Στα 3,4 δισ. ευρώ η ετήσια οικονομική επιβάρυνση από την παχυσαρκία στην Ελλάδα

Η οικονομική επιβάρυνση από το αυξημένο σωματικό βάρος και την παχυσαρκία στην Ευρώπη μπήκε στο μικροσκόπιο νέας έρευνας που εκπονήθηκε από τον OHE, κατόπιν ανάθεσης της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων και Συνδέσμων (EFPIA).
Η έρευνα ποσοτικοποιεί την υγειονομική και οικονομική επιβάρυνση που συνδέεται με το αυξημένο σωματικό βάρος και την παχυσαρκία σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, στην Ελλάδα, το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία συνδέονται με ετήσια οικονομική επιβάρυνση €3,4 δισ., ή €328 ανά κάτοικο. Το ποσό αντιστοιχεί σε περίπου 1,4% του ΑΕΠ, ξεπερνά τις δαπάνες για στέγαση και υπερβαίνει το ήμισυ των αμυντικών δαπανών της χώρας.
Το άμεσο και έμμεσο κόστος
Από το συνολικό κόστος, τα 2,3 δισ. ευρώ (68%) αφορούν άμεσες δαπάνες υγείας και τα 1,1 δισ. ευρώ (32%) έμμεσες απώλειες. Οι άμεσες δαπάνες συνδέονται κυρίως με τον διαβήτη τύπου 2 (0,9 δισ. ευρώ), τις μυοσκελετικές παθήσεις (0,4 δισ. ευρώ) και τα καρδιαγγειακά νοσήματα (0,2 δισ. ευρώ).
Στο έμμεσο κόστος, οι απουσίες από την εργασία και η μειωμένη παραγωγικότητα αντιστοιχούν σε €0,3 δισ. η καθεμία. Ακολουθούν ο χρόνος που αφιερώνεται στη φροντίδα ασθενών (€0,2 δισ.), η οικονομική αδράνεια λόγω ασθένειας (€0,1 δισ.) και η πρόωρη θνησιμότητα (€0,1 δισ.). Ενώ, οι σχετικά υψηλές απουσίες από την εργασία στην Ελλάδα αυξάνουν την έμμεση επιβάρυνση. Αντίθετα, η χαμηλότερη απασχόληση στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπου ο αυξημένος ΔΜΣ είναι συχνότερος, περιορίζει το ύψος των απωλειών παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, μέρος αυτής της επιβάρυνσης θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της αποτελεσματικότερης διαχείρισης των σχετιζόμενων νοσημάτων.