Άρειος Πάγος: Αποζημίωση ακόμη και μετά το διαζύγιο για ύβρεις, απειλές και βία – Απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για χιλιάδες πρώην συζύγους

Το τέλος ενός γάμου δεν σημαίνει και το τέλος της ευθύνης για προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Με την απόφαση 718/2026, ο Άρειος Πάγος ανοίγει τον δρόμο για τη δικαστική διεκδίκηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ακόμη και όταν το διαζύγιο έχει εκδοθεί σε βάρος εκείνου που ζητά την αποζημίωση. Στο επίκεντρο βρίσκεται υπόθεση γυναίκας που διεκδικεί 60.000 ευρώ από τον πρώην σύζυγό της.
Μια δικαστική απόφαση με ιδιαίτερη βαρύτητα για τις οικογενειακές διαφορές και την προστασία της προσωπικότητας εξέδωσε ο Άρειος Πάγος, ξεκαθαρίζοντας ότι ο γάμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε παράνομες και προσβλητικές συμπεριφορές.
Εξυβρίσεις, απειλές, δυσφημιστικοί χαρακτηρισμοί και πράξεις σωματικής βίας μπορούν να θεμελιώσουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ανεξάρτητα από την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας του διαζυγίου.
Η σημασία της απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι διαχωρίζει δύο διαφορετικά ζητήματα: αφενός την ευθύνη για τον κλονισμό και τη διάλυση ενός γάμου και αφετέρου την ευθύνη για αυτοτελείς παράνομες πράξεις που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια, την τιμή, την υπόληψη ή τη σωματική ακεραιότητα ενός ανθρώπου.
Η υπόθεση που έφτασε στο ανώτατο δικαστήριο
Η δικαστική διαμάχη ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη και αφορά ένα ζευγάρι που παντρεύτηκε το 2001 και απέκτησε τρία παιδιά. Μετά από περίπου δύο δεκαετίες κοινής ζωής, η έγγαμη σχέση οδηγήθηκε σε σοβαρή κρίση, με τους δύο συζύγους να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη ζητώντας τη λύση του γάμου τους.
Η γυναίκα, πέρα από το αίτημα του διαζυγίου, στράφηκε δικαστικά εναντίον του συζύγου της, διεκδικώντας χρηματική ικανοποίηση ύψους 60.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστήριξε ότι υπέστη από τη συμπεριφορά του.Στην αγωγή της περιέγραψε επαναλαμβανόμενες προσβλητικές συμπεριφορές, απαξιωτικές εκφράσεις, απειλές και περιστατικά βίας.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τον Νοέμβριο του 2021 ο σύζυγός της την απώθησε μπροστά στο μικρότερο παιδί τους και επιχείρησε να χειροδικήσει εναντίον της, χωρίς να ολοκληρώσει την ενέργεια.
Η ίδια υποστήριξε επίσης ότι από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 2022 δεχόταν συστηματικά προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και απειλές.
Κατά τα όσα περιέγραψε, ο σύζυγός της την αποκαλούσε «ανάξια», «ανίκανη» και «αμόρφωτη», αμφισβητούσε την προσωπική και επαγγελματική της αξία και χρησιμοποιούσε απειλητικές εκφράσεις σχετικά με τη μεταξύ τους δικαστική αντιπαράθεση.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε η γυναίκα και στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την αγωγή της, ορισμένες προσβολές εκδηλώνονταν μπροστά στα παιδιά τους ή σε τρίτα πρόσωπα.
Υποστήριξε ακόμη ότι ο πρώην σύζυγός της προέβαινε σε δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς σχετικά με την προσωπική και ηθική της υπόσταση, πλήττοντας τόσο την κοινωνική της εικόνα όσο και την εικόνα της ως μητέρας.
Τα περιστατικά αυτά αποτελούν ισχυρισμούς της ενάγουσας, η αλήθεια των οποίων δεν κρίθηκε οριστικά από τον Άρειο Πάγο.
Τι είχαν αποφασίσει τα προηγούμενα δικαστήρια
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την απόφαση 15785/2023, έκανε δεκτή την αγωγή διαζυγίου του συζύγου, κρίνοντας ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης συνδεόταν με περιστατικά που αφορούσαν το πρόσωπο της γυναίκας.
Παράλληλα, απέρριψε τη δική της αγωγή για τη λύση του γάμου, καθώς και την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Η υπόθεση έφτασε στη συνέχεια στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση 959/2024, το Εφετείο έκρινε ότι η γυναίκα δεν είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει το κεφάλαιο της απόφασης που αφορούσε τη λύση του γάμου, αφού το διαζύγιο είχε ήδη απαγγελθεί.
Ως προς την αξίωση των 60.000 ευρώ, το Εφετείο κατέληξε ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν επαρκούσαν για τη νομική θεμελίωση της απαίτησης χρηματικής ικανοποίησης. Αυτή ακριβώς η κρίση αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο της παρέμβασης του Αρείου Πάγου.
Η ανατροπή από τον Άρειο Πάγο
Το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 718/2026, έκρινε ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την προστασία της προσωπικότητας και την ευθύνη από αδικοπραξία.
Κατά το ανώτατο δικαστήριο, οι καταγγελλόμενες πράξεις εξύβρισης, απειλής, δυσφήμησης, απώθησης και απόπειρας βιαιοπραγίας είναι νομικά πρόσφορες να θεμελιώσουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.Και αυτό διότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν αξιολογούνται αποκλειστικά ως συζυγικά παραπτώματα, αλλά μπορούν να αποτελούν αυτοτελείς προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Με άλλα λόγια, η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δεν χάνει τον χαρακτήρα της επειδή συμβαίνει μέσα σε έναν γάμο.
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με διαφορετικό δικαστή.
Δεν επιδίκασε ο ίδιος τα 60.000 ευρώ και δεν αποφάνθηκε οριστικά ότι όλες οι καταγγελίες έχουν αποδειχθεί.
Η κρίσιμη διάκριση: Άλλο η συζυγική κρίση και άλλο η προσβολή της προσωπικότητας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σαφής διάκριση που κάνει ο Άρειος Πάγος ανάμεσα στις παραβάσεις συζυγικών υποχρεώσεων και στις παράνομες πράξεις που θεμελιώνουν αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης.
Η συναισθηματική απομάκρυνση, η έλλειψη στοργής, η απουσία συμπαράστασης ή ακόμη και η παραβίαση της συζυγικής πίστης δεν αρκούν από μόνες τους για να θεμελιώσουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.Αντίθετα, οι εξυβρίσεις, οι απειλές, οι σωματικές επιθέσεις και οι δυσφημιστικές ενέργειες μπορούν να συνιστούν προσβολές της προσωπικότητας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο μιας συζυγικής αντιπαράθεσης.
Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία: δεν αποζημιώνεται αυτόματα η ψυχική δοκιμασία από τη διάλυση μιας σχέσης, αλλά μπορεί να γεννηθεί σχετική αξίωση όταν υπάρχει παράνομη και υπαίτια προσβολή προστατευόμενων δικαιωμάτων και αιτιώδης σύνδεση με την ηθική βλάβη.
Τι σημαίνει ότι το διαζύγιο εκδόθηκε σε βάρος της γυναίκας
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι το διαζύγιο είχε εκδοθεί κατόπιν της αγωγής του συζύγου.
Ο Άρειος Πάγος διευκρινίζει ότι το αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι η λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού και όχι η συνολική απόδοση ηθικής ευθύνης για όσα συνέβησαν ανάμεσα στους συζύγους.
Κατά συνέπεια, η έκδοση διαζυγίου με βάση περιστατικά που αφορούν το πρόσωπο του ενός συζύγου δεν αποκλείει από μόνη της την εξέταση αξιώσεων του ίδιου προσώπου για παράνομες πράξεις του άλλου.
Πρόκειται για δύο διακριτές δικαστικές κρίσεις.
Η πρώτη αφορά τη λύση της έγγαμης σχέσης.
Η δεύτερη αφορά την ενδεχόμενη αστική ευθύνη για συγκεκριμένες παράνομες συμπεριφορές.
Η μία δεν προδικάζει αυτομάτως την άλλη.
Τι αλλάζει στην πράξη για τους πρώην συζύγους
Η απόφαση ενισχύει τη σημασία της αυτοτελούς προστασίας της προσωπικότητας στις οικογενειακές διαφορές.
Ένας άνθρωπος που υποστηρίζει ότι υπέστη εξευτελισμό, απειλές, δυσφήμηση ή βία από τον ή τη σύζυγό του μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση.
Η διεκδίκηση αυτή δεν αποκλείεται μόνο και μόνο επειδή έχει ήδη εκδοθεί διαζύγιο ή επειδή το αίτημα λύσης του γάμου έγινε δεκτό κατόπιν αγωγής του άλλου μέρους.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε προσβολή οδηγεί αυτομάτως σε χρηματική επιδίκαση.
Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς, με αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, των αποδεικτικών στοιχείων, της υπαιτιότητας και της ηθικής βλάβης.
Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης αποτελεί επίσης αντικείμενο δικαστικής κρίσης και δεν προκύπτει αυτόματα από το ποσό που ζητά ο ενάγων.
Το επόμενο δικαστικό βήμα
Μετά τη μερική αναίρεση της εφετειακής απόφασης, η υπόθεση επιστρέφει στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.Εκεί θα επανεξεταστεί το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τη νομική κατεύθυνση που χάραξε ο Άρειος Πάγος.
Το δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τα κρίσιμα περιστατικά και την αποδεικτική τους θεμελίωση, προκειμένου να αποφασιστεί αν πράγματι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αστικής ευθύνης και, εφόσον συντρέχουν, ποιο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι εύλογο.Η υπόθεση των 60.000 ευρώ παραμένει, επομένως, δικαστικά ανοιχτή.
Το μήνυμα της απόφασης
Πέρα από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης οικογενειακής διαμάχης, η απόφαση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ζήτημα: τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν καταργούνται μέσα στον γάμο ούτε παύουν να προστατεύονται μετά τη διάλυσή του.
Η έντονη αντιπαράθεση, η διάσταση και το διαζύγιο αποτελούν καταστάσεις που μπορεί να συνοδεύονται από σοβαρή συναισθηματική επιβάρυνση. Δεν καθιστούν, όμως, επιτρεπτές τις απειλές, τις εξυβρίσεις, τη δυσφήμηση ή τη βία. Ο Άρειος Πάγος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητας, υπενθυμίζει ότι η δικαστική αντιμετώπιση τέτοιων πράξεων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πορεία ή την κατάληξη της έγγαμης σχέσης.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι ένας γάμος μπορεί να έχει λυθεί, αλλά η αξίωση για προστασία της τιμής, της υπόληψης, της σωματικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξακολουθεί να αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.