Ένα πραγματικά ωραίο κείμενο για τον Χρήστο (Πιατουλάκη) Πολίτη, τον Γιάγκο της «Λάμψης»

Γράφει η Ευαγγελία Καϊράκη.
Επίμονα χτυπούσε το τηλέφωνο.
Ήταν ο πατέρας μου.
— Τι έγινε; ρώτησα ανήσυχη.
— Πέθανε ο Πολίτης.
Σιωπή.
Μετά από λίγες ώρες βγήκε και η είδηση στα μέσα. Εγώ όμως, όπως και η πατρική μου οικογένεια στο σύνολό της, τον είχαμε ήδη θρηνήσει. Ανθρώπινα. Όπως ταίριαζε στον καλό μας γείτονα.
Τριάντα τρία χρόνια, πάνω-κάτω. Στον έκτο όροφο εμείς, στον πέμπτο εκείνος. Και πάνω σε εμάς —δηλαδή, κυριολεκτικά του… έκτου πατώματος— γινόταν για χρόνια: ποδοβολητά, τσακωμοί, φασαρίες, δύσκολες εφηβείες και από τις τρεις μας. Ούτε μία φορά δεν διαμαρτυρήθηκε. Ίσα-ίσα, όταν πετύχαινε τη μαμά μου στην είσοδο, η οποία από χαρακτήρα μοιράζεται εύκολα τα προσωπικά της —τα λέει στο φως, όπως η Ιφιγένεια, για να τα ξορκίσει— πάντα τη στήριζε στα δύσκολα.
Με ένα χτύπημα στον ώμο και λόγια παρηγοριάς. Και σε όλα τα ορόσημα της ζωής μας, μια ευχή από καρδιάς:
— Θα γίνει καλά το παιδί σου, όταν είχε αρρωστήσει σοβαρά η κόρη μου.
— Υπομονή με τον Θοδωρή, έτσι είναι οι σχέσεις.
— Να σου ζήσει ο εγγονός!
Ευγενής, στυλάτος σε απόλυτο βαθμό. Όταν το ασανσέρ ερχόταν από τον πέμπτο, μύριζε ακριβά γαλλικά αρώματα. Μοναχικός στα ύστερά του, είχε αποσυρθεί από όλους και από όλα, από επιλογή. Η μόνη του έξοδος ήταν απέναντι, στον μπακάλη. Το αυτοκίνητο και το σπίτι στην Επίδαυρο, όπου περνούσε τα καλοκαίρια, τα είχε πουλήσει από χρόνια.
Σεμνός. Πολύ σεμνός.
Ακόμα και όταν μεσουρανούσε. Τα πρώτα χρόνια έμενε με τη μητέρα του, μια επίσης πολύ ευγενική Κρητικοπούλα.
Διακριτικός. Δεν ακουγόταν ούτε σύρσιμο καρέκλας. Μόνο πού και πού η φωνή του στην εξώπορτα. Και στην καθημερινότητα εξίσου θεατρικός: έφερε τη στόμφοδη άρθρωση του Εθνικού. Σαν να άκουγα τον Ιππόλυτο να πληρώνει το ντελίβερι.
Στα τηλεοπτικά του «ντουζένια» είχε μια κάποια εξωστρέφεια. Συχνά-πυκνά υποδεχόταν φίλους, επίσης ηθοποιούς, και έκανε σουαρέ στη βεράντα με εδέσματα και κρασιά. Κι εμείς —αδιάκριτα παιδάκια— κρυφοκοιτούσαμε από το θυροτηλέφωνο τις «υψηλές αφίξεις» και στήναμε και λίγο αυτί, μήπως πιάσουμε κανένα κουτσομπολιό ή κανένα θεατρικό ανεκδοτολογικό. Και την άλλη μέρα στο σχολείο έπαιρνα πόντους που «συναπαντιόμουν με σταρς» — κάτι πολύ σημαντικό για μένα, καθώς ως παιδί δεχόμουν μπούλινγκ.
Ότι πέθαινε η Αλίκη, από εκείνον το μάθαμε. Είχαν συνεργαστεί στη «Βασίλισσα Αμαλία» και, επειδή ήξερε πόσο αλικοφανείς και θεατρόφιλοι ήμασταν οικογενειακώς, μας είχε φωνάξει και τις τρεις κάτω για να μας δείξει φωτογραφίες και ενθύμια από συνεργασίες. Παρά το γεγονός ότι, από τη φασαρία που κάναμε, δύσκολα θα μπορούσε να μελετήσει ρόλο.
— Παιδιά είναι… είχε πει στη μαμά μου, όταν πήγε αυτοβούλως να απολογηθεί.
Η «Λάμψη» του έδωσε τη λάμψη του συστήματος — το είχε παραδεχτεί δημόσια και ο ίδιος. Δεν του πρόσφερε τα εκατομμύρια του Γιάγκου, αλλά μια σχετική ευμάρεια. Ειλικρινής ως προς αυτό, έφερε εις πέρας τον ρόλο με συνέπεια.
Ο Χρήστος Πολίτης, όμως, ήταν ηθοποιός ρεπερτορίου. Περήφανος για τις συνεργασίες του με τον Φέρτη, τον Μινωτή κ.ά., και για το Απλό Θέατρο, στο οποίο υπήρξε συνιδρυτής. Αλλά στην Ελλάδα, με ρομαντισμό, ως γνωστόν, δεν βγαίνει η καθημερινότητα.
Βαθιά πεπαιδευμένος.
Ένας υπέροχος άνθρωπος, χωρίς διάθεση αγιογραφίας.
Ένας εξαιρετικός ηθοποιός.
Ένας Δον Κιχώτης του συστήματος.
Ένα τεράστιο κομμάτι των νεανικών μου χρόνων.
Ο «σταρ» της γειτονιάς μας.
Θα λείψει. Θα μας λείψει.
Αντίο… Σας αγαπώ.