
Ένας στους τρεις εργαζομένους που φροντίζουν παιδιά ή εξαρτώμενους συγγενείς δυσκολεύεται να συνδυάσει τη δουλειά με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Οι πολλές ώρες εργασίας, η εξάντληση και τα δύσκολα ωράρια συνθέτουν μια απαιτητική καθημερινότητα, ενώ η χρήση οικογενειακών αδειών εμφανίζει μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αλλά και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Αυτή την εικόνα αποτυπώνει η ειδική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, η οποία πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού στα τέσσερα τρίμηνα του 2025, σε άτομα ηλικίας 18 έως 74 ετών.
Ως εργαζόμενοι με υποχρεώσεις φροντίδας νοούνται όσοι, παράλληλα με τη δουλειά τους, φροντίζουν παιδιά κάτω των 15 ετών ή εξαρτώμενα άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω, όπως συγγενείς ή σύζυγο/σύντροφο που χρειάζονται βοήθεια λόγω ασθένειας, ηλικίας ή αναπηρίας. Πρόκειται, για παράδειγμα, για έναν εργαζόμενο γονιό με μικρό παιδί ή μια εργαζόμενη που φροντίζει ηλικιωμένο γονέα, ανεξάρτητα από το αν ζουν στο ίδιο νοικοκυριό.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη δυσκολία να χωρέσουν στην ίδια ημέρα η εργασία και η φροντίδα, με τις γυναίκες και τις ηλικίες 35–44 ετών να αναφέρουν συχνότερα προβλήματα.

Πολλές ώρες και εξάντληση τα βασικά εμπόδια
Το 33% των εργαζομένων με υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει ότι η εργασία του έρχεται σε σύγκρουση με αυτές τις υποχρεώσεις. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 35,4% για τις γυναίκες και στο 37,5% για τα άτομα ηλικίας 35–44 ετών.
Μεταξύ όσων αντιμετωπίζουν δυσκολία, οι πολλές ώρες εργασίας αναφέρονται ως το κυριότερο πρόβλημα από το 34,9%, ενώ ακολουθεί η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας με 27%.
Τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα εργασίας αποτελούν το βασικό εμπόδιο για το 13%, ενώ το 12,9% επισημαίνει τον μεγάλο χρόνο μετακίνησης μεταξύ κατοικίας και δουλειάς. Το υπόλοιπο 12,2% αναφέρει άλλα εμπόδια που σχετίζονται με την εργασία.
Άδειες δύο ταχυτήτων σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Ιδιαίτερα έντονη είναι η διαφοροποίηση στη χρήση οικογενειακών αδειών. Μεταξύ όσων έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν, το 59,9% δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποιας μορφής οικογενειακή άδεια. Χρήση άδειας δηλώνει το 38,1%, ενώ το 2% δεν απάντησε.
Στον δημόσιο τομέα, το ποσοστό όσων έχουν χρησιμοποιήσει οικογενειακή άδεια φτάνει το 80,9%, έναντι 27,4% στον ιδιωτικό: διαφορά 53,5 ποσοστιαίων μονάδων.
Τα στοιχεία αφορούν τη δηλωμένη εμπειρία των ερωτηθέντων και δεν αποτελούν μέτρηση της σημερινής χορήγησης ή απόρριψης αιτημάτων άδειας. Καταγράφουν, ωστόσο, μια μεγάλη απόσταση στον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι έχουν συνδυάσει την επαγγελματική τους διαδρομή με την ανατροφή των παιδιών.

Σημαντικές είναι και οι αποκλίσεις ανά εκπαιδευτικό επίπεδο. Χρήση οικογενειακής άδειας δηλώνει το 59,2% των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το 58,7% όσων έχουν μεταπτυχιακές σπουδές, έναντι μόλις 9,2% όσων έχουν ολοκληρώσει μέχρι το Γυμνάσιο. Στα άτομα ξένης ιθαγένειας το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 14,3%.
Οι γυναίκες παίρνουν συχνότερα και μεγαλύτερες άδειες
Η διαφορά μεταξύ των φύλων είναι επίσης μεγάλη: οικογενειακή άδεια έχει χρησιμοποιήσει το 51% των γυναικών, έναντι 24% των ανδρών. Αντίστοιχα, τρεις στους τέσσερις άνδρες δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει τέτοια άδεια.
Διαφορετική είναι και η διάρκειά της μεταξύ όσων έκαναν χρήση. Το 85,3% των ανδρών έλαβε άδεια έως έξι μήνες. Στις γυναίκες, το 27,1% δηλώνει διάρκεια μεγαλύτερη των έξι μηνών και έως ένα έτος, ενώ το 30,5% αναφέρει άδεια άνω του ενός έτους.
Σχεδόν επτά στους δέκα χωρίς υπηρεσίες φροντίδας παιδιών
Το 67,9% των ατόμων που έχουν τη φροντίδα παιδιών κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες όπως παιδικούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία ή μπέιμπι σίτερ. Υπηρεσίες για όλα τα παιδιά χρησιμοποιεί το 25,5% και για ορισμένα το 6,2%.
Η μη χρήση δεν συνδέεται σε όλες τις περιπτώσεις με οικονομική αδυναμία ή έλλειψη δομών. Από όσους δεν χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες:
-Το 47,6% δηλώνει ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή μαζί με τον σύντροφό του.
-Το 19,4% στηρίζεται στη βοήθεια συγγενών και φίλων.
-Το 18,1% αναφέρει ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους.
Ως κύριο εμπόδιο αναφέρει το κόστος το 5,6%, την έλλειψη διαθέσιμης υπηρεσίας το 3% και κάποιο ποιοτικό ή άλλο πρόβλημα σχετικό με την υπηρεσία το 1%.

Στο επίκεντρο οι ηλικίες 35–44 ετών
Συνολικά, υποχρεώσεις φροντίδας έχει το 29,8% των ατόμων ηλικίας 18–74 ετών: το 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο εξαρτώμενους ενηλίκους και το 0,9% και τις δύο ομάδες.
Στις ηλικίες 35–44 ετών, όμως, το ποσοστό εκτινάσσεται στο 65,7%. Πρόκειται για την ηλικιακή ομάδα στην οποία οι υποχρεώσεις φροντίδας είναι συχνότερες και, ταυτόχρονα, η σύγκρουσή τους με την εργασία εντονότερη.
Η εικόνα που προκύπτει είναι μια καθημερινότητα στην οποία η οικογενειακή βοήθεια παραμένει σημαντική, ενώ ο χρόνος εργασίας και οι μεγάλες διαφορές στη χρήση αδειών καθορίζουν τα περιθώρια συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
ot.gr