Δημογραφικό: Πού ζουν οι μεγαλύτεροι Ευρωπαίοι και ποιες χώρες γερνούν ταχύτερα

Το προσδόκιμο ζωής στην Ευρώπη έχει για δεκαετίες μια αργή αλλά σταθερή άνοδο. Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα,κάθε γενιά ζει περισσότερο από την προηγούμενη, χάρη στις βελτιώσεις στην ιατρική και τις κοινωνικές συνθήκες. Ο 20ός αιώνας, ειδικότερα, αποτέλεσε περίοδο θεαματικής προόδου. Στις αρχές του 21ου αιώνα, ωστόσο, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη.
Σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δείχνει να επιβραδύνεται αισθητά, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ίσως πλησιάζουμε σε ένα φυσικό όριο της ανθρώπινης μακροζωίας. Μια νέα εκτεταμένη ευρωπαϊκή έρευνα επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και καταλήγει σε ένα συμπέρασμα πιο σύνθετο από όσο θα περίμενε κανείς.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, βασίστηκε σε στοιχεία θνησιμότητας και δημογραφίας από 450 περιφέρειες της δυτικής Ευρώπης. Η ανάλυση καλύπτει σχεδόν 400 εκατομμύρια ανθρώπους και μια χρονική περίοδο σχεδόν τριών δεκαετιών, από το 1992 έως το 2019.
Στην έρευνα συμμετείχαν 13 χώρες, μεταξύ των οποίων η Ισπανία, η Δανία, η Πορτογαλία, η Ελβετία και η Γαλλία. Οι επιστήμονες χρειάστηκαν να προσαρμόσουν και να ενοποιήσουν δεδομένα που συλλέγονταν με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε χώρα ώστε να δημιουργήσουν μια ενιαία βάση σύγκρισης.
Το αποτέλεσμα ήταν μια από τις πιο ολοκληρωμένες εικόνες που έχουν καταγραφεί για τη γεωγραφία της μακροζωίας στην Ευρώπη.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ενθαρρυντικό: η ανθρώπινη ζωή δεν φαίνεται να έχει φτάσει ακόμη στα βιολογικά της όρια. Σε ορισμένες περιφέρειες που θεωρούνται «πρωταθλήτριες», το προσδόκιμο ζωής συνεχίζει να αυξάνεται με ρυθμούς παρόμοιους με εκείνους των προηγούμενων δεκαετιών. Για τους άνδρες, η αύξηση αντιστοιχεί περίπου σε 2,5 μήνες επιπλέον ζωής κάθε χρόνο, ενώ για τις γυναίκες σε περίπου 1,5 μήνα.
Το 2019, σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονταν περιοχές όπως η βόρεια Ιταλία, η Ελβετία, αρκετές ισπανικές επαρχίες, το Παρίσι και τα εύπορα προάστιά του, καθώς και η περιοχή Anjou στη Γαλλία. Εκεί, το προσδόκιμο ζωής είχε φτάσει τα 83 χρόνια για τους άνδρες και τα 87 για τις γυναίκες, αποδεικνύοντας ότι η πρόοδος στη μακροζωία παραμένει εφικτή.
Η εικόνα διαφοροποιείται έντονα όταν εξετάζονται οι περιφέρειες που υστερούν. Κατά τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές των 2000s, οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης σημείωναν ταχύτερη βελτίωση στο προσδόκιμο ζωής, οδηγώντας σε μια σταδιακή σύγκλιση με τις πλουσιότερες περιοχές.
Γύρω στο 2005, όμως, αυτή η δυναμική άρχισε να εξασθενεί. Σε περιοχές όπως η ανατολική Γερμανία, η Βαλλωνία στο Βέλγιο, τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και ορισμένες βόρειες περιοχές της Γαλλίας, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επιβραδύνθηκε σημαντικά και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν σταμάτησε.
Έτσι, η Ευρώπη δείχνει πλέον να χωρίζεται σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες: από τη μία πλευρά, περιοχές που συνεχίζουν να βελτιώνουν τη δημόσια υγεία και τη μακροζωία· από την άλλη, περιοχές όπου η πρόοδος έχει παγώσει.
55–74: Η κρίσιμη ηλικιακή ζώνη
Η καμπή αυτή φαίνεται να συνδέεται κυρίως με την ηλικιακή ομάδα των 55 έως 74 ετών. Στη δεκαετία του 1990, η θνησιμότητα σε αυτές τις ηλικίες μειώθηκε εντυπωσιακά, κυρίως χάρη στη βελτίωση της καρδιολογίας και σε αλλαγές στις επιβλαβείς συνήθειες.
Από τις αρχές των 2000s, όμως, η πρόοδος αυτή επιβραδύνθηκε. Σε ορισμένες περιοχές, ο κίνδυνος θανάτου σε αυτές τις ηλικίες άρχισε μάλιστα να αυξάνεται ξανά. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα εμφανές στις μεσογειακές περιοχές της Γαλλίας — κυρίως για τις γυναίκες — αλλά και σε μεγάλο μέρος της Γερμανίας. Επειδή οι θάνατοι σε αυτές τις ηλικίες είναι πολλοί, ακόμη και μικρές μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συνολική τάση του προσδόκιμου ζωής.
Παρότι η μελέτη δεν αποδίδει την εξέλιξη αυτή σε μία μόνο αιτία, οι επιστήμονες επισημαίνουν γνωστούς παράγοντες κινδύνου: το κάπνισμα, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, τη «φτωχή» διατροφή και την έλλειψη σωματικής ασκησης.
Ταυτόχρονα, η οικονομική κρίση του 2008 φαίνεται να ενίσχυσε τις περιφερειακές ανισότητες. Περιοχές που βίωσαν απώλεια θέσεων εργασίας και αυξημένη κοινωνική ανασφάλεια παρουσίασαν επιδείνωση της υγείας του πληθυσμού τους, ενώ άλλες — με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και ισχυρότερη οικονομία — συνέχισαν την ανοδική τους πορεία.
Η μακροζωία, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα ιατρικής προόδου αλλά συνδέεται στενά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Το τελικό συμπέρασμα της έρευνας είναι διττό. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μπορεί να συνεχιστεί και σε ορισμένες περιοχές αυτό ήδη συμβαίνει. Ταυτόχρονα, όμως, η πρόοδος αυτή δεν κατανέμεται ισότιμα. Τα τελευταία περίπου 15 χρόνια, ένα σημαντικό τμήμα της Ευρώπης παρουσιάζει στασιμότητα, κυρίως λόγω αυξημένης θνησιμότητας γύρω από την ηλικία των 65 ετών. Ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα να μην αφορά τα βιολογικά όρια της ανθρώπινης ζωής, αλλά τις κοινωνικές συνθήκες που καθορίζουν ποιοι άνθρωποι θα μπορέσουν να ζήσουν περισσότερο.
Πηγή: newmoney.gr