Γεωργία: Οι αδυναμίες, οι «πληγές» και το στοίχημα της βιωσιμότητας [γραφήματα]
![Γεωργία: Οι αδυναμίες, οι «πληγές» και το στοίχημα της βιωσιμότητας [γραφήματα]](https://i0.wp.com/www.politica.gr/wp-content/uploads/2025/04/agrotes-1-725x430-1.jpg?quality=92&fit=1310%2C900&ssl=1)
Αντιμέτωπη με μια σειρά από χρόνιες αλλά και νέες προκλήσεις βρίσκεται η ελληνική γεωργία. Προκλήσεις, που απειλούν τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα, που παρά τη σημασία του για την οικονομία και την επισιτιστική ασφάλεια, τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν έντονα και σε μεγάλο βαθμό άλυτα.
Δύο από τα πιο καθοριστικά εμπόδια είναι η μικρή και κατακερματισμένη αγροτική γη και οι γερασμένοι αγρότες.
Στην Ελλάδα, το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί
έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα
Στην Ελλάδα, η μέση αγροτική εκμετάλλευση παραμένει πολύ μικρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που περιορίζει δραστικά την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας και την υιοθέτηση σύγχρονων τεχνολογιών.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της διαΝΕΟσις για τον αγροτικό τομέα, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη μικρότερη μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Μάλτα, την Κύπρο και τη Ρουμανία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν συγκρίνουμε την Ελλάδα με βασικούς ανταγωνιστές στον Αγροτικό Τομέα, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία.
Ο μικρός κλήρος
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και με μια ματιά στα χαρακτηριστικά του κλήρου, που επικρατεί στην ελληνική γεωργία. Στην Ελλάδα, το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα και ακόμα 28% χρησιμοποιεί εκτάσεις από 20 έως 50 στρέμματα. Επομένως, περισσότερες από επτά στις δέκα εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, κάτι που δεν βοηθά την ανάπτυξη σύγχρονης παραγωγής για πολλά αγροτικά προϊόντα.

Αντίθετα, οι μεγάλες μονάδες παραμένουν ελάχιστες. Μόνο το 3% των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ξεπερνάει τα 300 στρέμματα, ένα ποσοστό μικρότερο από το 1/3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου (11%). Επομένως, η Ελλάδα δεν διαθέτει αρκετές εκμεταλλεύσεις με μέγεθος που να επιτρέπει τις οικονομίες κλίμακας.
Η αδυναμία αυτή φαίνεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται η συνολική ενεργή αγροτική γη. Στην Ελλάδα, λιγότερο από το 30% της συνολικής χρησιμοποιούμενης αγροτικής γης βρίσκεται σε εκμεταλλεύσεις άνω των 300 στρεμμάτων. Ακόμα πιο χαμηλά, οι μονάδες άνω των 500 στρεμμάτων καλύπτουν μόλις το 16% της γης. Στην ΕΕ των 27, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι πολλές φορές υψηλότερα: 77% για τις εκμεταλλεύσεις άνω των 300 στρεμμάτων και 68% για τις εκμεταλλεύσεις άνω των 500 στρεμμάτων.
Η εικόνα αυτή οφείλεται σε ένα μίγμα γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων, ιστορικών επιλογών –όπως το κληρονομικό δίκαιο που οδήγησε σε διαρκή κατάτμηση της γης– αλλά και σε ένα μοντέλο μικρής οικογενειακής επιχειρηματικότητας που κυριαρχεί στην ελληνική οικονομία.

Το διαχρονικό βαρίδι στη γεωργία
Παράλληλα, ο αγροτικός πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς. Η μεγάλη ηλικία των αγροτών δεν επηρεάζει μόνο το ποια ή ποιος δουλεύει στις σχετικές εργασίες, αλλά συνδέεται –ασφαλώς όχι με ομοιόμορφο τρόπο σε κάθε άτομο– με τον τρόπο με τον οποίο παραγωγοί και εργαζόμενοι επενδύουν, παίρνουν αποφάσεις, κατανοούν τις τεχνολογικές εξελίξεις και οργανώνουν τη δουλειά τους.
Η Ελλάδα έρχεται έβδομη μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο μερίδιο διαχειριστών άνω των 65 ετών
Η γήρανση αυτή δεν είναι απλώς δημογραφικό ζήτημα. Έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες με τις σημαντικότερες να περιλαμβάνουν τη μειωμένη διάθεση για επενδύσεις, τη δυσκολία υιοθέτησης νέων τεχνολογιών, την περιορισμένη προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία, πάνω από τα δύο τρίτα των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι άνω των 55 ετών, ενώ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ξεπερνά τα 65.

Η ίδια εικόνα επιβεβαιώνεται και στους διαχειριστές των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίοι παίρνουν βασικές αποφάσεις, π.χ. για την αγορά εξοπλισμού. Παρότι η γήρανση των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, η Ελλάδα έρχεται έβδομη μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο μερίδιο διαχειριστών άνω των 65 ετών και τρίτη στον αντίστοιχο δείκτη για τους διαχειριστές 55 ετών και άνω.
Σύμφωνα με τα στοιχεία από την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας έως 39 ετών που απασχολούνταν στον αγροτικό τομέα έβαινε σημαντικά μειούμενος έως και το 2020 (έως λίγο περισσότερα από 80 χιλ. άτομα), με ρυθμό που υπερέβαινε τον ρυθμό μείωσης του συνόλου των απασχολούμενων. Έτσι, το μερίδιό τους που το 2008 ήταν 29,7% έφτασε το 2020 στο 20,3%. Αντίθετα, οι απασχολούμενοι 55 ετών και άνω, αν και μειούμενοι σε απόλυτους αριθμούς, αύξησαν το μερίδιό τους από 32,7% σε 38%.
Την περίοδο 2021–2023, όμως, κατά την οποία, η εξέλιξη των συνολικών απασχολούμενων στον ελληνικό αγροτικό τομέα είχε αντιστραφεί, ο βασικός παράγοντας ώθησης της απασχόλησης σε αυτόν ήταν τα άτομα ως 39 ετών και ιδιαίτερα τα άτομα ως 24 ετών. Ενώ το σύνολο των απασχολούμενων στον αγροτικό τομέα αυξήθηκε κατά 16,8%, στο σύνολο αυτής της περιόδου, οι απασχολούμενοι ως 39 ετών είχαν μια υπερδιπλάσια μεταβολή: κατά 37,4% (φτάνοντας τα 110 χιλ. άτομα), ενώ η μεταβολή της επιμέρους ομάδας ως τα 24 έτη ήταν 73,3%.

Η συνέχεια, το 2024, περιλάμβανε μείωση της απασχόλησης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες πλην των ατόμων ως 24 ετών και 65 ετών και άνω, τα οποία είχαν ήπια αύξηση. Ως αποτέλεσμα, η τρέχουσα κατανομή των απασχολούμενων να περιλαμβάνει άτομα ηλικίας ως 39 ετών σε ποσοστό σχεδόν 22,6%, ενώ τα άτομα 55 ετών και άνω αποτελούν το 38,3% του συνόλου.
Η προσέλκυση νέων
Για τον μετριασμό του προβλήματος της γήρανσης δεν υπάρχουν «μαγικές λύσεις». Όπως αναφέρει η διαΝΕΟσις, πρέπει να δοθεί σημαντική έμφαση στη γενική βελτίωση της οικονομικής βιωσιμότητας των αγροτικών μονάδων ώστε να αποτελούν ελκυστικές επιλογές για τη νέα επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα την επιχειρηματικότητα ευκαιρίας.
Μελέτες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Ιρλανδία και Ρουμανία) έχουν δείξει ότι υπάρχει δυνατότητα προσέλκυσης μορφωμένων νέων ανθρώπων στον αγροτικό τομέα, εφόσον αυτοί τύχουν κατάλληλης κρατικής ενίσχυσης.

Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που αποθαρρύνουν την είσοδο νέων, μορφωμένων και επενδυτικά προσανατολισμένων (επιχειρηματικότητα ευκαιρίας) νεοεισερχόμενων στον αγροτικό τομέα είναι το αίσθημα έλλειψης διαφάνειας και ισονομίας, ή αντίστροφα η υψηλή αίσθηση διαφθοράς, που μπορεί να αφορά –σε έναν βαθμό– στη διοίκηση και στα οικονομικά των συνεταιρισμών ή –πολύ περισσότερο– στη δημόσια διαχείριση και διανομή των ευρωπαϊκών ενισχύσεων στην αγροτική παραγωγή.
«Καθώς οι ενισχύσεις αυτές αποτελούν, αναπόφευκτα, πολύ σημαντικά στοιχεία της προσόδου και της οικονομικής βιωσιμότητας, των αγροτικών επιχειρήσεων, τα περιστατικά κακοδιαχείρισης ή –ακόμα χειρότερα– απιστίας οδηγούν σε υπονόμευση της έντιμης και υγειούς επιχειρηματικότητας, σε διάβρωση της γενικής εμπιστοσύνης, σε αύξηση του αντιληπτού κινδύνου και σε σημαντική στρέβλωση των κινήτρων», σημειώνεται.
Πηγή: ot.gr