Νέοι εκτός εργασίας και εκπαίδευσης: Γιατί η Ελλάδα «εκδικείται» τους πτυχιούχους

Οι νέοι που δεν σπουδάζουν αλλά ούτε δουλεύουν, περιγράφονται στις διεθνείς και ευρωπαϊκές στατιστικές με το ακρωνύμιο ΝΕΕΤs – Νot in Employment, Education or Training.
Τα ποσοστά των ΝΕΕΤs ανάμεσα στους νέους θεωρούνται εξίσου αν όχι περισσότερο κρίσιμα από τη νεανική ανεργία, καθώς αντανακλούν τις δυσκολίες μετάβασης από την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην απασχόληση.
To νέο ενημερωτικό δελτίο της Εurobank «7 ημέρες Οικονομία» εξετάζει την εξέλιξη του φαινόμενου των NEETs στην Ελλάδα, στην ηλικιακή κατηγορία 15-29 ετών.
Όπως εξηγεί ο ερευνητής οικονομολόγος της Εurobank Κωνσταντίνος Πέππας, επιλέγεται μια διευρυμένη δημογραφική ομάδα, αντί για την κατηγορία 15-24 ετών, ακριβώς επειδή ο χρόνος σπουδών έχει παραταθεί και μαζί του ανεβαίνει η ηλικία εισόδου στην αγορά εργασίας.
Το παράδοξο ειναι ότι στη χώρα μας τα υψηλότερα ποσοστά NEETs εντοπίζονται ανάμεσα στους νέους με τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ στην Ευρώπη ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Επιβεβαιώνεται άλλη μια φορά, ότι νέους με προσόντα έχουμε, καλές δουλειές δεν έχουμε.
Απόκλιση από την ΕΕ
Μετά από μια μακροχρόνια οικονομική κρίση, που εκτόξευσε τη νεανική ανεργία, οι δείκτες απασχόλησης στην Ελλάδα ανακάμπτουν και μαζί τους μειώνονται τα ποσοστά των NEETs.
Παρά τη βελτίωση, η χώρα μας εξακολουθεί να έχει αισθητά υψηλότερο ποσοστό νέων 15-29 ετών εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 14,2% έναντι 11,1%. Πρόκειται για το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ των 27, μετά τη Ρουμανία, την Ιταλία και τη Λιθουανία. Επίσης παραμένει μακριά από τον στόχο που έχει θέσει η ΕΕ για μείωση των ΝΕΕΤs στο 9% ως το 2030.
Όπως αναφέρει η έκθεση, η διατήρηση του ποσοστoύ των ΝΕΕΤs σε υψηλά επίπεδα περιορίζει την παραγωγικότητα της οικονομίας και ενισχύει το κίνδυνο διαρροής ανθρώπινου κεφαλαίου. Αντίστοιχα, έχει δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις, αυξάνοντας τον κίνδυνο φτώχειας και περιθωριοποίησης και ενισχύοντας τις ανισότητες.

Οι περιστρεφόμενες πόρτες ανεργίας και εργασίας
Η ανάλυση της Εurobank αναγνωρίζει ότι η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία έχει γίνει πιο σύνθετη με την πάροδο του χρόνου.
Οι νέοι αλλάζουν εργασία συχνότερα, πολλοί σπουδάζουν και παράλληλα δουλεύουν part time ή εποχικά (σε νησιά και τουριστικά θέρετρα το καλοκαίρι). Συχνό είναι και το φαινόμενο των «σπουδών μετ’ εμποδίων», με νέους εργαζόμενους να επιστρέφουν στην εκπαίδευση ή στην κατάρτιση προκειμένου να βελτιώσουν τα προσόντα και τις δεξιότητές τους ώστε να διεκδικήσουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές και οικονομικές απολαβές.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ δουλειάς και ανεργίας, σπουδών και μη-σπουδών (εκείνοι που τα παρατάνε, διακόπτουν, ξαναρχίζουν ή αλλάζουν αντικείμενο), γίνονται όλο και πιο θολές.
Όσο οι συνθήκες εργασίας ελαστικοποιούνται και η αγορά εργασίας απορρυθμίζεται, τόσο οι νέοι και λιγότεροι νέοι μπαινοβγαίνουν μεταξύ κατηγοριών. Eίναι ολίγον εργαζόμενοι και ολίγον άνεργοι, ολίγον σπουδαστές και ολίγον ΝΕΕΤs. Ολίγον «καταρτιζόμενοι» και ολίγον «ωφελούμενοι», με προγράμματα που συχνά ελέγχονται για την αποτελεσματικότητά τους και έχουν βρεθεί στο επίκεντρο σκανδάλων.
Τα πέτρινα χρόνια της κρίσης.
Το 2013, την περίοδο κορύφωσης της οικονομικής κρίσης, oι νέοι ΝΕΕΤs στην Ελλάδα είχαν αγγίξει το δυσθεώρητο ποσοστό του 28,5%, στο σύνολο του πληθυσμού 15-29 ετών.
Το μεγαλύτερο χτύπημα δέχθηκαν οι νέοι πτυχιούχοι. Όπως σημειώνει η έκθεση της Εurobank, οι νέοι που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και επιδιώκουν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας βρίσκουν δυσκολότερα απασχόληση καθώς σε περιόδους ύφεσης περιορίζονται σημαντικά οι προσλήψεις προσωπικού.
Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη αποτυχία στην αναζήτηση εργασίας (και για τους απολυμένους και για αυτούς που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία) οδηγεί σταδιακά τα άτομα σε αποθάρρυνση και στο «πάγωμα» της διαδικασίας αναζήτησης εργασίας και κατά συνέπεια στην έξοδο από το εργατικό δυναμικό.
Παράλληλα, η προσπάθεια για επιστροφή στην εκπαίδευση κατά τη διάρκεια οικονομικών κρίσεων δεν είναι πάντα επιτυχής για λόγους όπως η αδυναμία χρηματοδότησης σπουδών, η μη επιθυμία για επιπλέον σπουδές, η αδυναμία πρόσβασης στην εκπαίδευση κ.ά.
Παρά τη βελτίωση των δεικτών, η Ελλάδα παραμένει σε μία από τις χειρότερες θέσεις στην ΕΕ σε ό,τι αφορά τα ποσοστά των ΝΕΕΤs.

Το ελληνικό παράδοξο: Υψηλή μόρφωση, χαμηλή απορρόφηση
Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έκθεσης της Εurostat είναι ότι στην Ελλάδα οι περισσότεροι NEETs προέρχονται από τις μεσαίες και ιδίως τις υψηλές βαθμίδες εκπαίδευσης, ενώ στην ΕΕ συμβαίνει το αντίθετο.
«Η σημαντικότερη διαφορά με την ΕΕ-27 είναι ότι στην Ελλάδα η κατηγορία που εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό νέων ηλικίας 15-29 ετών που δεν εργάζονται και ούτε συμμετέχουν στην τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση είναι τα άτομα με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, όταν στην ΕΕ-27 είναι η κατηγορία με τα χαμηλότερα ποσοστά», σημείωνεται χαρακτηριστικά.
Το παραγωγικό υπόδειγμα της Ελλάδας «τιμωρεί» τους πτυχιούχους
Αν σκαλίσουμε τα συμπεράσματα της ανάλυσης της Εurobank, θα βρούμε και τις αιτίες που στη χώρα μας το brain drain συνεχίζεται, παρά τη μερική του ανάσχεση.
«Καταρχάς υπάρχει υπερπροσφορά αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την περιορισμένη ζήτηση θέσεων υψηλής εξειδίκευσης καθώς η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει προσανατολισμένη σε κλάδους χαμηλής/μεσαίας εξειδίκευσης», υπογραμμίζει η έκθεση
Με άλλα λόγια, τα παιδιά μας σπουδάζουν και αποκτούν πτυχία και προσόντα, για να γίνουν μπαρίστας, γκαρσόνια και πωλητές ή να δουλέψουν με πολύ χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς από ό,τι συνομήλικοί τους με αντίστοιχες σπουδές σε άλλες χώρες της ΕΕ.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη για αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, όχι μόνο για να διευρύνει την παραγωγική της βάση, αλλά και για να πάψει να είναι μια χώρα-Κρόνος που «τρώει» τα παιδιά της ή τους ψαλιδίζει τα φτερά.
Πηγή: in.gr