Εργασία και αμοιβές: Οι μισθοί αυξάνονται στα χαρτιά, αλλά η αγοραστική δύναμη παραμένει στάσιμη

Η ανεργία στην Ελλάδα συνεχίζει την πτωτική της πορεία, ωστόσο η βελτίωση των δεικτών απασχόλησης δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων. Οι αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς εξανεμίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ακρίβεια, ενώ ο ρυθμός δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας παρουσιάζει διαδοχική επιβράδυνση.
Αυτή την εικόνα καταγράφει το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, που αφορά το γ΄ τρίμηνο του 2026, αναδεικνύοντας τις επίμονες αδυναμίες της αγοράς εργασίας παρά τη συνολική βελτίωση. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 7,9% από 8,6% έναν χρόνο νωρίτερα, με τον αριθμό των ανέργων να περιορίζεται κατά 32.000, στους 379.700. Οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 29.500, φτάνοντας περίπου τα 4,41 εκατομμύρια. Ωστόσο, η ετήσια αύξηση της απασχόλησης επιβραδύνθηκε στο 0,67%, έναντι 1,8% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας εξασθένηση για τρίτη συνεχόμενη τριμηνιαία περίοδο.
Οι αυξήσεις στους μισθούς χάνονται από την ακρίβεια
Το σημαντικότερο εύρημα για τους εργαζομένους αφορά την αγοραστική τους δύναμη, η οποία παραμένει ουσιαστικά στάσιμη.
Κατά το β΄ τρίμηνο του 2026, η ονομαστική αμοιβή ανά μισθωτό ενισχύθηκε κατά 4,4% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, ο δείκτης τιμών καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 4,2%, περιορίζοντας την πραγματική αύξηση των αποδοχών σε μόλις 0,2%.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η πραγματική αμοιβή ανά εργαζόμενο παρουσιάζει ελάχιστη μεταβολή από τα μέσα του 2024. Το β΄ τρίμηνο του 2026 παρέμενε στα επίπεδα του τέλους του 2024 και μόλις 1,3% υψηλότερα από το τελευταίο τρίμηνο του 2021.
Ενδεικτικό είναι ότι μεταξύ του τέλους του 2021 και του 2025 οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 18,1%, ενώ οι τιμές κατά 17,3%. Έτσι, το πραγματικό μισθολογικό όφελος περιορίστηκε στο 0,68%.
Γιατί μειώνεται η ανεργία χωρίς αντίστοιχη αύξηση των θέσεων εργασίας
Η υποχώρηση της ανεργίας δεν οφείλεται αποκλειστικά στη δημιουργία νέων θέσεων, αλλά και στη μεταβολή του αριθμού των οικονομικά ενεργών πολιτών.
Με βάση τα εποχικά προσαρμοσμένα στοιχεία, η απασχόληση αυξήθηκε κατά μόλις 7.000 άτομα σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν είχε προηγηθεί μείωση 12.000 εργαζομένων.
Την ίδια περίοδο, οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 48.000, αλλά το εργατικό δυναμικό συρρικνώθηκε κατά 41.000 άτομα. Επομένως, η πτώση της εποχικά προσαρμοσμένης ανεργίας στο 8,3% από 9,2% συνδέεται σημαντικά και με τη μειωμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας.
Πάντως, το ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων στον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε θετικό. Σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ, το επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου δημιουργήθηκαν καθαρά 323.100 θέσεις, έναντι 319.800 την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Γυναίκες και νέοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες
Η βελτίωση της απασχόλησης δεν αφορά στον ίδιο βαθμό όλες τις πληθυσμιακές ομάδες.
Η ανεργία των γυναικών αυξήθηκε στο 10,6% από 10,3%, την ώρα που στους άνδρες υποχώρησε στο 5,8% από 7,2%.
Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ενισχύθηκε στο 49,5%, παραμένοντας όμως αισθητά χαμηλότερο από το 65% των ανδρών.
Δυσμενέστερη είναι και η εικόνα για τους νέους ηλικίας 15–24 ετών. Η απασχόλησή τους μειώθηκε στο 19,4%, ενώ η ανεργία αυξήθηκε στο 18,6% από 18,2%.
Θετική εξέλιξη αποτελεί η μείωση στο 8,5% του ποσοστού νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Στις ηλικίες 15–29 ετών, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 12,6%, έναντι 11,2% στην Ευρωζώνη.
Πάνω από τους μισούς ανέργους εκτός αγοράς για τουλάχιστον έναν χρόνο
Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.
Το 51,2% των ανέργων αναζητά εργασία για τουλάχιστον 12 μήνες, έναντι 54,6% πέρυσι. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωζώνη περιορίζεται στο 31,3%.
Ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού, η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα φτάνει το 4,3%, υπερδιπλάσια από το 2% της Ευρωζώνης.
Την ίδια στιγμή, οι κενές θέσεις εργασίας αυξήθηκαν κατά 19,4%, φτάνοντας τις 46.400. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες αντιστοίχισης των διαθέσιμων εργαζομένων με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Περισσότεροι μισθωτοί, διαφορετικές ταχύτητες ανά κλάδο
Η σύνθεση της απασχόλησης μεταβάλλεται υπέρ της μισθωτής εργασίας. Οι μισθωτοί αυξήθηκαν κατά 50.700 άτομα, αντιπροσωπεύοντας πλέον το 72,9% των εργαζομένων, έναντι 72,2% προηγουμένως.
Αντίθετα, η αυτοαπασχόληση περιορίστηκε στο 24,7%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερη από το 13,5% της Ευρωζώνης.
Σε επίπεδο κλάδων, θετική συμβολή στην απασχόληση είχαν μεταξύ άλλων η Υγεία, οι επαγγελματικές και επιστημονικές υπηρεσίες. Αντίθετα, απώλειες καταγράφηκαν μεταξύ άλλων στη γεωργία, στην εκπαίδευση, στο εμπόριο και στις κατασκευές. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες για το γ΄ τρίμηνο παρουσιάζουν μικρή βελτίωση στη βιομηχανία και στο λιανεμπόριο, αλλά εξασθενούν στις υπηρεσίες και στις κατασκευές. Ειδικότερα, στις υπηρεσίες το ποσοστό των επιχειρήσεων που αναμένουν περισσότερες προσλήψεις μειώθηκε στο 20% από 34%.
Οι προβλέψεις για το 2027
Στο βασικό του σενάριο, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η ανεργία θα διαμορφωθεί στο 8,6% το 2026 και στο 7,8% το 2027.
Θετική συμβολή αναμένεται από τις επενδύσεις, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι υψηλές ενεργειακές τιμές, ο πληθωρισμός και η ανοδική πορεία των επιτοκίων δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις.
Το βασικό ζητούμενο παραμένει η μετατροπή της μείωσης της ανεργίας σε περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας και ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
newmoney.gr