Βορίδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί πολιτική αξιοποίηση της ποινικής δικογραφίας

Την εκτίμηση ότι το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί πολιτική αξιοποίηση της ποινικής δικογραφίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ διατύπωσε σε συνέντευξή του ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης, με αφορμή την πρόταση για σύσταση προανακριτικής επιτροπής που κατέθεσε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της δικογραφίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση προανακριτικής επιτροπής, ο κ. Βορίδης είπε στην ΕΡΤ ότι «οι ποινικές δικογραφίες δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής στάθμισης», υπογραμμίζοντας πως πρέπει να αντιμετωπίζονται με καθαρά νομικά κριτήρια.
Όπως είπε, «αξιολόγηση του ποινικού υλικού, υπάρχει ή δεν υπάρχει κάτι προς διερεύνηση, εκεί ασκείται η ποινική αρμοδιότητα της Βουλής».
Σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθείται, εξήγησε ότι στην περίπτωση του άρθρου 86 του Συντάγματος η διαβίβαση γίνεται «αμελλητί, χωρίς ποινική αξιολόγηση», επισημαίνοντας τη διαφορά με άλλες διαδικασίες όπως η άρση ασυλίας. Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα της ουσίας της πρότασης του ΠΑΣΟΚ, λέγοντας ότι πρέπει να αξιολογηθεί «αν πατάει σε στοιχεία και αν είναι σωστή».
Αναφερόμενος αναλυτικά στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Βορίδης σημείωσε ότι περιλαμβάνει συνολικά δέκα αποδιδόμενες πράξεις, τις οποίες χαρακτήρισε ως ετερογενείς ως προς τη νομική τους βάση. Όπως είπε, «στις δέκα περιπτώσεις τις τρεις μπορώ να τις δω, για τις άλλες έχω επιφυλάξεις», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θεωρεί πως όλες στηρίζονται σε επαρκή στοιχεία.
Σε πιο αιχμηρό τόνο, υποστήριξε ότι ακόμη και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ σε ορισμένα σημεία της πρότασής του αναγνωρίζει έλλειψη επαρκών ενδείξεων, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «το ίδιο το ΠΑΣΟΚ λέει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία τελέσεως αξιόποινων πράξεων, αλλά τις βάζουμε μέσα». Κατά τον ίδιο, αυτό δείχνει μια λογική διεύρυνσης του κατηγορητηρίου χωρίς συγκεκριμένη ποινική θεμελίωση.
Ο κ. Βορίδης στάθηκε ιδιαίτερα σε δύο από τις αποδιδόμενες πράξεις, τις οποίες χαρακτήρισε νομικά αβάσιμες, λέγοντας ότι «αυτές οι δύο πράξεις κακώς μπαίνουν έτσι όπως τίθενται». Όπως υποστήριξε, η ποινική διαδικασία απαιτεί συγκεκριμένες πράξεις και όχι γενικές ή ερμηνευτικές συνδέσεις.
Για το διαδικαστικό σκέλος, εξήγησε ότι η Βουλή δεν μπορεί να επιλέξει τμηματικά στοιχεία μιας πρότασης προανακριτικής, επισημαίνοντας ότι «η πρόταση είτε γίνεται δεκτή στο σύνολό της είτε απορρίπτεται στο σύνολό της». Με αυτόν τον τρόπο, όπως είπε, δεν υπάρχει δυνατότητα να επιλεγούν επιμέρους κατηγορίες.
Ο κ. Βορίδης άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω μελέτης του συνόλου των στοιχείων, σημειώνοντας ότι για ορισμένες από τις αναφορές θα περιμένει να δει πληρέστερα τη δικογραφία και να ακούσει και τις θέσεις εμπλεκόμενων προσώπων πριν καταλήξει σε συνολική θέση.
Για τον Νότη Μηταράκη
Ιδιαίτερα εκτενής ήταν η τοποθέτηση του Μάκη Βορίδη και για μία από τις βασικές πτυχές της υπόθεσης που περιγράφεται στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ, αυτή που αφορά τον Νότη Μηταράκη και το ζήτημα της ηθικής αυτουργίας, την οποία χαρακτήρισε νομικά αβάσιμη.
Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην κατηγορία που, όπως είπε, συνδέει τη διαβίβαση ενός email από τον Νότη Μηταράκη με αλυσίδα πιθανής ηθικής αυτουργίας σε διοικητικές πράξεις, σημειώνοντας ότι «η αφετηρία της ηθικής αυτουργίας είναι ο Μηταράκης» και θέτοντας εξαρχής την έντονη διαφωνία του με αυτή τη νομική προσέγγιση.
Όπως εξήγησε, στην επίμαχη περίπτωση δεν πρόκειται για κάποια διοικητική παρέμβαση ή εντολή, αλλά για απλή διαβίβαση αιτήματος πολίτη μέσω υπηρεσιακών καναλιών.
Περιγράφοντας τη διαδικασία, ανέφερε ότι «έρχεται ένα email στο γραφείο, το οποίο αναφέρει ότι δύο παραγωγοί θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί» και αυτό στη συνέχεια προωθείται αρμοδίως προς το υπουργείο χωρίς αξιολογική κρίση ή παρέμβαση.
Ο κ. Βορίδης υποστήριξε ότι η νομική έννοια της ηθικής αυτουργίας προϋποθέτει σαφή στοιχεία πειθούς ή προτροπής προς τέλεση παράνομης πράξης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η ηθική αυτουργία προϋποθέτει να πείθεις κάποιον με φορτικότητα να κάνει παράνομη πράξη», κάτι που, όπως τόνισε, δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση από μια απλή διαβίβαση εγγράφου.
Στο ίδιο πλαίσιο σημείωσε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη από μια τυπική διοικητική ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι «δεν γίνονται ηθικές αυτουργίες με διαβίβαση ενός email». Κατά τον ίδιο, η συγκεκριμένη ερμηνεία που αποδίδεται στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ οδηγεί σε υπερεπέκταση της ποινικής ευθύνης πέρα από τα όρια που θέτει ο Ποινικός Κώδικας.
Ο βουλευτής κατέληξε ότι η πράξη που αποδίδεται στον Νότη Μηταράκη δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από διοικητική διαβίβαση αιτήματος και όχι πράξη με ποινικό περιεχόμενο, απορρίπτοντας πλήρως τη σύνδεση με έννοια ηθικής αυτουργίας.
Για τον Γιώργο Λιβανό
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Μάκης Βορίδης και στην περίπτωση του Γιώργου Λιβανού, όπως αυτή περιλαμβάνεται στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση προανακριτικής, υποστηρίζοντας ότι δεν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη και ότι πρόκειται για απολύτως νόμιμη διοικητική πράξη.
Ο βουλευτής εξήγησε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά αίτημα αγροτών οι οποίοι είχαν χάσει προθεσμία υποβολής δικαιολογητικών για ενισχύσεις, σημειώνοντας ότι πρόκειται για πραγματικούς παραγωγούς που είχαν λάβει ενισχύσεις σε προηγούμενες χρονιές.
Όπως είπε, «έχασαν την προθεσμία επειδή ο μελετητής τους είχε πρόβλημα υγείας και δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη διαδικασία», γεγονός που οδήγησε στην προσφυγή για διοικητική επανεξέταση.
Σύμφωνα με τον κ. Βορίδη, η υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης πρότεινε τη δυνατότητα ιεραρχικής προσφυγής, δηλαδή τη διοικητική διαδικασία μέσω της οποίας εξετάζεται αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη υποβολή. Όπως ανέφερε, ο Γιώργος Λιβανός έκανε δεκτή την εισήγηση της υπηρεσίας και ενέκρινε την αποδοχή της προσφυγής, κρίνοντας ότι συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας.
Ο βουλευτής τόνισε ότι η συγκεκριμένη απόφαση ήταν απολύτως εντός των αρμοδιοτήτων του υπουργού, υπογραμμίζοντας ότι «ο υπουργός έχει το δικαίωμα να εξετάζει ιεραρχικές προσφυγές και να κρίνει διοικητικά ζητήματα». Παράλληλα σημείωσε ότι η απόφαση παραμένει σε ισχύ και δεν έχει ακυρωθεί από κανένα διοικητικό όργανο.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο κ. Βορίδης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο παρανομίας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ουδέν παράνομο έχει τελεστεί» και χαρακτηρίζοντας τη σχετική κατηγορία αβάσιμη.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στη συνολική λογική της πρότασης του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι επιχειρείται ποινικοποίηση μιας καθαρά διοικητικής πράξης που βασίζεται σε θεσμοθετημένες διαδικασίες και στην κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας.
Σε πιο γενικό πολιτικό επίπεδο, άσκησε κριτική στη λογική ότι η Βουλή απλώς υιοθετεί το υλικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χωρίς περαιτέρω επεξεργασία, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν μπορεί να έρχεται κάποιος και να λέει δεν αξιολογώ τίποτα, μου ήρθε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Όπως τόνισε, η κοινοβουλευτική διαδικασία προϋποθέτει διερεύνηση και κρίση.
Για την άρση ασυλίας
Ο Μάκης Βορίδης αναφέρθηκε εκτενώς και στο ζήτημα της άρσης ασυλίας βουλευτών, στο πλαίσιο της συζήτησης για τις κοινοβουλευτικές πρακτικές και τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή χειρίζεται υποθέσεις που διαβιβάζονται από τη Δικαιοσύνη.
Όπως τόνισε, η απόφαση για την άρση ασυλίας δεν πρέπει να συγχέεται με κρίση επί της ουσίας μιας υπόθεσης, αλλά συνδέεται με το αν το αδίκημα σχετίζεται με τα βουλευτικά καθήκοντα ή την πολιτική δραστηριότητα. Επικαλέστηκε το συνταγματικό πλαίσιο, σημειώνοντας ότι «το Σύνταγμα προβλέπει την άρση όταν το αδίκημα δεν σχετίζεται με τα καθήκοντα ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή».
Ο κ. Βορίδης υποστήριξε ότι η πολιτική δραστηριότητα των βουλευτών είναι ευρύτερη από την αυστηρά κοινοβουλευτική λειτουργία και περιλαμβάνει επαφές με πολίτες και παρεμβάσεις προς τη δημόσια διοίκηση.
Όπως είπε χαρακτηριστικά, «το να διαβιβάζει ένας βουλευτής αίτημα πολίτη στη διοίκηση εντάσσεται στην πολιτική του δραστηριότητα», θέτοντας το ζήτημα των ορίων αυτής της πρακτικής.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το πλαίσιο αυτό δημιουργεί δύσκολα ερμηνευτικά ζητήματα, καθώς η πλήρης εξαίρεση τέτοιων ενεργειών από την ασυλία θα μπορούσε, όπως είπε, να οδηγήσει σε υπερβολικούς περιορισμούς του ρόλου των βουλευτών. Αντίθετα, μια πολύ ευρεία ερμηνεία θα μπορούσε να καταστήσει την ασυλία πρακτικά ανενεργή.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες ψηφοφορίες για άρση ασυλίας, ο κ. Βορίδης εξήγησε ότι η στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν βασίστηκε στην παραδοχή ενοχής, αλλά στην επιθυμία των ίδιων των βουλευτών να κριθούν από τη Δικαιοσύνη, ώστε να μην παραμένει καμία σκιά γύρω από το όνομά τους. Όπως είπε, «δεν υπήρξε αποδοχή ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής».
Τέλος, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο θεσμικής επανεξέτασης του πλαισίου, επισημαίνοντας ότι υπάρχει ανάγκη να αποσαφηνιστεί περαιτέρω ο ρόλος των βουλευτών στις σχέσεις τους με τη δημόσια διοίκηση, ώστε να αποφεύγονται γκρίζες ζώνες και διαφορετικές ερμηνείες στο μέλλον.