
Μόλις μία ημέρα χρειάστηκε για να φανεί πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η νέα μάχη με την ακρίβεια. Τη Δευτέρα τέθηκε σε εφαρμογή η εθελοντική πρωτοβουλία μείωσης των τιμών σε περισσότερους από 1.700 κωδικούς προϊόντων στα σούπερ μάρκετ. Την Τρίτη, η πρώτη εκτίμηση της Eurostat για τον Αύγουστο έδειξε τον ελληνικό πληθωρισμό να πραγματοποιεί άλμα μίας ολόκληρης ποσοστιαίας μονάδας, από το 2,7% στο 3,7%.
Η μάχη με την ακρίβεια
Η χρονική σύμπτωση δεν σημαίνει ότι οι μειώσεις στα σούπερ μάρκετ μόλις ξεκίνησαν μπορούν να έχουν αποτυπωθεί στα στοιχεία του Αυγούστου. Αποτυπώνει όμως με εντυπωσιακό τρόπο το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ, καθώς την ώρα που επιχειρεί να συμπιέσει τις τιμές στο ράφι και να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα μέσω φοροελαφρύνσεων και παροχών, ένα νέο πληθωριστικό κύμα φαίνεται να σχηματίζεται στην ενέργεια.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,3% από 2,9%, με την ενέργεια να καταγράφει ετήσια αύξηση 14,3%, έναντι 10,3% τον Ιούλιο. Για την Ελλάδα, η Eurostat υπολογίζει παράλληλα αύξηση του εναρμονισμένου δείκτη κατά 0,4% μόνο μέσα στον Αύγουστο.
Και κάπως έτσι το ερώτημα της φετινής ΔΕΘ είναι αν μπορούν οι παρεμβάσεις που σχεδιάστηκαν για να αποκαταστήσουν μέρος των απωλειών της προηγούμενης πληθωριστικής κρίσης να αντέξουν εάν ξεκινά ήδη η επόμενη;
Από το 2,7% ξανά στο 3,7%
Η πτώση του ελληνικού πληθωρισμού στο 2,7% τον Ιούλιο είχε δημιουργήσει την προσδοκία ότι οι πιέσεις άρχιζαν επιτέλους να αποκλιμακώνονται ουσιαστικά. Η εικόνα του Αυγούστου ψαλιδίζει αυτή την αισιοδοξία. Το 3,7% είναι αρκετό για να δείξει ότι η αποκλιμάκωση δεν έχει σταθεροποιηθεί και, κυρίως, ότι η ενέργεια επιστρέφει ως σοβαρός κίνδυνος. Το diesel αποτελεί βασικό κόστος μεταφοράς προϊόντων, ενώ η ενέργεια συμμετέχει στο κόστος παραγωγής, αποθήκευσης, ψύξης και λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα με τη νέα Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών που εφαρμόζεται από χθες είναι ότι πρόκειται για στοχευμένη και προσωρινή παρέμβαση. Δεν μειώνεται ολόκληρο το καλάθι του νοικοκυριού, ούτε υπάρχει δέσμευση ότι οι νέες χαμηλότερες τιμές θα διατηρηθούν μετά τη λήξη της πρωτοβουλίας. Ακόμα όμως και με αυτή την πρωτοβουλία το μεγάλο πρόβλημα παραμένει καθώς κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι συμβαίνει εάν, την ώρα που μειώνονται εθελοντικά ορισμένοι κωδικοί, αυξάνεται ξανά το κόστος παραγωγής και μεταφοράς χιλιάδων άλλων προϊόντων;
Η συμφωνία κυβέρνησης και αγοράς για το καλοκαίρι αφορούσε ουσιαστικά συγκράτηση των ανατιμήσεων. Αντίστοιχη οριζόντια δέσμευση για τους επόμενους μήνες δεν υπάρχει. Έτσι δημιουργείται ο κίνδυνος η αγορά να εμφανίζει ταυτόχρονα μειώσεις σε επιλεγμένα προϊόντα που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία και αυξήσεις σε άλλα προϊόντα που βρίσκονται εκτός αυτής.
Το diesel ως πρώτη γραμμή άμυνας
Η κυβέρνηση έχει ήδη αναγνωρίσει τον κίνδυνο μετάδοσης των ενεργειακών ανατιμήσεων στην υπόλοιπη οικονομία, με αποτέλεσμα η επιδότηση στο diesel να παρατείνεται και για τον Σεπτέμβριο στα 10 λεπτά ανά λίτρο στην αντλία, με πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος περίπου 30 εκατ. ευρώ. Από την έναρξη των παρεμβάσεων τον Απρίλιο, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος για τη συγκράτηση των αυξήσεων στο diesel έχει φτάσει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, τα 211 εκατ. ευρώ.
Η συγκράτηση του diesel επιχειρεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην εφοδιαστική αλυσίδα, ώστε η αύξηση του μεταφορικού κόστους να μην επιστρέψει ως νέα ανατίμηση στα προϊόντα. Αλλά εδώ βρίσκεται και το όριο των επιδοτήσεων. Όσο οι διεθνείς ενεργειακές τιμές παραμένουν υψηλές, το κράτος καλείται είτε να αυξάνει συνεχώς το δημοσιονομικό κόστος της προστασίας είτε να αφήνει μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να περνά στην τελική τιμή, ειδικά που δεν υπάρχει καμία σκέψη μείωσης των έμμεσων φόρων που επιβαρύνουν τα καύσιμα.
Η δύσκολη εξίσωση της ΔΕΘ
Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, η βασική συζήτηση για τη ΔΕΘ ήταν πώς θα μοιραστεί ο δημοσιονομικός χώρος. Μείωση ασφαλιστικών εισφορών, αλλαγές στο τεκμαρτό εισόδημα και στην προκαταβολή φόρου, ενίσχυση οικογενειών, παρεμβάσεις για συνταξιούχους, μισθοί και στεγαστικό αποτελούν τα διαφορετικά «πορτοφόλια» στα οποία επιχειρεί να μοιράσει το πακέτο η κυβέρνηση.
Η επιστροφή των πληθωριστικών πιέσεων δημιουργεί όμως μια διαφορετική εξίσωση. Μία φοροελάφρυνση μπορεί να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα. Μία αύξηση σύνταξης μπορεί να προσθέσει χρήματα στον μηνιαίο προϋπολογισμό. Η μείωση των εισφορών μπορεί να αυξήσει τον καθαρό μισθό. Εάν όμως παράλληλα επιταχύνεται ξανά το κόστος ζωής, ένα μέρος του οφέλους μπορεί να χαθεί πριν καν γίνει αισθητό.
Ο πληθωρισμός βοηθά και τον προϋπολογισμό
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη, περισσότερο πολιτικοοικονομική πλευρά της ιστορίας.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός δεν δημιουργεί μόνο χαμένους. Δημιουργεί και έναν παράδοξο ωφελημένο: τους ονομαστικούς δημοσιονομικούς δείκτες.
Όπως επισημαίνουν σε ανάλυσή τους στον Οικονομικό Ταχυδρόμο οι Σάββας Ρομπόλης και Βασίλειος Μπέτσης, την περίοδο 2019-2025 το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά περίπου 11%, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ κατά περίπου 34%. Τη διαφορά εξηγεί σε μεγάλο βαθμό η αύξηση των τιμών, την οποία υπολογίζεται περίπου στις 23 ποσοστιαίες μονάδες.
Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, περίπου το 67% της συγκεκριμένης ονομαστικής διεύρυνσης που συνέβαλε στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ συνδέεται με τον πληθωρισμό και το 33% με την πραγματική ανάπτυξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους είναι «λογιστική» ή ότι ο πληθωρισμός αποτελεί τη μοναδική αιτία της – τα πρωτογενή πλεονάσματα και η δημοσιονομική πολιτική έχουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του χρέους. Αναδεικνύει όμως μια πραγματική αντίφαση καθώς οι ίδιες αυξήσεις τιμών που πιέζουν το πραγματικό εισόδημα των πολιτών μπορούν ταυτόχρονα να βελτιώνουν ονομαστικούς δείκτες της οικονομίας και να ενισχύουν φορολογικά έσοδα.
Το χρέος υποχώρησε από το εξαιρετικά υψηλό 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146% το 2025. Την ίδια στιγμή, όμως, η οικονομική μεγέθυνση που αποτυπώνεται στο ονομαστικό ΑΕΠ δεν μπορεί να ταυτίζεται με αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
ot.gr