
Στην Ολλανδία το 45% των εργαζομένων μερικής απασχόλησης επέλεξε οικειοθελώς αυτό το καθεστώς έναντι μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης. Στο ίδιο μήκος κύματος και στο Βέλγιο, σε ποσοστό 25%, οι εργαζόμενοι αξιοποιούν τους νόμους περί ευελιξίας στην εργασία για να συνδυάσουν την επαγγελματική καριέρα με την οικογενειακή ζωή. Βεβαίως πρέπει να σημειώσουμε ότι οι μισθοί στις εν λόγω χώρες είναι σχεδόν τριπλάσιοι από τις αμοιβές στην Ελλάδα και ο κουρεμένος μισθός μερικής απασχόλησης θεωρείται ικανοποιητικός σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Αντίθετα, στη χώρα μας αποτυπώνεται μια εντελώς διαφορετική και σκληρή πραγματικότητα. Ενας στους οκτώ εργαζόμενους βρίσκεται σε καθεστώς ελαστικής μορφής απασχόλησης (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εκ περιτροπής εργασία, gig economy) όχι από επιλογή, αλλά εξ ανάγκης. Σχεδόν το 50% όσων εργάζονται με μερική απασχόληση δηλώνει ότι το κάνει επειδή δεν μπορεί να βρει δουλειά πλήρους απασχόλησης.
Παρά τη μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει αρνητικές επιδόσεις ως προς το ποσοστό των εργαζομένων που επιθυμούν πλήρη απασχόληση, αλλά εξαναγκάζονται στη μερική.
Ωστόσο η υποαπασχόληση δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Οπως διαπιστώνει το Eurofound, το Ευρωπαϊκό Ιδρυμα της Ε.Ε. για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, 1 στους 11 εργαζόμενους είναι εγκλωβισμένος χωρίς τη θέλησή του σε καθεστώς επισφαλούς απασχόλησης, δουλεύοντας με περιστασιακό ή μειωμένο ωράριο.
Η Ελλάδα κατέχει την 6η θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ε.Ε., με το ποσοστό εργαζομένων που βιώνουν καθεστώς ακούσιας υποαπασχόλησης να ανέρχεται σε 12,5%. Αυτό σημαίνει ότι 1 στους 8 εργαζόμενους εργάζεται περιστασιακά χωρίς τη θέλησή του. Προηγούνται η Ιταλία (18,4%), η Ισπανία (17%), η Κύπρος (15%), η Πορτογαλία (13,3%) και η Φινλανδία (13,2%). Τέλος, στις πλουσιότερες χώρες Αυστρία, Γερμανία, Δανία, Ολλανδία και Ιρλανδία παρατηρούνται ποσοστά της τάξης του 4%-5%.
Οπως επισημαίνει ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα μας εντοπίζεται στην προσωρινή απασχόληση και λιγότερο στη μερική. Οι εργαζόμενοι που εξαναγκάζονται σε προσωρινή απασχόληση, κυρίως λόγω της εποχικότητας, προέρχονται από τον τουρισμό, τα εργολαβικά συνεργεία, τα ναυπηγεία, την καθαριότητα και τον κλάδο των σεκιούριτι. Ιδιαιτέρα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το 84,5% αυτών των εργαζομένων φαίνεται να δουλεύει προσωρινά χωρίς να το επιθυμεί. Θα προτιμούσαν δηλαδή να εργάζονται με πλήρη απασχόληση αλλά δουλεύουν προσωρινά, π.χ. στον τουρισμό.
Στην Ευρώπη
Αντιθέτως, για παράδειγμα, στην Ολλανδία, που έχει την ισχυρότερη προσωρινή απασχόληση μακράν σε όλη την Ε.Ε. με ποσοστό 26,5% (1 στους 4 εργάζεται με προσωρινή απασχόληση), μόνο το 17,7% φαίνεται να το κάνει ακούσια.
Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται και στη μερική απασχόληση (μειωμένο ωράριο). Στην Ελλάδα φτάνει στο 6,5%, αλλά οι μισοί και παραπάνω (54,5%) δηλώνουν ότι εργάζονται ακούσια με μειωμένο ωράριο.
Το σημαντικότερο πρόβλημα της υποαπασχόλησης είναι η χαμηλή αμοιβή που αντιστοιχεί στις περιορισμένες ώρες εργασίας και δημιουργεί συνθήκες οικονομικής πίεσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Εργάνης», περίπου 240.000 μισθωτοί που προφανώς εργάζονται με μερική απασχόληση λαμβάνουν έως 500 ευρώ μηνιαίως, ενώ 1 στους 3 μισθωτούς αμείβεται έως 1.000 ευρώ.
Γι’ αυτό και λόγω των ευέλικτων μορφών εργασίας παρατηρείται δυσκολία στην αύξηση του μέσου μισθού. Αν οι περισσότεροι Ελληνες εργαζόμενοι δούλευαν με πλήρη απασχόληση, όπου ο μέσος μισθός, σύμφωνα με τα στοιχεία της «Εργάνης», ανέρχεται σε 1.516 ευρώ το 2025, θα είχε ήδη επιτευχθεί δύο χρόνια νωρίτερα ο στόχος της κυβέρνησης για μέσο μισθό 1.500 ευρώ το 2027.
Ωστόσο, ο μέσος όρος υποχωρεί στα 1.362,66 ευρώ για το σύνολο των εργαζομένων λόγω των ευέλικτων μορφών εργασίας αλλά και των μικρών επιχειρήσεων στις οποίες με δυσκολία ο μέσος μισθός υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ.
Οι γυναίκες
Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης είναι σημαντικά πιο διαδεδομένες μεταξύ των γυναικών, των νέων, των ατόμων με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και των εκτός Ε.Ε. υπηκόων. Αναφερόμενο ειδικά στις γυναίκες, το Eurofound υποστηρίζει ότι κάποιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου ενδέχεται να χρησιμοποιούνται ακόμη και ως «μηχανισμοί αξιολόγησης για εργαζόμενους των οποίων η δέσμευση θεωρείται αβέβαιη από τους εργοδότες λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων». Απλούστατα, δεν προσλαμβάνουν γυναίκες με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα γιατί μπορεί να είναι ή να γίνουν μητέρες.
Το μέγεθος του τομέα και της επιχείρησης έχει επίσης σημαντική σημασία: οι εργαζόμενοι σε νοικοκυριά, γεωργία, στέγαση, διοικητικές υπηρεσίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη επισφάλεια σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Επίσης, οι άνθρωποι σε ασταθείς θέσεις εργασίας είναι «δυσανάλογα συγκεντρωμένοι σε χειρωνακτικές δουλειές που απαιτούν τεχνική και όχι υψηλόβαθμη εκπαίδευση».
Το Eurofound επισημαίνει ότι η μερική απασχόληση μπορεί να βελτιώσει την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και να στηρίξει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας για ομάδες πληθυσμού με σημαντικές υποχρεώσεις φροντίδας μελών της οικογένειας. Αν και η ευελιξία μπορεί θεωρητικά να προσφέρει ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, οι έρευνες του Eurofound επισημαίνουν ότι η ελαστική εργασία εφαρμόζεται συχνά υπό καθεστώς ανάγκης λόγω οικονομικής δυσπραγίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εργασίας και την αύξηση των κινδύνων για την ψυχική υγεία και την ευημερία των εργαζομένων.
newmoney.gr