Πετρέλαιο: Συναγερμός για το νέο ράλι και την εκτόξευση πάνω από τα 100 δολάρια – Πόσο θα διαρκέσουν τα παγκόσμια αποθέματα

Kαθώς ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν κλιμακώνεται, η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο. Mε τη σειρά τους, οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύονται. Οι βιομηχανικές χώρες επιχειρούν να περιορίσουν το ράλι στις τιμές, διοχετεύοντας στην αγορά ποσότητες από τα στρατηγικά τους αποθέματα. Ωστόσο, όσο η σύγκρουση παρατείνεται, εντείνεται και ένα ερώτημα: για πόσο ακόμη επαρκούν τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου;
Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στο Ιράν συνεχίζονται, ενώ η Τεχεράνη απαντά με νέες πυραυλικές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο. Την ίδια στιγμή, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά για τη διακίνηση πετρελαίου, ενώ οι Χούθι απειλούν να διαταράξουν και την εναλλακτική εξαγωγική διαδρομή της Σαουδικής Αραβίας μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Υπό αυτές τις συνθήκες το Brent ακούμπησε χθες τα 100 δολάρια, ενώ και το WTI κινείται γύρω από τα 92. Η σημερινή εικόνα δεν είναι πολύ καλύτερη, αφού παρά την μικρή αποκλιμάκωση το μπρεντ αυτή την ώρα βρίσκεται κοντά στα 98 δολάρια. Παρά τη διόρθωση, το Brent εξακολουθεί να βρίσκεται σε τροχιά εβδομαδιαίας ανόδου περίπου 11%.
Αντίστοιχα, το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI) διατηρεί προοπτική εβδομαδιαίων κερδών περίπου 8,5%.
Η χθεσινή άνοδος των τιμών του πετρελαίου προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στις αγορές, πυροδοτώντας μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, βασικού δείκτη για το κόστος δανεισμού, ανήλθε χθες στο υψηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
Παράλληλα στη Wall Street, ο Dow Jones και ο S&P 500 υποχώρησαν περίπου κατά 1%, ενώ ο Nasdaq έχασε περισσότερο από 2%, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν τόσο για την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους όσο και για τις υπερβολικές δαπάνες των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι αποδόσεις των ομολόγων μεταφέρθηκαν γρήγορα και στην αγορά κατοικίας. Το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου σταθερού επιτοκίου διάρκειας 30 ετών αυξήθηκε στο 6,58%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δώδεκα μηνών. Μάλιστα, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν πλέον ότι τα στεγαστικά επιτόκια στις ΗΠΑ ενδέχεται σύντομα να προσεγγίσουν το 7%.
To ράλι στις τιμές του πετρελαίου έφτασε και στην τσέπη των καταναλωτών, με τη μέση λιανική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης στις ΗΠΑ να ξεπερνά και πάλι τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, αυξάνοντας το κόστος για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η άνοδος στο ντίζελ, το οποίο χρησιμοποιείται από φορτηγά, μηχανήματα έργων και αγροτικό εξοπλισμό και επηρεάζει εντονότερα το συνολικό κόστος της οικονομίας. Η μέση τιμή λιανικής διαμορφώθηκε στα 5,21 δολάρια ανά γαλόνι, αυξημένη κατά 39% σε σύγκριση με πριν από έναν χρόνο, σύμφωνα με την AAA.
Οι αυξημένες τιμές επηρέασαν άμεσα και τις αεροπορικές εταιρείες. Οι μετοχές των μεγάλων αμερικανικών αερομεταφορέων υποχώρησαν, καθώς οι American Airlines και Southwest Airlines αναθεώρησαν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για το σύνολο του έτους, ενσωματώνοντας το υψηλότερο κόστος καυσίμων.
Πετρέλαιο: Τι ισχύει για τα παγκόσμια αποθέματα
Ένα ακόμη ανησυχητικό στοιχείο, είναι ότι τα κρατικά αποθέματα μειώνονται καθημερινά. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Για τους επενδυτές σε κλάδους που εξαρτώνται από το πετρέλαιο, μια ενδεχόμενη έλλειψη προσφοράς θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες. Σε ανάλυσή της, η γερμανική Handelsblatt, καταγράφει την κατάσταση με τα αποθέματα πετρελαίου σε βασικές χώρες.
Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν το μεγαλύτερο κρατικό στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου στον κόσμο. Οι εγκαταστάσεις μπορούν να αποθηκεύσουν έως και 714 εκατομμύρια βαρέλια. Με δεδομένη την ημερήσια κατανάλωση περίπου 20 εκατομμυρίων βαρελιών, το απόθεμα θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει τις ανάγκες της χώρας για περίπου έναν μήνα. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν είναι εφικτό. Οι εγκαταστάσεις δεν έχουν σχεδιαστεί για τόσο μεγάλες καθημερινές εκροές και εκτιμάται ότι μπορούν να διοχετεύσουν στην οικονομία μόλις περίπου το 20% της ημερήσιας ζήτησης.
Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι οι δεξαμενές απέχουν πολύ από το να είναι πλήρεις. Σήμερα, τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα βρίσκονται κάτω ακόμη και από το χαμηλό του 2023, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, με τις δεξαμενές να είναι γεμάτες μόλις κατά 44% της συνολικής τους χωρητικότητας. Μόνο τους τελευταίους δύο μήνες, οι ΗΠΑ πωλούσαν 8 έως 10 εκατομμύρια βαρέλια την εβδομάδα, με τον ταχύτερο ρυθμό απομείωσης αποθεμάτων στην ιστορία της χώρας.
Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να αντληθεί όλο το πετρέλαιο. Ένα μέρος πρέπει να παραμείνει στις δεξαμενές για λόγους στατικής ασφάλειας, ενώ το πετρέλαιο που βρίσκεται στον πυθμένα των δεξαμενών – γνωστό ως «tank bottoms» – θεωρείται χαμηλότερης ποιότητας λόγω των ιζημάτων που περιέχει.
Σημαντικές στρατηγικές ποσότητες διαθέτουν επίσης η Κίνα και η Ιαπωνία. Αν και το Πεκίνο δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία, το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας εκτιμούσε πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν ότι τα κινεζικά κρατικά αποθέματα ανέρχονταν σε περίπου 360 εκατομμύρια βαρέλια. Ακολουθούν οι ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ ως ενιαίος οικονομικός χώρος, η Σαουδική Αραβία και η Νότια Κορέα.

Ωστόσο, τα κρατικά αποθέματα αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος της εικόνας. Στην Κίνα υπάρχουν και τεράστια εμπορικά αποθέματα, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τα κρατικά. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας, το Πεκίνο αύξησε σημαντικά τα αποθέματά του το προηγούμενο έτος και σήμερα διαθέτει, αθροιστικά, τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν, η Κίνα περιόρισε σημαντικά τις εισαγωγές της, μειώνοντάς τες από 12 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε περίπου 7 εκατ. βαρέλια.
Η Γερμανία, ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι θα διοχετεύσει στην αγορά το 20% των στρατηγικών της αποθεμάτων. Η συγκεκριμένη ποσότητα είχε ήδη εξαντληθεί έως τον Ιούνιο. Παράλληλα, το Βερολίνο προχώρησε και σε πολιτικές παρεμβάσεις, περιορίζοντας τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών στα πρατήρια καυσίμων και εφαρμόζοντας την ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη επιδότηση καυσίμων.
Ανάλογες φορολογικές ελαφρύνσεις υιοθέτησαν και άλλες χώρες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το ένα τρίτο των κρατών μείωσε φόρους ή έλαβε μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, ενώ περίπου το ένα έκτο προχώρησε σε επιδοτήσεις ή πλαφόν στις τιμές. Επιπλέον, 16% των χωρών στήριξαν τις οικονομίες τους με επιδοτήσεις, ενώ 12% επέβαλαν ανώτατες τιμές στη βενζίνη, το ντίζελ ή την κηροζίνη.
Η αγορά δεν έχει ακόμη περιορίσει τη ζήτηση
Σύμφωνα με τον αναλυτή εμπορευμάτων της UBS, Τζιοβάνι Σταούνοβο, το πόσο καιρό μπορεί η παγκόσμια οικονομία να βασιστεί στα αποθέματα, εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. «Δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να συνεχιστεί έως το τέλος του έτους χωρίς πολύ μεγαλύτερη άνοδο των τιμών», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο όριο στο οποίο τα αποθέματα απλώς θα εξαντληθούν. Αντίθετα, η άνοδος της τιμής θα περιορίσει σταδιακά τη ζήτηση πριν εμφανιστούν πραγματικές ελλείψεις στην αγορά. «Με τα σημερινά επίπεδα τιμών δεν βλέπουμε ακόμη μεταβολή στη ζήτηση. Θα πρέπει το πετρέλαιο να γίνει αισθητά ακριβότερο ώστε η βιομηχανία να αναγκαστεί να περιορίσει την κατανάλωση», υπογραμμίζει.
Εάν οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται, ιδιαίτερα εκτεθειμένες θα είναι οι επιχειρήσεις της πετροχημικής βιομηχανίας, που χρησιμοποιούν το αργό πετρέλαιο ως βασική πρώτη ύλη, καθώς και κλάδοι με υψηλή κατανάλωση καυσίμων, όπως η γεωργία και οι μεταφορές.
Τέλος, οι επενδυτές με έκθεση στις οικονομίες της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ασίας θα πρέπει να λάβουν υπόψη τη μεγάλη εξάρτησή τους από τις εισαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο. Ενώ η Ευρώπη προμηθεύεται μόλις το 7% του πετρελαίου της από την περιοχή, χώρες όπως οι Φιλιππίνες, το Βιετνάμ και η Ιαπωνία καλύπτουν περισσότερο από το 75% των εισαγωγών τους από τις χώρες του Κόλπου.
newmoney.gr