Χ. Καλλέργη:«Η τροπολογία για τη δομή μεταναστών επιχειρεί να παρακάμψει τις παρανομίες και την επικινδυνότητα του κτιρίου στους Αθανάτους»

Σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα της κυβερνητικής τροπολογίας, την ασφάλεια του πρώην εργοστασίου Σκουλούδη και τη στάση της τοπικής αυτοδιοίκησης έθεσε η δικηγόρος και νομική εκπρόσωπος των κατοίκων των Αθανάτων, Χρύσα Καλλέργη, μιλώντας στον Politica 89.8 και στον Χρήστο Κώνστα, στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά».
Η ίδια υποστήριξε ότι η κυβέρνηση επιχειρεί μέσω μιας κατεπείγουσας νομοθετικής παρέμβασης να ξεπεράσει σοβαρά πολεοδομικά, περιβαλλοντικά και συγκοινωνιακά εμπόδια, ενώ άσκησε κριτική και στην τοπική αυτοδιοίκηση για την απουσία ουσιαστικών πρωτοβουλιών εξεύρεσης εναλλακτικής τοποθεσίας. Παράλληλα, αποκάλυψε τον σχεδιασμό των κατοίκων για δικαστικές ενέργειες, με πρώτο στόχο την αναστολή των εργασιών και με ανοιχτό το ενδεχόμενο να τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης ακόμη και ζήτημα συνταγματικότητας της τροπολογίας.

Η κατάθεση της τροπολογίας στη Βουλή, έπειτα από τέσσερις μήνες κινητοποιήσεων και έντονων αντιδράσεων της τοπικής κοινωνίας, μεταφέρει πλέον την υπόθεση από το επίπεδο της διοικητικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της νομοθετικής εξουσίας και της δικαστικής κρίσης.
Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η επίκληση του επείγοντος μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από διαδικασίες που συνδέονται με την ασφάλεια μιας εγκατάστασης στην οποία πρόκειται να φιλοξενηθούν άνθρωποι.
Η δικηγόρος Χρύσα Καλλέργη, η οποία εκπροσωπεί νομικά τους κατοίκους της περιοχής, μιλώντας στον Χρήστο Κώνστα, διατύπωσε την εκτίμηση ότι η τροπολογία δεν αποτελεί απλώς μια νομοθετική διευκόλυνση, αλλά μια προσπάθεια να ξεπεραστούν εμπόδια που, σύμφωνα με την ίδια, παραμένουν άλυτα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην οριοθέτηση του Ξηροποτάμου, στην ανάγκη κατασκευής του φράγματος των Δαφνών, στα προβλήματα του συγκοινωνιακού δικτύου και στις ευθύνες των αρμόδιων αρχών.
Ταυτόχρονα, όμως, η συνέντευξη ανέδειξε και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διάσταση: την ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία, παρά τα ομόφωνα ψηφίσματα αντίθεσης στη χωροθέτηση, δεν κατάφερε, κατά την εκτίμηση της δικηγόρου, να αξιοποιήσει αποτελεσματικά το χρονικό περιθώριο που είχε δοθεί για την κατάθεση εναλλακτικής πρότασης.
«Όταν τα εμπόδια δεν μπορούν να παρακαμφθούν με νόμιμες διαδικασίες, εμφανίζεται η τροπολογία fast track»
Απαντώντας στο ερώτημα του Χρήστου Κώνστα για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τον νόμο 4375/2016 και την έκτακτη ανάγκη προκειμένου να παρακάμπτει πολεοδομικές, περιβαλλοντικές και κυκλοφοριακές προϋποθέσεις, η Χρύσα Καλλέργη υποστήριξε ότι πρόκειται για μια πρακτική που δεν αφορά αποκλειστικά τη σημερινή κυβέρνηση.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Καταρχάς να αναφέρουμε ότι είναι μια συνήθης πρακτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, δεν μιλάμε μόνο για την υπάρχουσα κυβέρνηση. Όταν υπάρχουν σε ένα ζήτημα που χρειάζεται αντιμετώπιση κάποια εμπόδια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές και έχουμε δηλώσει και με δελτία Τύπου και με τις αρμόδιες τεχνικές εκθέσεις, ζητήματα πολεοδομικού χαρακτήρα, περιβαλλοντικού χαρακτήρα, συγκοινωνιακού δικτύου, πλημμυρικών φαινομένων, ασφάλειας της περιοχής, όλα αυτά λοιπόν, όταν δεν μπορούν να παρακαμφθούν με νόμιμες διαδικασίες, τότε έχουμε το φαινόμενο της τροπολογίας, του νομοσχεδίου fast track».
Η δικηγόρος στάθηκε ιδιαίτερα και στον χρόνο κατάθεσης της τροπολογίας, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία αιφνιδιάζει την τοπική κοινωνία.
«Το συγκεκριμένο μάλιστα εισήχθη κατά τις νυχτερινές ώρες, ώστε να μπορούν να παρακαμφθούν όλα αυτά τα εμπόδια, διατηρώντας το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού από τη μεριά της κυβέρνησης, ώστε να περιβληθεί αυτή η νέα προσπάθεια χωροθέτησης της δομής με αυτό το περίβλημα νομιμότητας».
Στην ερώτηση εάν ο χαρακτηρισμός μιας νομοθετικής παρέμβασης ως επείγουσας μπορεί να υπερκεράσει τις δικλίδες ασφαλείας, η απάντησή της ήταν αρνητική, με τη διευκρίνιση ότι η τελική κρίση ανήκει στη Δικαιοσύνη.
«Εάν μπορεί ο χαρακτηρισμός ενός νομοσχεδίου ως επείγοντος να παρακάμψει όλες αυτές τις δικλίδες ασφαλείας και τα προβλήματα που έχουν εμφανιστεί μήνες τώρα, βέβαια τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο αρμόδιος δικαστής που θα αποφασίσει, αλλά από τη δική μας μεριά και ως νομική εκπρόσωπος, εγώ έχω να δηλώσω πως όχι. Διότι τότε θα οδηγούμασταν σε ακραίες λύσεις, όπως για παράδειγμα να έχουμε ένα παράπηγμα, ένα ερείπιο, που βάζουμε μέσα ανθρώπους και ανθρώπινες ψυχές γιατί το χαρακτηρίζουμε ως επείγουσα ανάγκη».
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει τον βασικό ισχυρισμό της πλευράς των κατοίκων: ότι η ανάγκη διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών δεν μπορεί, κατά την άποψή τους, να απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση να εξασφαλίζει κατάλληλες και ασφαλείς εγκαταστάσεις.
Το κρίσιμο ζήτημα του Ξηροποτάμου και το φράγμα των Δαφνών
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορούσε την οριοθέτηση του Ξηροποτάμου και τις προϋποθέσεις που, σύμφωνα με τη νομική εκπρόσωπο των κατοίκων, συνδέονται με την αντιπλημμυρική ασφάλεια της περιοχής.
Ο Χρήστος Κώνστας ζήτησε από τη Χρύσα Καλλέργη να προσδιορίσει ποιο σημείο της τροπολογίας θεωρεί ιδιαίτερα προβληματικό.
Η δικηγόρος διευκρίνισε αρχικά ότι η οριστική νομική αξιολόγηση θα πρέπει να γίνει με βάση το τελικό κείμενο του νόμου, όπως αυτό θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην απουσία, κατά την εκτίμησή της, συγκεκριμένης αντιμετώπισης των ήδη καταγεγραμμένων προβλημάτων.
«Από μια γρήγορη ανάγνωση βλέπω ότι δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο έχουμε υπερκεράσει αυτά τα εμπόδια και, το βασικότερο, την οριοθέτηση του ρέματος του Ξηροποτάμου, όπου μετά από επίσημη απάντηση που είχαμε από την Υπηρεσία Ρεμάτων της Πολεοδομίας Ηρακλείου, για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί το φράγμα των Δαφνών».
Η αναφορά της σε επίσημη απάντηση υπηρεσίας έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια δεν περιορίστηκε σε μια γενική καταγγελία περί επικινδυνότητας, αλλά επικαλέστηκε συγκεκριμένη υπηρεσιακή αλληλογραφία που, όπως υποστήριξε, έχει στη διάθεσή της η πλευρά των κατοίκων.
«Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει και ειλικρινά δεν ξέρω με ποιο σχεδιασμό και σε τι χρονικό διάστημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί το εν λόγω φράγμα».
Στο σημείο αυτό ο Χρήστος Κώνστας επισήμανε ότι το φράγμα των Δαφνών αποτελεί έργο που συζητείται επί δεκαετίες στο Ηράκλειο, τονίζοντας πως δεν είναι ρεαλιστικό να θεωρεί κανείς ότι μπορεί να κατασκευαστεί μέσα σε λίγες ημέρες.
Η συζήτηση επανήλθε έτσι στο βασικό ερώτημα: με ποιον τρόπο θα αντιμετωπιστούν τα ζητήματα οριοθέτησης, τα πλημμυρικά φαινόμενα και οι συγκοινωνιακές δυσκολίες, εφόσον δεν έχουν προηγηθεί τα αναγκαία έργα και οι σχετικές διαδικασίες;
Η Χρύσα Καλλέργη υποστήριξε ότι ακριβώς αυτά τα εμπόδια εξηγούν την κυβερνητική επιλογή της τροπολογίας.
«Επειδή τα ζητήματα είναι άλυτα, θεωρούμε ότι η κυβέρνηση προχωρά στην τροπολογία»
Σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης, ο Χρήστος Κώνστας έθεσε ευθέως το ερώτημα εάν η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταφύγει στη νομοθετική παρέμβαση ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ξεπεράσει με τις υφιστάμενες διαδικασίες τα προβλήματα της συγκεκριμένης χωροθέτησης.
Η απάντηση της δικηγόρου ήταν σαφής:
«Εμείς αυτό θεωρούμε, ναι. Εμείς αυτό θεωρούμε, ότι επειδή αυτά τα ζητήματα είναι άλυτα ή τουλάχιστον μπορούν να λυθούν σε βάθος χρόνου, θεωρούμε λοιπόν, και εξαιτίας βέβαια του λόγου που πρέπει να τον αναφέρω, ότι δεν προχώρησε η εναλλακτική πρόταση που είχε προτείνει ο κύριος Πλεύρης να γίνει από τη μεριά της τοπικής αυτοδιοίκησης και πέρασε άπρακτο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα».
Η ίδια συνέδεσε την κυβερνητική απόφαση με δύο παράγοντες: τα προβλήματα καταλληλότητας της συγκεκριμένης εγκατάστασης και την απουσία εναλλακτικής πρότασης μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Πρόκειται για μια σημαντική διάσταση της υπόθεσης, καθώς η δικηγόρος δεν απέδωσε την εξέλιξη αποκλειστικά στην κυβερνητική επιμονή, αλλά αναγνώρισε ότι η αδυναμία εξεύρεσης άλλης λύσης συνέβαλε στη διαμόρφωση των σημερινών δεδομένων.
«Αν υπήρχε εναλλακτική τοποθεσία, θα συζητούσαμε με διαφορετικά δεδομένα» – Οι ευθύνες της αυτοδιοίκησης
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η Χρύσα Καλλέργη και για τη στάση της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Όπως εξήγησε, μετά το χρονικό περιθώριο των δέκα ημερών που είχε τεθεί από τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, δεν προέκυψε εναλλακτική πρόταση που να αλλάξει τα δεδομένα της συζήτησης.
«Θα πρέπει να αναφέρουμε αναγκαστικά την απραξία της τοπικής αυτοδιοίκησης προς αυτή την κατεύθυνση, διότι αν είχαμε τώρα στο τραπέζι μία εναλλακτική τοποθεσία, εικάζουμε ότι θα συζητούσαμε με διαφορετικά δεδομένα».
Ο Χρήστος Κώνστας, σχολιάζοντας τη στάση του υπουργείου, περιέγραψε το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης: η κυβέρνηση μπορεί πλέον να επικαλείται ότι έδωσε ένα χρονικό περιθώριο για την παρουσίαση άλλης λύσης, χωρίς αυτό να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά.
Η δικηγόρος συμφώνησε ότι πρόκειται για σημαντικό παράγοντα της υπόθεσης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η συνέχεια της τοποθέτησής της, όταν η συζήτηση στράφηκε στην πρακτική αξία των ομόφωνων ψηφισμάτων του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου και του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης.
«Δεν ξέρουμε κιόλας αν απέναντι σε αυτή την τροπολογία που θα ψηφιστεί, η τοπική αυτοδιοίκηση θα λάβει τα αντίστοιχα νομικά μέτρα, θα κινηθεί νομικά, με τη δική της νομική υπηρεσία βέβαια, ώστε να συνδράμει στον νομικό αγώνα στον οποίο οι κάτοικοι έχουν αποφασίσει ότι θα προχωρήσουν».
Και συνέχισε με μια ακόμη πιο επικριτική επισήμανση:
«Πέρα από την έγκριση που μάλλον έγινε εξ ανάγκης, εξαιτίας των αντιδράσεων των κατοίκων, των δύο ψηφισμάτων, δεν βλέπω να υποστηρίζονται στην πράξη αυτά τα δύο ψηφίσματα, τα ομόφωνα, επαναλαμβάνω, τα ομόφωνα ψηφίσματα».
Με αυτή την παρέμβαση η Χρύσα Καλλέργη έθεσε ευθέως ζήτημα συνέπειας ανάμεσα στις αποφάσεις των αυτοδιοικητικών οργάνων και στις ενέργειες που απαιτούνται για την υποστήριξή τους.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν ο Δήμος Ηρακλείου και η Περιφέρεια Κρήτης θα περιοριστούν στην πολιτική έκφραση της αντίθεσής τους ή θα εξετάσουν και την ενεργό νομική συμμετοχή τους στην υπόθεση.
Οι κάτοικοι είχαν αναζητήσει εναλλακτικά ακίνητα με δικά τους έξοδα
Μια ακόμη σημαντική αποκάλυψη της συνέντευξης αφορά τις προσπάθειες των ίδιων των κατοίκων να εντοπίσουν εναλλακτικές εγκαταστάσεις.
Η Χρύσα Καλλέργη ανέφερε ότι στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο στις 8 Σεπτεμβρίου, οι εκπρόσωποι της περιοχής δεν προσήλθαν μόνο για να διατυπώσουν την αντίθεσή τους, αλλά είχαν προετοιμάσει συγκεκριμένες προτάσεις.
«Οι κάτοικοι, ακόμα και στη συνάντηση στο υπουργείο που είχε πραγματοποιηθεί στις 8 Σεπτεμβρίου, είχαν πάει ήδη με τις δικές τους προτάσεις και μάλιστα, με δικά τους έξοδα είχαν εξουσιοδοτήσει ένα μεσιτικό γραφείο της πόλης για να ψάξει ανάλογα και καταλληλότερα ακίνητα».
Σύμφωνα με την ίδια, ανάμεσα στις επιλογές που είχαν εξεταστεί περιλαμβανόταν και το υπό ανέγερση νέο σωφρονιστικό συγκρότημα, στην περιοχή των φυλακών Νέας Αλικαρνασσού.
Στη συζήτηση έγινε αναφορά και στην πρωτοβουλία του βουλευτή Ηρακλείου του ΠΑΣΟΚ, Φραγκίσκου Παρασύρη, ο οποίος, όπως ανέφερε ο Χρήστος Κώνστας, είχε επικοινωνήσει με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, για να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής αξιοποίησης του χώρου.
Κατά τα όσα αναφέρθηκαν στη συνέντευξη, η απάντηση ήταν αρνητική, με το σκεπτικό ότι οι εργασίες ανέγερσης δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Η Χρύσα Καλλέργη επισήμανε ότι οι κάτοικοι είχαν εξετάσει και άλλες δυνατότητες.
«Σίγουρα οι κάτοικοι είχαν προτείνει και ολοκληρωμένα κτίρια, όπως ήταν ο Θεατρικός Σταθμός Ηρακλείου, όπως ήταν ενεργά στρατόπεδα και στρατιωτικές μονάδες, και η απάντηση από τον Δήμο Ηρακλείου βέβαια ήταν ότι αυτά τα στρατόπεδα προορίζονται για να δημιουργηθούν σχολεία».
Η ίδια αμφισβήτησε κατά πόσο υπάρχει συγκεκριμένος χρονικός ορίζοντας για την υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών, ενώ αναφέρθηκε και σε προτάσεις για άλλες περιοχές.
«Το πότε θα γίνει αυτό και πάλι είναι σε ένα αόριστο πλαίσιο. Επομένως όλες οι πιθανές προτάσεις έπεσαν στο κενό, όπως και οι πρώτες να φιλοξενηθεί η δομή στην περιοχή των Γαλλίνων, και εκεί πέρα υπήρχε αρνητική απάντηση, όχι από το υπουργείο όσο από την τοπική αυτοδιοίκηση, διότι αυτές οι προτάσεις δεν έφτασαν στο υπουργείο διαμέσου της τοπικής αυτοδιοίκησης».
Η αναφορά αυτή αναδεικνύει, σύμφωνα με την πλευρά των κατοίκων, μια κρίσιμη αντίφαση: ενώ η κυβέρνηση ζητούσε εναλλακτικές λύσεις, οι προτάσεις που είχαν αναζητηθεί από την τοπική κοινωνία δεν προωθήθηκαν όλες θεσμικά προς αξιολόγηση.
Το μήνυμα προς τους βουλευτές της Κρήτης: «Να ακουστεί η φωνή των πολιτών και να ανοίξει ξανά ο διάλογος»
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στον ρόλο των βουλευτών της Κρήτης, ενόψει της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Οι κάτοικοι, με τη δημόσια ανακοίνωσή τους, έχουν καλέσει τους βουλευτές να καταψηφίσουν την τροπολογία, θεωρώντας ότι η ψήφισή της θα επιτρέψει την προώθηση της εγκατάστασης παρά τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί.
Η Χρύσα Καλλέργη, απαντώντας στο σχετικό ερώτημα του Χρήστου Κώνστα, υπογράμμισε την ανάγκη ουσιαστικής πολιτικής εκπροσώπησης της τοπικής κοινωνίας.
«Σίγουρα ζητούν να ακουστεί η γνώμη τους, οι οποίοι τέσσερις μήνες τώρα και επιπλέον με κάθε νόμιμο νομικό μέσο προσπαθούν να περάσουν κάποια επιχειρήματα, να ακουστούν, να ανοίξει ξανά ο δημοκρατικός διάλογος».
Όπως εξήγησε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταψήφιση μιας νομοθετικής ρύθμισης, αλλά και η επανεξέταση της χωροθέτησης.
«Τουλάχιστον από τους βουλευτές τους οποίους στήριξαν και ψήφισαν, να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν τη δημόσια φωνή τους και, αν γίνεται, να ανοίξει πάλι ο διάλογος για μια άλλη τοποθεσία, ασφαλέστερη, αποδοτικότερη και σίγουρα που να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που τόσο καιρό φωνάζουν και που στηρίζουν και με τις απαραίτητες τεχνικές και νομικές εκθέσεις».
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση καταδεικνύει ότι η πλευρά των κατοίκων εξακολουθεί να ζητά πολιτική λύση, ακόμη και ενώ προετοιμάζει τη δικαστική της αντίδραση.
«Το πρώτο νομικό βήμα είναι τα ασφαλιστικά μέτρα»-Στόχος να σταματήσουν οι εργασίες
Ιδιαίτερη σημασία είχε το τελευταίο μέρος της συνέντευξης, κατά το οποίο ο Χρήστος Κώνστας ζήτησε από τη δικηγόρο να εξηγήσει τι πρόκειται να συμβεί εάν η τροπολογία εγκριθεί από τη Βουλή.
Η Χρύσα Καλλέργη περιέγραψε τον σχεδιασμό της νομικής πλευράς των κατοίκων, θέτοντας ως άμεση προτεραιότητα τη δυνατότητα προσωρινής δικαστικής προστασίας.
«Το πιο άμεσο νομικό μέτρο που μπορεί να σταματήσει τις εργασίες στο συγκεκριμένο κτίριο, εφόσον γίνει δεκτό βέβαια, είναι τα ασφαλιστικά μέτρα που προτείνουν οι κάτοικοι να καταθέσουν και τα οποία απαιτούν υπαρκτό και άμεσο κίνδυνο».
Όπως εξήγησε, σκοπός μιας τέτοιας διαδικασίας θα είναι να υπάρξει προσωρινή δικαστική προστασία μέχρι να εξεταστεί η κύρια προσφυγή.
«Μαζί με τα ασφαλιστικά μέτρα συνυπάρχει πάντα η προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο, όπως σας είπα, που εξετάζει στη συνέχεια. Γι’ αυτό λαμβάνονται τα ασφαλιστικά μέτρα, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρχει αυτός ο κίνδυνος που υπάρχει τώρα, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της προσφυγής από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια».
Η δικηγόρος διευκρίνισε ότι η λήψη προσωρινών μέτρων δεν είναι δεδομένη, αλλά εξαρτάται από την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου και την τεκμηρίωση του κινδύνου.
Η ουσία, πάντως, είναι ότι οι κάτοικοι προετοιμάζονται να μεταφέρουν τη διαμάχη στις δικαστικές αίθουσες, επιδιώκοντας να εμποδίσουν την έναρξη ή τη συνέχιση εργασιών μέχρι να κριθούν οι σχετικές προσφυγές.
Μπορεί η τροπολογία να ελεγχθεί ως αντισυνταγματική;
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα νομικά ερωτήματα έθεσε ο Χρήστος Κώνστας, ζητώντας να διευκρινιστεί εάν η ψήφιση της τροπολογίας αλλάζει τα δεδομένα που θα έχει ενώπιόν του ο δικαστής.
Το ερώτημα αφορούσε τη διαφορά ανάμεσα σε μια διοικητική απόφαση που προχωρά με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και σε μια απόφαση η οποία στηρίζεται πλέον σε ειδική νομοθετική ρύθμιση.
Η Χρύσα Καλλέργη υπογράμμισε ότι η ύπαρξη ενός νέου νόμου δεν σημαίνει ότι παύει ο δικαστικός έλεγχος.
«Με βάση το Σύνταγμα, ο εκάστοτε δικαστής είναι ελεύθερος να ερμηνεύει τον νόμο, διότι είναι και θέμα ερμηνείας του νόμου, και να αναλογίζεται τα δικαιώματα».
Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι η τροπολογία θα αποτελεί μέρος του νομοθετικού πλαισίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν αυτομάτως αντιμετωπιστεί όλα τα προβλήματα που επικαλούνται οι κάτοικοι.
«Βάσει του νομοθετικού πλαισίου, το οποίο όπως είπαμε όμως δεν έχει συμπεριλάβει την επίλυση όλων αυτών των προβλημάτων και την αντιμετώπιση, την αντίκρουση των επιχειρημάτων τα οποία οι κάτοικοι θα φέρουν μπροστά στον δικαστή που θα αναλάβει τον συγκεκριμένο φάκελο».
Η δικηγόρος αναφέρθηκε και στη δυνατότητα να τεθεί ζήτημα συνταγματικότητας της νέας ρύθμισης, εφόσον οι κάτοικοι αποφασίσουν να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.
«Αυτό που ξαναλέω είναι ότι η συνταγματικότητα ενός νόμου και η εφαρμογή του κρίνονται ελεύθερα από τον εκάστοτε δικαστή».
Επισήμανε, επίσης, ότι στην υπόθεση δεν εμπλέκεται μόνο η συγκεκριμένη τροπολογία, αλλά ένα ευρύτερο πλέγμα κανόνων δικαίου.
«Δεν είναι μόνο η περίπτωση αυτής της τροπολογίας, διότι με αυτή συνυπάρχουν και άλλοι νόμοι που αφορούν το περιβαλλοντικό δίκαιο, το συγκοινωνιακό δίκτυο, αφορούν το συνταγματικό, αφορούν άρθρα του αστικού δικαίου, τα οποία προϋπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν».
Σύμφωνα με την ίδια, η Δικαιοσύνη θα κληθεί να αξιολογήσει τη συνύπαρξη και την ενδεχόμενη σύγκρουση αυτών των κανόνων και δικαιωμάτων.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω δικαστικών ενεργειών:
«Αν οι κάτοικοι το κρίνουν, το επιθυμούν και θεωρούν ότι διασφαλίζει περαιτέρω τα συμφέροντά τους, μπορούν να απευθυνθούν και ως προς τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης τροπολογίας. Να πλήξουν δηλαδή την ίδια την τροπολογία στη βάση της και στην ουσία της».
Πρόκειται για μια εξέλιξη που, εφόσον υλοποιηθεί με τις προβλεπόμενες ένδικες διαδικασίες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δικαστική εξέταση όχι μόνο των πράξεων που αφορούν την εγκατάσταση, αλλά και της συνταγματικής συμβατότητας των νομοθετικών παρεκκλίσεων που θα εφαρμοστούν.
«Δεν αντιδρούμε επειδή θα φιλοξενηθούν μετανάστες»
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με ένα ιδιαίτερα ουσιαστικό ερώτημα του Χρήστου Κώνστα, το οποίο έθεσε τη συζήτηση πέρα από τις τεχνικές και νομικές διαστάσεις της υπόθεσης.
Ο δημοσιογράφος ζήτησε από τη Χρύσα Καλλέργη να απαντήσει εάν οι κάτοικοι θα εξακολουθούσαν να αντιτίθενται στη δομή στην περίπτωση που η κυβέρνηση προσκόμιζε όλες τις απαιτούμενες μελέτες, αποδείκνυε ότι το κτίριο είναι ασφαλές, είχαν αντιμετωπιστεί οι πλημμυρικοί κίνδυνοι και είχαν εξασφαλιστεί οι συνθήκες ποιότητας ζωής τόσο για τους φιλοξενούμενους όσο και για τους μόνιμους κατοίκους.
Με άλλα λόγια, εάν η αντίδραση αφορά αποκλειστικά τη νομιμότητα και την ασφάλεια ή εάν υπάρχει συνολικότερη αντίθεση στην παρουσία μεταναστών στην περιοχή.
Η απάντηση της δικηγόρου ήταν κατηγορηματική ως προς το αντικείμενο του αγώνα των κατοίκων.
«Νομίζω ότι αυτή την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε ήδη τρία χρόνια πίσω. Αν δεν κάνω λάθος, το 2023 ο Δήμος Ηρακλείου δεσμεύτηκε με την κυβέρνηση ότι θα αποτελεί σταθμό προσωρινής φιλοξενίας των μεταναστευτικών ροών».
Και συνέχισε:
«Επομένως, από τη στιγμή που η τοπική αυτοδιοίκηση και ο Δήμος έχει δεσμευτεί επίσημα, σε καμία περίπτωση οι κάτοικοι δεν είναι αρμόδιοι ούτε θα είχαν δικαίωμα να αντιταχθούν σε τέτοιου είδους φιλοξενία των μεταναστευτικών ροών, όπου και να είχε χωροθετηθεί αυτή».
Η Χρύσα Καλλέργη έκλεισε τη συνέντευξη επιμένοντας ότι η διαφωνία αφορά τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα λειτουργήσει μια τέτοια εγκατάσταση.
«Οι κάτοικοι επιμένουν στη νομιμότητα και στις δικλίδες ασφαλείας που θα πρέπει να διατηρηθούν. Όταν συμφωνούμε κάτι, θα πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές για να υλοποιηθεί με ασφάλεια αυτό το σχέδιο».
Ακούστε εδώ: