Το στοίχημα Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ και τα επιχειρησιακά κενά των ΗΠΑ

Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή όσον αφορά την Επιχείρηση «Επική Οργή», χωρίς να διαφαίνεται ξεκάθαρα ποια στρατηγική κατεύθυνση θα επιλέξει.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, η στάση του χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα.
Σε σχέση με τα Στενά του Ορμούζ έχει ζητήσει επανειλημμένα τη συνδρομή των συμμάχων. 22 χώρες, μεταξύ των οποίων Βρετανία, Γαλλία, Καναδάς, Ιαπωνία ανακοίνωσαν την πρόθεση τους να συμβάλουν στη διασφάλιση ασφαλούς ναυσιπλοϊας.
Ο επιχειρησιακός συντονιστής του Παρατηρητηρίου Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Αθανάσιος Κοσμόπουλος αναλύει στο CNN Greece πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται πως διέθεταν μια ξεκάθαρη στρατηγική για την άμεση στρατιωτική αποτροπή, ωστόσο δεν υπήρχε αντίστοιχα ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τη διαχείριση της κατάστασης την επόμενη ημέρα.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν – όπως πάντα διαθέτουν προκαταβολικά – ένα σχετικά σαφές σχέδιο άμεσης στρατιωτικής αποτροπής και κλιμάκωσης, αλλά την ίδια στιγμή ένα λιγότερο συνεκτικό σχέδιο διαχείρισης της κρίσης μετά την αρχική στρατιωτική αντίδραση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ναυτικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα παγκοσμίως. Επισημαίνει πώς το Ιράν έχει αναπτύξει επί δεκαετίες μια στρατηγική anti-access/area denial (A2/AD), βασισμένη σε ναυτικές νάρκες, ταχύπλοα σκάφη, drones και πυραύλους κατά πλοίων, που επιτρέπουν την άσκηση πίεσης σε ένα πολύ στενό θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
Σε τέτοιο περιβάλλον, τονίζει πώς η ναυτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πλήρη έλεγχο του θαλάσσιου χώρου προσθέτοντας ότι η διατήρηση ανοικτών θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας απαιτεί συνδυασμό αποναρκοθέτησης, συνοδείας πλοίων, αεροναυτικής επιτήρησης και πολυμερούς συντονισμού.
Το κύριο «κενό» της αμερικανικής προσέγγισης κατά τον κ. Κοσμόπουλο φαίνεται να ήταν η έλλειψη ενός προκαθορισμένου πολυμερούς πλαισίου διαχείρισης της κρίσης. Από πλευράς διεθνούς δικαίου, υπογραμμίζει ότι «η προστασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας σε διεθνή στενά θεμελιώνεται στο καθεστώς transit passage του Δικαίου της Θάλασσας, ενώ η χρήση στρατιωτικής ισχύος πρέπει να εμπίπτει στο πλαίσιο της αυτοάμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ».
Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής, αναφέρει, εξαρτάται συνεπώς «όχι μόνο από τη στρατιωτική ισχύ αλλά και από τη διεθνή νομιμοποίηση και τη συμμετοχή συμμάχων».
Διευκρινίζει πώς για την Ευρώπη, η κύρια πρόκληση ασφαλείας παραμένει η σταθερότητα της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και η διαχείριση της ρωσικής απειλής. «Η μεταφορά σημαντικών ναυτικών και αεροπορικών πόρων στον Περσικό Κόλπο θα αποδυνάμωνε τις δυνατότητες αποτροπής σε ένα θέατρο που θεωρείται πιο άμεσα συνδεδεμένο με την ευρωπαϊκή ασφάλεια κατά την τρέχουσα περίοδο», συμπληρώνει.
Παράλληλα, αναδεικνύει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στο ενδεχόμενο συμμετοχής σε μια στρατιωτική επιχείρηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αντιπαράθεσης με το Ιράν.
Η θεσμική διάσταση εκτιμά ότι είναι επίσης σημαντική. Το ΝΑΤΟ είναι μια συμμαχία συλλογικής άμυνας και η ενεργοποίηση του άρθρου 5, υπενθυμίζει πώς αφορά ένοπλη επίθεση εναντίον κράτους-μέλους.