Ο οικονομολόγος που είχε προειδοποιήσει για την κρίση του 2008 επιστρέφει: «Ίσως έρχεται κάτι χειρότερο»

Ο Richard Bookstaber, συγγραφέας του «A Demon of Our Own Design» που είχε προειδοποιήσει πριν από την κρίση του 2008, επιστρέφει με νέα ανάλυση στους New York Times, εκτιμώντας ότι το σημερινό περιβάλλον θυμίζει ξανά περίοδο αυξημένου ρίσκου, ενδεχομένως πιο επικίνδυνη από εκείνη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
«Στην αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, βρισκόμουν σε ένα εταιρεία διαχείρισης αντισταθμιστικών επενδυτικών κεφαλαίων. Στο τέλος της, ήμουν στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Και στα δύο, συνεργαζόμουν με ανθρώπους που είχαν μόλις λίγα χρόνια αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Το δράμα του 2008 ήταν το μόνο που γνώριζαν για τις χρηματοπιστωτικές αγορές. “Να θυμάστε τι συμβαίνει”, τους έλεγα. “Δεν θα ξαναδείτε ποτέ κάτι τέτοιο”. Τώρα δεν είμαι τόσο σίγουρος. Ίσως δουν κάτι χειρότερο».
Βρισκόμαστε ξανά σε μια περίοδο ρίσκου, γεμάτη από πιέσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτή τη φορά, οι κίνδυνοι είναι κατανεμημένοι σε διαφορετικούς κλάδους, αγορές και χώρες: τεχνητή νοημοσύνη, η αγορά ιδιωτικής πίστωσης ύψους περίπου 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, οι χρηματιστηριακές αγορές, η Taiwan και πλέον το Iran. Αυτοί οι κίνδυνοι αναλύονται ένας προς έναν, άρθρο προς άρθρο. Τους κατανοούμε απομονωμένα. Όμως αποτελούν διαφορετικές είσοδοι στο ίδιο υποκείμενο σύστημα — ένα πολύπλοκο και στενά συνδεδεμένο δίκτυο όπου αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι η συγκεκριμένη πηγή της πίεσης, αλλά το πόσο γρήγορα αυτή μπορεί να εξαπλωθεί, σύμφωνα με τον Bookstaber.
Καπνός υψώνεται από το λιμάνι Τζεμπέλ Άλι μετά από ιρανική επίθεση, έπειτα από πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Τα σημάδια συστημικής πίεσης αρχίζουν ήδη να εμφανίζονται
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία 20 χρόνια, η υποχώρηση των παραδοσιακών τραπεζών μετά την κρίση έχει οδηγήσει πολλές εταιρείες να βασίζονται όλο και περισσότερο στον δανεισμό από θεσμικούς επενδυτές. Όμως αυτά τα δάνεια σπάνια αλλάζουν χέρια, με αποτέλεσμα οι επενδυτές να μην έχουν σαφή εικόνα για την πραγματική τους αξία ή για το πόσο εύκολα θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν αν επιδεινωθούν οι συνθήκες.
Επιπλέον, ένα μέρος της αβεβαιότητας προκύπτει από το γεγονός ότι πολλοί από τους δανειολήπτες είναι εταιρείες λογισμικού και τεχνολογίας — επιχειρήσεις των οποίων οι υπηρεσίες θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτή η ευαλωτότητα αρχίζει να ανησυχεί τους επενδυτές. Ήδη, ορισμένοι έχουν αρχίσει να αποσύρουν τα χρήματά τους από τα private credit funds μεγάλων εταιρειών όπως η Blue Owl, η BlackRock και η Blackstone, ενώ οι μετοχές της Blue Owl έχουν υποχωρήσει σημαντικά. Και επειδή αυτή η αγορά δεν διαθέτει οργανωμένο χρηματιστήριο και η πληροφόρηση είναι περιορισμένη, οι εκροές μπορούν να προκαλέσουν ένα γενικευμένο “bank run”, μετατρέποντας τις πιέσεις σε πλήρη κρίση.
Καπνός σε διυλιστήριο πετρελαίου που υπέστη ζημιές σε ιρανική επίθεση, εν μέσω της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, στη Χάιφα, Ισραήλ, 19 Μαρτίου 2026.
Η AI
Παράλληλα, η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί σε τεράστιες επενδύσεις σε έναν μικρό αριθμό κυρίαρχων τεχνολογικών εταιρειών, διογκώνοντας τις αποτιμήσεις τους σε σημείο που δέκα μετοχές αντιπροσωπεύουν πλέον πάνω από το ένα τρίτο της αξίας του S&P 500. Αυτό το επίπεδο συγκέντρωσης είναι πρωτοφανές — και επικίνδυνο, καθώς ένα σοκ σε μία μόνο από αυτές τις εταιρείες μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την αγορά αντί να απορροφηθεί, σύμφωνα με τον Bookstaber.
Αυτό που φαίνεται ως ξεχωριστές εξελίξεις — από τη μία μια νέα μορφή δανεισμού και τεχνολογικής μετάβασης, από την άλλη η ευφορία των αγορών — στην πραγματικότητα αποτελεί το ίδιο δίκτυο χρήματος και προσδοκιών, εξεταζόμενο από διαφορετικές οπτικές.
Η ιδιωτική πίστωση δεν χρηματοδοτεί μόνο εταιρείες ευάλωτες στην τεχνητή νοημοσύνη. Αποτελεί επίσης κρίσιμη πηγή χρηματοδότησης για την υποδομή που τροφοδοτεί την ίδια την ΑΙ — data centers και ημιαγωγούς. Αυτές οι υποδομές κατασκευάζονται κυρίως από λίγες μεγάλες εταιρείες όπως η Google και η Microsoft που κυριαρχούν και στο χρηματιστήριο. Σε αυτό το στενά συνδεδεμένο σύστημα, μια αδυναμία στην ιδιωτική πίστωση μπορεί να πιέσει τις επενδύσεις στην ΑΙ των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, επηρεάζοντας στη συνέχεια χαρτοφυλάκια, συντάξεις και αποταμιεύσεις εκατομμυρίων ανθρώπων.
Στρατιώτες επιθεωρούν τα ερείπια ενός διαμερίσματος που επλήγη από φονική ιρανική πυραυλική επίθεση, εν μέσω της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, στο Ραμάτ Γκαν, Ισραήλ, 18 Μαρτίου 2026.
«Πάρτε για παράδειγμα το Ιράν. Ένα ενεργειακό σοκ που αυξάνει το κόστος ή περιορίζει την προσφορά ενέργειας επηρεάζει άμεσα τα data centers και την παραγωγή της ΑΙ, αυξάνοντας τα κόστη για τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες μετακυλίουν αυτές τις πιέσεις στις αγορές ιδιωτικής πίστωσης και μετοχών», σύμφωνα με τον συγγραφέα.
Αντίστοιχα, η Ταϊβάν. Σε περίπτωση εισβολής ή αποκλεισμού από τη Κίνα η πρόσβαση των ΗΠΑ σε ημιαγωγούς θα περιοριζόταν σημαντικά. Αυτό θα επιβράδυνε άμεσα την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, αποδυναμώνοντας τις εταιρείες που οδηγούν την άνθηση της ΑΙ και προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις.
«Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν αποτυγχάνει επειδή κάτι πάει στραβά μεμονωμένα. Αποτυγχάνει επειδή διαφορετικά σοκ διαχέονται μέσα στο ίδιο σύστημα με τρόπους δύσκολα προβλέψιμους. Όταν κάτι τελικά πάει στραβά, εξαπλώνεται ταχύτερα από όσο μπορεί να περιοριστεί».
Είναι κρίσιμο οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να κατανοήσουν ότι η ιδιωτική πίστωση δεν αποτελεί απλώς έναν παράλληλο κίνδυνο δίπλα στην άνθηση της ΑΙ. Οι υποδομές της ΑΙ — data centers, μικροτσίπ και γενικότερη υποδομή — έχουν χρηματοδοτηθεί σε μεγάλο βαθμό μέσω ιδιωτικών δανείων. Οι επενδυτές σε αυτά τα δάνεια δεν μπορούν εύκολα να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους. Έτσι, αν υπάρξει αναταραχή στο σύστημα και χρειαστεί να αντλήσουν ρευστότητα, θα κάνουν αυτό που κάνουν συνήθως οι επενδυτές όταν δεν μπορούν να πουλήσουν αυτό που θέλουν: θα πουλήσουν ό,τι μπορούν. Και αυτό που μπορούν να πουλήσουν εύκολα είναι οι μεγάλες, εισηγμένες τεχνολογικές μετοχές που κυριαρχούν στους βασικούς δείκτες, σύμφωνα με τον Bookstaber.
Η κρίση του 2008
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που χτίζουμε ένα τέτοιο σύστημα. Την κρίση του 2008 συχνά την θυμόμαστε ως μια ιστορία υπερδανεισμένων νοικοκυριών, μιας φούσκας ακινήτων και εκατομμυρίων στεγαστικών δανείων που κατέληξαν σε αθέτηση πληρωμών. Όμως η ίδια η φούσκα δεν ήταν ο βασικός λόγος που η κρίση έγινε τόσο καταστροφική. Ο επιταχυντής που την οδήγησε σε τέτοια έκταση ήταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα που είχε χτιστεί γύρω από αυτήν. Πολύπλοκα και νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία έκρυψαν τον πραγματικό κίνδυνο, διασύνδεσαν τους ισολογισμούς σε όλο το σύστημα και αφαίρεσαν τα «μαξιλάρια» που παλαιότερα απορροφούσαν τα σοκ. Όταν κατέρρευσε η αγορά κατοικίας, αυτά τα εργαλεία παραλίγο να συμπαρασύρουν ολόκληρο το σύστημα.
Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος δεν είναι η χρηματοοικονομική μηχανική. Είναι ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει συνδεθεί με τις ευαλωτότητες του φυσικού κόσμου — τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, το νερό, τη γη, τις εφοδιαστικές αλυσίδες — δημιουργώντας κινδύνους που οι αγορές δεν έχουν πλαίσιο να αναλύσουν. «Τα μοντέλα μας για την εκτίμηση κινδύνου εξετάζουν τιμές, μεταβλητότητα και συσχετίσεις. Δεν έχουν εργαλεία για να »διαβάσουν» μια βλάβη στο δίκτυο, μια ξηρασία ή μια διακοπή εφοδιασμού. Όταν τα προειδοποιητικά σημάδια εμφανιστούν στα δεδομένα της αγοράς, η ζημιά θα έχει ήδη συμβεί».
Οι φυσικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το Ιράν, την Ταϊβάν και την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης αντικαθιστούν πλέον τους τύπους χρηματοπιστωτικών κινδύνων που προηγήθηκαν του 2008. «Θα προτιμούσα οποιαδήποτε μέρα τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Οι χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι κινούν μόνο τις τιμές. Οι φυσικοί κίνδυνοι κινούν τον κόσμο.»