρο είναι η κατεδάφιση και η διάνοιξη. Ο σωστός τρόπος για να προστατευτούμε απολύτως είναι η διάνοιξη του ρέματος στον χώρο που είχε πριν. Το ξέρουμε όλοι ότι είναι δύσκολο, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση».
Με αυτή την εξαιρετικά καθαρή και δύσκολη ταυτόχρονα διαπίστωση ο Επίκουρος Καθηγητής Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Διακάκης, περιέγραψε στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά», μία από τις βασικές αιτίες πίσω από τις επαναλαμβανόμενες πλημμυρικές καταστροφές: επί δεκαετίες ο άνθρωπος έχει καταλάβει τον χώρο του νερού και τώρα αναζητά τεχνικές λύσεις για να προστατεύσει όσα έχτισε εκεί όπου το νερό είχε τη φυσική του δίοδο.

Η μεγάλη κακοκαιρία που έπληξε την Κρήτη ήταν σοβαρή, διήρκεσε πολλές ημέρες και έφερε πολύ μεγάλα ύψη βροχής. Όμως, σύμφωνα με τον κ. Διακάκη, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε πρωτοφανής ούτε ένα εξαιρετικά σπάνιο ακραίο φαινόμενο. Και αυτή ακριβώς η επιστημονική διαπίστωση κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο ανησυχητική.
Γιατί αν οι εικόνες καταστροφής που είδαμε δεν χρειάζονται ένα «πρωτοφανές» φαινόμενο για να προκληθούν, τότε το ερώτημα μεταφέρεται από τον ουρανό στο έδαφος: στον τρόπο με τον οποίο χτίσαμε, στις παρεμβάσεις στα ρέματα, στην πυκνή δόμηση των παραλιακών περιοχών, στη χωροταξία και τελικά στις πολιτικές αποφάσεις δεκαετιών.
«Δεν ήταν ούτε πρωτοφανές ούτε εξαιρετικά σπάνιο»
Ο Μιχάλης Διακάκης ξεκαθάρισε εξαρχής ότι η κακοκαιρία ήταν σοβαρή, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το επιχείρημα ενός φαινομένου τόσο ακραίου ώστε περίπου να δικαιολογούνται εκ των προτέρων οι συνέπειές του.
«Ήταν μια σοβαρή καταιγίδα, μια σοβαρή κακοκαιρία, η οποία δεν μπαίνει όμως στη σφαίρα του ακραίου. Δεν είναι ούτε κάτι πρωτοφανές ούτε ένα φαινόμενο το οποίο είναι εξαιρετικά σπάνιο ή εξαιρετικά χαμηλή η πιθανότητα να συμβεί. Είναι μια σοβαρή καταιγίδα η οποία έμεινε πολλές ημέρες πάνω από την Κρήτη, τροφοδοτούνταν συνέχεια, ξανά και ξανά, με νέα καταιγιδοφόρα νέφη, περίπου πέντε ημέρες, με μεγάλα ύψη βροχής».
Όπως εξήγησε, καθοριστικό ρόλο παίζει και η ιδιαίτερη μορφολογία του νησιού.
«Η Κρήτη είναι ένα ορεινό τοπίο, πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Οι τρεις μεγάλοι ορεινοί όγκοι που έχει μπορούν να παραλάβουν πολλές βροχοπτώσεις, πολύ μεγάλες ποσότητες, λόγω και μόνο του ύψους, ειδικά όταν έχουμε γύρω γύρω αυτή την πολύ θερμή θάλασσα που έχουμε αυτή την περίοδο στη Μεσόγειο και τα τελευταία χρόνια με τους θαλάσσιους καύσωνες, η οποία τροφοδοτεί συνέχεια με υγρασία, με ενέργεια τις καταιγίδες αυτές».
Η θερμή Μεσόγειος «ταΐζει» τις καταιγίδες
Ο καθηγητής συνέδεσε ευθέως τη θερμοκρασία της θάλασσας με το γενικότερο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης, υπενθυμίζοντας ανάλογα μεγάλα φαινόμενα των τελευταίων ετών.
«Οι πολύ μεγάλες θερμοκρασίες οδηγούν τελικά τις θάλασσες αυτή την εποχή, τον Σεπτέμβριο, σε τέτοιου είδους φαινόμενα. Θυμίζω, τον Σεπτέμβριο του 2020 είχαμε τον Ιανό που έκανε πολύ μεγάλες ζημιές στα Ιόνια και στη Θεσσαλία και αυτός τροφοδοτούνταν από την πολύ θερμή θάλασσα. Σεπτέμβριο του 2023 είχαμε τον Daniel και τον Elias. Έχουμε πολύ συχνά τέτοιες καταιγίδες τα τελευταία χρόνια, οι οποίες τροφοδοτούνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το θερμικό φορτίο που έχει η θάλασσα».
Αυτό, όμως, όπως τόνισε, είναι μόνο το γενικό πλαίσιο. Η καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στο κλίμα ή στη γεωμορφολογία της Κρήτης.
«Η καταστροφή δεν σχετίζεται ούτε μόνο με τη μορφολογία της Κρήτης ούτε με το γενικότερο κλίμα ή το τοπικό κλίμα της περιοχής, αλλά σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με την παρουσία του ανθρώπου μέσα στις ζώνες της πλημμύρας. Εκεί είναι που μπορούμε να εστιάσουμε σαν χώρα».
«Πρέπει να προσέξουμε πού φτιάχνουμε οικισμούς και πού αναπτύσσουμε υποδομές»
Εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον κ. Διακάκη, ένα από τα μεγάλα ζητήματα που ανέδειξε και η πρόσφατη επιστημονική μελέτη στην οποία συμμετείχε και η οποία εξέτασε μεγάλες πλημμυρικές καταστροφές σε 17 ευρωπαϊκές χώρες.
«Θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα τα ζητήματα της χωροταξίας και να βάλουμε μέσα στο παιχνίδι του πού φτιάχνουμε οικισμούς, του πού αναπτύσσουμε υποδομές, τις φυσικές καταστροφές και τις ζώνες του κινδύνου. Αυτό είναι που προκύπτει σαν κύριο συμπέρασμα ή από τα κύρια συμπεράσματα της μελέτης που κάναμε σε 17 χώρες».
Και προειδοποίησε ότι το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό.
«Έχουμε πολύ μεγάλη οικιστική πίεση, πολύ μεγάλη πίεση να χτίσουμε σε πολλές περιοχές οι οποίες κινδυνεύουν από πλημμυρικά φαινόμενα και βλέπουμε, όταν έρχονται τα ακραία και τώρα έρχονται πιο συχνά να έχουμε τεράστιες καταστροφές».
Η μεγάλη παγίδα των παραλιακών περιοχών της Κρήτης
Ιδιαίτερη ήταν η αναφορά του στην πυκνή δόμηση της παραλιακής Κρήτης. Τα νερά κατεβαίνουν από τους ορεινούς όγκους με μεγάλη ταχύτητα και, όταν φτάνουν χαμηλότερα, συναντούν έναν δομημένο χώρο που συχνά δεν τους επιτρέπει να φτάσουν φυσιολογικά στη θάλασσα.
«Υπάρχουν πολλές ακρογιαλιές στην Κρήτη, πολλές παραλιακές περιοχές, και πολλές παραλιακές και σε όλη την Ελλάδα, στις οποίες είναι τόσο πυκνή η δόμηση που δεν έχει τη δυνατότητα το νερό να φύγει προς τη θάλασσα χωρίς να κάνει ζημιές ή χωρίς να μπει μέσα στον αστικό ιστό».
«Κατεβαίνουν λοιπόν τα ρέματα από τα βουνά με μεγάλη ταχύτητα, γιατί όπως είπαμε είναι ορεινή η περιοχή, και βγαίνουν στην πεδιάδα. Και στην πεδιάδα δεν έχουν ακριβώς έναν προδιαγεγραμμένο δρόμο να πάνε. Δεν υπάρχουν κανάλια, δεν υπάρχουν ρέματα παντού αρκετά μεγάλα για να μπορέσουν να απορροφήσουν αυτή την ποσότητα που χρειάζεται».
Ανασχετικά φράγματα: «Εφικτότατα, σχετικά εύκολα και αποδοτικότατα»
Απέναντι σε ένα πρόβλημα δεκαετιών δεν υπάρχει, όπως είπε, «μαγικό ραβδί». Υπάρχουν όμως παρεμβάσεις που μπορούν να αρχίσουν άμεσα και να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο.
Μία από αυτές είναι τα ανασχετικά φράγματα στους ορεινούς όγκους.
«Μπορεί να ξεκινήσει να διαφοροποιεί τον προγραμματισμό της πολιτείας, είτε κεντρικής είτε τοπικής, φτιάχνοντας, ας πούμε, φράγματα ανάσχεσης της ροής των υδάτων από τα βουνά, τα οποία θα παίξουν έναν θετικό ρόλο. Να καθυστερούν την παροχή που κατεβαίνει προς τα κάτω, να την απομειώνουν, να εμπλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα».
Πρόκειται μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο, για παρεμβάσεις που μπορούν ταυτόχρονα να συμβάλουν στην αντιμετώπιση και ενός δεύτερου μεγάλου προβλήματος της Κρήτης: της λειψυδρίας.
«Αυτά τα έργα θα είχαν διττό χαρακτήρα. Απομειώνοντας το νερό το οποίο κατεβαίνει προς τα κάτω στην πεδιάδα ή καθυστερώντας το ώστε να έρθει πιο ομαλά. Δεν είναι ένα έργο στο πλαίσιο του “μαγικού ραβδιού”. Είναι εφικτότατο, είναι εύκολο σχετικά και είναι αποδοτικότατο. Έχει γίνει και σε άλλες περιπτώσεις και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχουμε δει ότι έχει αποδώσει χωρίς να δαπανάμε πάρα πολλά χρήματα σε σχέση με πολύ μεγάλα φαραωνικά έργα».
«Έχουμε χάρτες κινδύνου και συνεχίζουμε να χτίζουμε»
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η τοποθέτησή του για τη σχέση ανάμεσα στη χαρτογράφηση του πλημμυρικού κινδύνου και στη χωροταξία.
Η Ελλάδα, τόνισε, διαθέτει ήδη χάρτες που δείχνουν πού βρίσκονται οι επικίνδυνες περιοχές. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε με αυτή τη γνώση.
«Το Υπουργείο Περιβάλλοντος έχει εκδώσει σχεδόν για όλη την επικράτεια χάρτες και σχέδια στα οποία δείχνει πού είναι οι ζώνες κινδύνου πλημμυρών. Το ερώτημα είναι: αυτές οι ζώνες επιτρέπεται να χτίσουμε; Έχουμε σχέδια πολεοδομικά, έχουμε σχέδια ανάπτυξης των πόλεών μας και των οικισμών μας. Δυστυχώς δεν λαμβάνονται υπόψη ή δεν λαμβάνονται υπόψη με αυστηρό τρόπο».
Και έφερε ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνικής πραγματικότητας:
«Υπάρχουν παραδείγματα περιπτώσεων στην Ελλάδα όπου έχουμε πόλεις οι οποίες έχουν πάθει πολύ σοβαρά πλημμυρικά προβλήματα στο παρελθόν και συνεχίζουν στις ζώνες πολύ υψηλού κινδύνου να έχουν ανάπτυξη, καινούργιες οικοδομές με υπόγεια, με δεύτερα υπόγεια, με υπόγεια πάρκινγκ».
«Το πιο αποδοτικό μέτρο είναι η κατεδάφιση»
Στο ερώτημα του Χρήστου Κώνστα τι μπορεί να γίνει όταν ένα ρέμα είχε μια φυσική δίοδο και αυτή περιορίστηκε ή διακόπηκε από δρόμους, κτίρια, τοιχία και άλλες κατασκευές, ο Μιχάλης Διακάκης ήταν απόλυτος:
«Το πιο αποδοτικό μέτρο είναι η κατεδάφιση και η διάνοιξη».
Και όταν τέθηκε το ζήτημα του πολιτικού κόστους μιας τέτοιας επιλογής, αναγνώρισε τη δυσκολία, επιμένοντας όμως ότι επιστημονικά η πραγματική λύση παραμένει η αποκατάσταση του χώρου του ρέματος.
«Από τη στιγμή που δεν αποφασίζουμε να το κάνουμε αυτό, γιατί στην πράξη φαίνεται ότι δυσκολευόμαστε να το κάνουμε, το δεύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι είτε μια εκτροπή ενός ρέματος, που είναι επίσης ένα πολύ δύσκολο έργο, είτε η ανάσχεση της ροής των υδάτων για την οποία σας μίλησα πριν με τα ανασχετικά φράγματα. Είναι η εκπαίδευση του κόσμου, είναι κάποια αντιπλημμυρικά έργα πιο τοπικά που ενδεχομένως να δώσουν λίγο παραπάνω χώρο στο νερό».
Για να καταλήξει:
«Η ουσία είναι ότι ο σωστός τρόπος για να προστατευτούμε απολύτως είναι η διάνοιξη του ρέματος στον χώρο που είχε πριν. Το οποίο το ξέρουμε όλοι ότι είναι δύσκολο. Αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση».
Χαρτογραφούμε τον κίνδυνο αλλά το δύσκολο είναι τι κάνουμε μετά
Σύμφωνα με τον κ. Διακάκη, η χώρα βρίσκεται σχετικά κοντά στην ολοκλήρωση της χαρτογράφησης των περιοχών που αντιμετωπίζουν πλημμυρικό κίνδυνο.
Αυτό όμως είναι μόνο το πρώτο βήμα.
«Είμαστε κοντά στο να ολοκληρώσουμε το κομμάτι της χαρτογράφησης του πού υπάρχει κίνδυνος. Από εκεί και πέρα, το να διαπιστώσεις ότι υπάρχει κίνδυνος είναι ένα πρώτο πολύ σημαντικό βήμα, αλλά το δεύτερο είναι να μπορέσεις να διαπιστώσεις ποια λύση είναι η ενδεδειγμένη για να μειώσεις αυτόν τον κίνδυνο».
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα:
«Στις περισσότερες των περιπτώσεων έχουμε ζητήματα όπως αυτά που συζητήσαμε πριν. Δηλαδή οι πραγματικές λύσεις είναι εξαιρετικά δύσκολες ή τεχνικά πολύ ανέφικτες ή μπορεί να είναι και πολύ ακριβές με την υφιστάμενη κατάσταση».
«Όλη η Ευρώπη είναι τρωτή»
Η έρευνα στην οποία συμμετείχε ο Μιχάλης Διακάκης εξέτασε μεγάλες καταστροφικές πλημμύρες σε 17 ευρωπαϊκές χώρες και έδειξε ότι το πρόβλημα κάθε άλλο παρά περιορίζεται στην Ελλάδα.
Ο ίδιος υπενθύμισε ότι ακόμη και χώρες με παράδοση στην αντιπλημμυρική προστασία και σημαντικούς οικονομικούς και τεχνολογικούς πόρους έχουν βιώσει εκατόμβες νεκρών.
«Το καλοκαίρι του 2021 είχαμε περισσότερους από 240 νεκρούς στη Γερμανία και στις γύρω χώρες από πλημμυρικά φαινόμενα. Το φθινόπωρο του 2024 είχαμε το φαινόμενο DANA στη Βαλένθια της Ισπανίας και εκεί πάνω από 200 θύματα. Τεράστιες καταστροφές σε χώρες οι οποίες παραδοσιακά έχουν επενδύσει και σε μέτρα πρόληψης και σε αντιπλημμυρική τεχνολογία».
«Όλη η Ευρώπη, από ό,τι φάνηκε από την έρευνά μας, είναι τρωτή, είναι ευπαθής. Κάθε περιοχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες».
Το 112 δεν αρκεί εάν ο πολίτης δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο
Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης αφορούσε τα συστήματα προειδοποίησης και το 112.
Ο κ. Διακάκης αναγνώρισε ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα, υπογράμμισε όμως ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί.
«Ένας πληθυσμός ο οποίος είναι ανεκπαίδευτος, ο οποίος δεν έχει εμπειρίες από πλημμυρικά φαινόμενα, φαίνεται ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει τα ζητήματα της έγκαιρης προειδοποίησης. Δυσκολεύεται δηλαδή να λάβει ένα μήνυμα και αυτό το μήνυμα να το θεωρήσει ότι αφορά προσωπικά τον εαυτό του ή την οικογένειά του».
«Έχουν γίνει βήματα για τη βελτίωσή του, όπως είναι στην Ελλάδα το 112. Είναι πολύ διαφορετικό να λάβεις ένα μήνυμα στο κινητό σου από το να δεις απλά ένα δελτίο. Είναι πολύ καλύτερο, είναι πιο αποδοτικό. Αλλά παρ’ όλα αυτά δεν έχουμε φτάσει εκεί που θα θέλαμε».
Η ακρίβεια των προγνώσεων και η εμπιστοσύνη των πολιτών
Στη συζήτηση τέθηκε από τον Χρήστο Κώνστα και το ζήτημα της γενικότητας των προειδοποιήσεων, με το ερώτημα εάν αρκεί να ενημερώνεται συνολικά η Κρήτη για ισχυρές βροχοπτώσεις στους ορεινούς όγκους ή εάν χρειάζονται πολύ πιο στοχευμένες τοπικές προγνώσεις.
Ο κ. Διακάκης αναγνώρισε το πρόβλημα.
«Είναι ένα προβληματικό στοιχείο αυτό. Διαχρονικά το έχουμε παρακολουθήσει και το έχουμε δει να βελτιώνεται. Αυτό το οποίο λέτε περιγράφεται, εγώ θα το συνόψιζα, σε ό,τι έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη την οποία έχουν οι πολίτες, την εγκυρότητα και την πληρότητα του μηνύματος που τους έρχεται».
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ακριβής χωρική πρόγνωση μιας καταιγίδας παραμένει επιστημονικά εξαιρετικά δύσκολη.
«Αυτή τη στιγμή είναι αρκετά μεγάλη πρόκληση επιστημονικά να έχουμε μια πάρα πολύ ακριβή πρόγνωση του τι θα γίνει ακριβώς και πότε θα γίνει και σε ποια περιοχή».
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τη Μάνδρα:
«Όπως διδαχτήκαμε από την πλημμύρα της Μάνδρας, κατά ένα χιλιόμετρο αν πήγαινε πιο δυτικά η καταιγίδα, ενδεχομένως να μην είχαμε πρόβλημα στη Μάνδρα και να το είχαμε προς την περιοχή της Κινέτας. Άρα λοιπόν η ακριβής πρόγνωση λίγο να διαφοροποιηθεί, αμέσως διαφοροποιούνται πάρα πολύ τα ζητήματα ποιος ποταμός πλήττεται περισσότερο ή πού κατευθύνονται τα νερά».
«Έχουμε μεγάλο περιθώριο βελτίωσης στην εκπαίδευση του κόσμου»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην εκπαίδευση των πολιτών, καθώς, όπως ανέφερε, η διεθνής έρευνα δείχνει ότι η προηγούμενη εμπειρία και η γνώση μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά τη συμπεριφορά την κρίσιμη στιγμή.
«Έχει φανεί στην έρευνά μας, και όχι μόνο εμάς στο ΕΚΠΑ αλλά και σε πολλούς συναδέλφους ανά τον κόσμο, ότι η εκπαίδευση και η προηγούμενη εμπειρία από πλημμυρικά φαινόμενα λειτουργούν πάρα πολύ καλά σε ό,τι αφορά τα μέτρα που θα λάβει κανείς στο σπίτι του ή αν θα περιορίσει τις μετακινήσεις ή τις αποφάσεις που θα πάρει την ώρα που είναι να διασχίσει έναν χείμαρρο με το αυτοκίνητό του, όπου έχουμε πολλά θύματα να χάνονται κατά αυτόν τον τρόπο».
«Έχουμε ένα πολύ μεγάλο περιθώριο βελτίωσης στο πώς εκπαιδεύουμε το κοινό, στο πώς του δίνουμε εμπειρίες και του εμπνέουμε την εμπιστοσύνη αυτή, βεβαίως και στο να ελαττώσουμε λίγο την πολυφωνία των προγνώσεων και να έχουμε μια κεντρική αρχή η οποία με έναν πιο συγκροτημένο τρόπο εκπέμπει αυτά τα μηνύματα».
Το παράδειγμα του Κάρντιφ: όταν μια πόλη αποφασίζει να δώσει χώρο στο νερό
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης ο κ. Διακάκης παρουσίασε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα για το πώς μια κοινωνία μπορεί πραγματικά να διδαχθεί από τις καταστροφές.
«Ένα επιτυχημένο παράδειγμα είναι το Κάρντιφ της Ουαλίας, το οποίο μετά από πολλαπλά καταστροφικά συμβάντα πλημμύρας τις δεκαετίες του ’40, του ’50 και του ’60 μετέτρεψε ένα κομμάτι της πόλης σε πάρκο. Ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι της πόλης μετακόμισε με τη βοήθεια της τοπικής κυβέρνησης, με αποτέλεσμα τώρα να συμβαίνουν πλημμύρες και ένα μεγάλο κομμάτι αυτών των πλημμυρών απλώς να πλημμυρίζει εκτάσεις του πάρκου».
Και μετά;
«Μετά την πλημμύρα απλώς περνάνε τα συνεργεία του δήμου ή της τοπικής κυβέρνησης, καθαρίζουν το πάρκο και συνεχίζεται η ζωή απρόσκοπτα».
Βαλένθια: έκαναν το σωστό και μετά ξέχασαν γιατί το έκαναν
Ακριβώς αντίθετο ήταν το παράδειγμα της Βαλένθια.
«Υπάρχει η περίπτωση της Βαλένθια, η οποία άλλαξε τελείως τη ρότα του ποταμού, εξέτρεψε τον κεντρικό της ποταμό εκτός της πόλης, που ήταν μια σωστή απόφαση. Αλλά μετά έκανε το λάθος και συνέχισε να χτίζει γύρω από τη νέα κοίτη που είχε και είχαμε τα αποτελέσματα πρόπερσι».
Για τον κ. Διακάκη, το παράδειγμα αποδεικνύει πόσο κρίσιμη είναι η διατήρηση της συλλογικής μνήμης μιας καταστροφής.
«Έκανε σωστά στην αρχή, συνέχισε μετά με έναν λάθος τρόπο. Δεν υπήρξε η συλλογική μνήμη για να καταλάβουν οι νεότεροι γιατί έγινε αυτή η εκτροπή».
«Αν συνεχίζουμε να χτίζουμε τα ίδια γεφύρια στο ίδιο σημείο, θα πάθουμε πάλι τα ίδια»
Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως το συνολικό μήνυμα της συνέντευξης του Μιχάλη Διακάκη στον Politica 89.8.
Δεν αρκεί μετά από κάθε καταστροφή να επισκευάζουμε ό,τι καταστράφηκε. Το κρίσιμο είναι αν θα ξαναχτίσουμε ακριβώς την ίδια ευπάθεια που υπήρχε πριν.
«Όσο πιο σοφές είναι οι κοινωνίες και βλέπουν και παρατηρούν τη φύση και μετά χτίζουν με έναν καλύτερο τρόπο, αυτό που λέμε “build back better”, δηλαδή με λιγότερη τρωτότητα, λιγότερη ευπάθεια και σε καλύτερα σημεία ώστε να μη διατηρείται ο κίνδυνος, τόσο περισσότερο μειώνουν τον κίνδυνο αυτό».
Και η τελευταία του φράση συμπυκνώνει ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το δίδαγμα για την Κρήτη μετά και τη νέα καταστροφή:
«Όσο συνεχίζουμε να χτίζουμε τα ίδια γεφύρια στο ίδιο σημείο μετά από μια καταστροφή, μετά από μια πλημμύρα, καταλαβαίνουμε ότι θα πάθουμε πάλι τα ίδια, αν περάσουν πέντε χρόνια, δέκα χρόνια, είκοσι χρόνια ή τριάντα χρόνια».