Λιπώδες ήπαρ: Τα νέα φάρμακα για την παχυσαρκία μπαίνουν στη θεραπευτική φαρέτρα

Τα νέα φάρμακα για την παχυσαρκία αποκτούν πλέον θέση και στην αντιμετώπιση του λιπώδους ήπατος, διευρύνοντας τις θεραπευτικές δυνατότητες για μια νόσο που συχνά εξελίσσεται αθόρυβα. Οι ενέσιμες θεραπείες ανοίγουν νέες προοπτικές για συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών, ενώ η διατροφή, η άσκηση και η απώλεια βάρους παραμένουν ο θεμέλιος λίθος της αντιμετώπισης, επισημαίνει η καθηγήτρια Παθολογίας και Μεταβολικών Νοσημάτων στο ΕΚΠΑ και στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Εριφύλλη Χατζηαγγελάκη, σε συνέντευξη που παραχωρεί στο Πρακτορείο Fm και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου, «104,9 ΜΥΣΤΙΚΑ ΥΓΕΙΑΣ ». Η σημασία αυτών των εξελίξεων είναι ιδιαίτερα, καθώς το λιπώδες ήπαρ μπορεί να παραμένει αδιάγνωστο για χρόνια, χωρίς πόνο, ή άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα. Ακόμα και οι φυσιολογικές τρανσαμινάσες δεν αποκλείουν προχωρημένη νόσο, τονίζει η κ. Χατζηαγγελλάκη, εξηγώντας ότι ο έλεγχος του ήπατος πρέπει να εντάσσεται στη συνολική αξιολόγηση ανθρώπων με διαβήτη, παχυσαρκία και άλλους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.
Νέες θεραπείες με συγκεκριμένες ενδείξεις
Τα φάρμακα που αναφέρονται για τον διαβήτη και την παχυσαρκία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και για την αντιμετώπιση της ηπατικής νόσου, λέει η καθηγήτρια που αναφέρεται σε εβδομαδιαίες ενέσιμες θεραπείες, καθώς και σε μελέτες με διπλούς αθλητές. ενισχύουν τις προσδοκίες για περαιτέρω διεύρυνση των θεραπευτικών επιλογών. «Η σεμαγλουτίδη, έχει ήδη εγκριθεί από το FDA στις ΗΠΑ και για ενήλικες με στεατοηπατίτιδα που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία και μέτρια έως προχωρημένη ίνωση, χωρίς κίρρωση. Η συγκεκριμένη ένδειξη αφορά αυτή την κατηγορία ασθενών και δεν αποτελεί γενική έγκριση για κάθε περίπτωση απλής συσσώρευσης λίπους στο ήπαρ. Επίσης, πριν από λίγες ημέρες, στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Διαβήτη στο Μιλάνο, ανακοινώθηκαν και μελέτες με ένα καινούργιο ενέσιμο φάρμακο, η σουρβοτουτίδη που είναι διπλός αγωνιστής και στοχεύει στον διαβήτη, στην παχυσαρκία αλλά και στη στεάτωση του ήπατου. Είναι κάτι που αναμένουμε να πάρει γρήγορα έγκριση, για να έχουμε και αυτό στη διάθεσή μας». Η καθηγήτρια υπογραμμίζει ότι η επιλογή φαρμακευτικής αγωγής γίνεται ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς και προστίθεται, όπου χρειάζεται, στις παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής. Η ανάγκη για αποτελεσματικές θεραπείες συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη δυσκολία διατήρησης της απώλειας βάρους και των διατροφικών αλλαγών για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μια σιωπηλή νόσος που αφορά περίπου 4 στους δέκα
Ο σύγχρονος όρος για τη νόσο είναι «στεατοτική νόσος του ήπατος που σχετίζεται με τη μεταβολική δυσλειτουργία». Όπως εξηγεί η κ. Χατζηαγγελάκη, πρόκειται για εναπόθεση λίπους στο ήπαρ, η οποία συνυπάρχει τουλάχιστον έναν καρδιομεταβολικό παράγοντα κινδύνου, όπως η παχυσαρκία, ο διαβητής, η υπέρταση ή οι διαταραχές των λιπιδίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η συχνότητα της υπολογίζεται περίπου στο 38% παγκοσμίως και παράλληλα με την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Σε ένα μέρος των ασθενών μπορεί να εξελιχθεί σε στεατοηπατίτιδα, ίνωση και κίρρωση, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη αναγνώριση των ανθρώπων που κινδυνεύουν περισσότερο. Το βασικό πρόβλημα, όπως τονίζει, είναι ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν ειδικά συμπτώματα, ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική ίνωση. Γι’ αυτό η ενοχλήσεις δεν πρέπει να δημιουργήσει εφησυχασμό σε ανθρώπους με μεταβολικά νοσήματα.
Το φυσιολογικό βάρος δεν αποκλείει τις λιπώδες ήπαρ
Η νόσος μπορεί να εμφανιστεί και σε ανθρώπους χωρίς παχυσαρκία, διευκρινίζει η καθηγήτρια. «Το βάρος από μόνο του δεν αρκεί για να αποκλειστεί η παρουσία της, καθώς στην εμφάνισή της συμμετέχει η αντίσταση στην ινσουλίνη, η γενετική προδιάθεση, η διατροφή, η φυσική δραστηριότητα και η κατανόηση του λίπους. Ένας αδύνατος άνθρωπος μπορεί επίσης να έχει αντίσταση στην ινσουλίνη. Επομένως, η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τη συνολική μεταβολική εικόνα και να μην περιορίζεται στα κιλά που δείχνει η ζυγαριά. Παράλληλα, η σχέση με τον διαβήτη είναι αμφίδρομη: η αντίσταση στην ινσουλίνη ευνοεί τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, ενώ η ηπατική στεάτωση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης. Η συχνή συνύπαρξη υπέρτασης, δυσλιπιδαιμίας και παχυσαρκίας καθιστά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο βασική παράμετρο της συνολικής πρόγνωσης». Γι’ αυτό, σύμφωνα με την κ. Χατζηαγγελάκη, η αντιμετώπιση περιλαμβάνει την εκτίμηση του καρδιομεταβολικού κινδύνου και την παρακολούθηση των νοσημάτων που συνυπάρχουν.
Ποιες εξετάσεις βοηθούν στη διάγνωση
«Η διερεύνηση περιλαμβάνει εργαστηριακό έλεγχο, υπολογισμό ειδικών δεικτών από τον θεράποντα γιατρό και απεικονιστικές εξετάσεις. Ο υπέρηχος μπορεί να αναδείξει την παρουσία λίπους, ενώ η ελαστογραφία συμβάλλει στην εκτίμηση της σκληρότητας του ήπατος και στην αξιολόγηση της πιθανής αιτίας. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει και βιοψία». Η ίδια δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παρακολούθηση ανθρώπων με διαβήτη, παχυσαρκία, υπέρταση και δυσλιπιδαιμία. Ο τακτικός έλεγχος επιτρέπει στον γιατρό να αξιολογήσει την πορεία της νόσου και να αποφασίσει εάν οι αλλαγές στη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα επαρκούν ή χρειάζεται επιπλέον θεραπευτική παρέμβαση.
Διατροφή και άσκηση παραμένουν η βάση
Παρά τις φαρμακευτικές, η διατροφή και η άσκηση αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο, επισημαίνει η κ. Χατζηαγγελάκη, τονίζοντας ότι η απώλεια βάρους πάνω από 7-10% μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη στεάτωση. Οι σχετικές οδηγίες πρέπει να εξατομικεύονται με βάση την κατάσταση και τις ανάγκες κάθε ασθενούς. Στο ερώτημα αν η νόσος μπορεί να υποστηριχθεί πλήρως, η καθηγήτρια εξηγεί ότι μπορεί να βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα όταν εντοπίζεται στα αρχικά στάδια και ακολουθούνται συστηματικά οι οδηγίες για διατροφή και άσκηση, με προσθήκη φαρμακευτικής αγωγής όπου ενδείκνυται. «Η έγκαιρη διάγνωση και η σταθερή παρακολούθηση αποτελούν, επομένως, καθοριστικά βήματα για την αντιμετώπισή της».