Eπιτακτική η προσαρμογή των παραγωγών στην κλιματική μεταβλητότητα

«Καμπανάκι» κινδύνου από την Τράπεζα της Ελλάδας για τις επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών στον αγροτικό τομέα στη χώρα, με βάση ανάλυση για το 2025 – Στροφή προς νέες καλλιεργητικές τεχνικές η λύση ενίσχυσης της ανθεκτικότητας για τους παραγωγούς.
Άμεση είναι η ανάγκη για υιοθέτηση μέτρων προσαρμογής του πρωτογενούς τομέα στις νέες εδαφοκλιματικές μεταβολές, ώστε να ενισχύεται η ανθεκτικότητα, να προστατεύεται η παραγωγή και να αυξάνεται η απόδοση στις αγροτικές καλλιέργειες. Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής εκδηλώνονται, ιδιαίτερα στην Κρήτη, μέσα από τρία βασικά φαινόμενα: Την παρατεταμένη ξηρασία, την άνοδο της θερμοκρασίας και τη λειψυδρία. Στο νησί, η παρατεταμένη και πρωτοφανής ξηρασία των τελευταίων τριών ετών έχει επηρεάσει συνολικά τη γεωργική παραγωγή και ιδιαίτερα το σύστημα της ελαιοκομίας στην Κρήτη, τόσο ως προς την ποσότητα της παραγωγής όσο και ως προς την ποιότητα. Η κλιματική μεταβλητότητα επηρεάζει την ανθοφορία και την καρποφορία, με εμφανή και σταδιακή μείωση παραγωγής ελαιολάδου τα τελευταία τρία χρόνια, ιδιαίτερα στην κεντρική και ανατολική Κρήτη, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες προκαλούν στρες στα δέντρα, με αποτέλεσμα όχι μόνο χαμηλότερη ποσότητα αλλά και υποβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του ελαιολάδου.
Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025, η αλλαγή του κλίματος οδηγεί σε υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους, μείωση της γονιμότητας και αύξηση της διάβρωσης, ενώ η ξηρασία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα ζημιών, καθώς ευθύνεται για περίπου το 50% των απωλειών στον αγροτικό τομέα που σχετίζονται με κλιματικούς κινδύνους. Επιπλέον, η ΤτΕ καταγράφει αρνητική επίδραση στην παραγωγικότητα της εργασίας λόγω θερμικής καταπόνησης, με εκτιμήσεις για μείωση έως και 5,4% στην Ελλάδα μακροπρόθεσμα.
Για την αντιμετώπιση αυτών των συνθηκών απαιτείται, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν., ο Μανώλης Καμπουράκης, αναπληρωτής καθηγητής Αγροοικολογίας και Ελαιοκομίας στο ΕΛΜΕΠΑ, προσαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών, όπως αλλαγές στη διαχείριση του εδάφους, των υπολειμμάτων και της λίπανσης. Εξίσου σημαντική κρίνεται από τον κ. Καμπουράκη, η ορθολογική άρδευση, καθώς μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή, ωστόσο πρέπει να λαμβάνονται πάντα υπόψη τα περιορισμένα υδατικά αποθέματα. Συνολικά, η προσαρμογή για τους παραγωγούς κρίνεται αναγκαία, αν και αποτελεί πρόκληση, ιδιαίτερα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία παραγωγούς.
Σε αυτό το πλαίσιο μάλιστα, η έκθεση της ΤτΕ παρουσιάζει επτά βασικές κατευθύνσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του αγροτικού τομέα, οι οποίες εντάσσονται στην Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή και εξειδικεύονται σε περιφερειακό επίπεδο. Μεταξύ άλλων προτείνει προσαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών, έμφαση στη διαχείριση των υδατικών πόρων, μέσω έργων αποθήκευσης νερού, βελτίωσης των αρδευτικών υποδομών και επαναχρησιμοποίησης υδάτων, μέτρα προστασίας κατά της διάβρωσης και της ερημοποίησης, καθώς και ενίσχυση της οργανικής ουσίας. Συνολικά, οι προτάσεις στοχεύουν στη μείωση της ευαλωτότητας του πρωτογενούς τομέα και στη διασφάλιση της παραγωγικής του ικανότητας σε συνθήκες αυξανόμενης κλιματικής πίεσης, ενώ η έκθεση καταλήγει ότι χωρίς συστηματική προσαρμογή, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τη βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα.
Τα παραπάνω συμπεράσματα επιβεβαιώνονται και από την σύγχρονη επιστημονική έρευνα για την κλιματική αλλαγή στην Κρήτη. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό έργο Climate Resilient Crete (2024-2026), η Κρήτη καταγράφεται ως περιφέρεια με υψηλή έκθεση σε σύνθετους κλιματικούς κινδύνους, καταγράφοντας μεταβλητότητα βροχοπτώσεων, αυξημένη ένταση και συχνότητα ξηρασίας, μείωση υδάτινων πόρων και αναπλήρωσης υπόγειων υδροφορέων με άμεσες συνέπειες στις αρδεύσιμες καλλιεργητικές εκτάσεις.
Αντίστοιχα, σύμφωνα με κλιματική αποτίμηση για το 2025, από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, καταγράφονται σαφείς ενδείξεις επιτάχυνσης των θερμικών και υδρολογικών μεταβολών στην Κρήτη. Τα δεδομένα δείχνουν αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας, μείωση της εδαφικής υγρασίας και περιορισμός των ημερών με σημαντικά ύψη βροχόπτωσης. Η Κρήτη κατατάσσεται μεταξύ των πιο ξηρών περιοχών της χώρας, με τάση περαιτέρω επιδείνωσης και το 2025 θεωρήθηκε μεταξύ των θερμότερων ετών των τελευταίων δεκαετιών, Σύμφωνα με τη μελέτη του δικτύου World Weather Attribution στην οποία συμμετείχε το Πολυτεχνείο Κρήτης, οι καιρικές συνθήκες που ευνοούν μεγάλες πυρκαγιές είναι έως και δέκα φορές πιο πιθανές σήμερα σε σχέση με το παρελθόν και η Κρήτη εντάσσεται σε αυτή τη γεωγραφική ζώνη αυξημένου κινδύνου, γεγονός που συνεπάγεται μεγαλύτερη πιθανότητα εκδήλωσης εκτεταμένων πυρκαγιών με υψηλή ένταση και δυσκολία διαχείρισης.
«Αυτήν τη στιγμή έχουμε ένα καινούργιο περιβαλλοντικό πλαίσιο για τον ελαιώνα, το οποίο επηρεάζει τα πάντα»
Σημαντικά αρνητικές είναι οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής στην ανθοφορία, τους παραγόμενους καρπούς και συνολικά την γεωργική παραγωγή στην Κρήτη, τόσο ως προς την ποιότητα, όσο και στην ποσότητα την τελευταία τριετία. Σύμφωνα με όσα σχολίασε μεταξύ άλλων ο κ. Καμπουράκης, οι επιπτώσεις ιδιαίτερα εμφανίζονται στους Κρητικούς ελαιώνες, οι οποίοι θεωρούνται υψηλής φυσικής αξίας. «Η κλιματική μεταβλητότητα επηρεάζει καταρχήν και την ανθοφορία και τον παραγόμενο καρπό. Αυτό το βλέπουμε τα τελευταία τρία χρόνια στην Κρήτη, ειδικά στο κεντρικό και Ανατολικό τμήμα, όπου είδαμε μειωμένη παραγωγή.
Άρα επηρεάζεται και η ποσότητα, αλλά και στην ποιότητα, γιατί όταν ο ελαιόκαρπος, από τον Αύγουστο μέχρι τον Νοέμβριο, ειδικά στους ξηρικούς ελαιώνες, είναι στρεσαρισμένο το δέντρο, δεν είναι μόνο το κομμάτι ελαιοπεριεκτικότητα, αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου. Δηλαδή όλη η αλυσίδα επηρεάζεται και επηρεάζεται αρνητικά», ανέφερε, εξηγώντας επίσης ότι υπάρχουν και θετικές επιδράσεις, λόγω ξηρασίας, όπως είναι για παράδειγμα η σημαντική μειωμένη εμφάνιση του δάκου το 2025 στην Κρήτη. «Από την άλλη βέβαια κάποιες ασθένειες που δεν υπήρχαν ευνοούνται από την ξηρασία και τον ζεστό καιρό. Αυτήν τη στιγμή λόγω της κλιματικής μεταβλητότητας έχουμε ένα καινούργιο περιβαλλοντικό πλαίσιο για τον ελαιώνα, το οποίο επηρεάζει τα πάντα, τα δέντρα, την παραγωγή τους και στην ποιότητα και στην ποσότητα, επηρεάζει όμως και όλους τους φυσικούς εχθρούς των εχθρών του ελαιοδέντρου και τους ίδιους τους εχθρούς», σημείωσε.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Καμπουράκη, το κλίμα έχει αλλάξει ακόμα και τα χαρακτηριστικά των ίδιων των εποχών, με αποτέλεσμα το φθινόπωρο να έχει πλέον ελάχιστες βροχοπτώσεις και περιορισμένη χρονική διάρκεια, γεγονός που επηρεάζει τα δέντρα. «Ακόμα και φέτος που έχουμε επαρκείς βροχοπτώσεις σε πολλές περιοχές, τις έχουμε αργά την άνοιξη. Όλες αυτές οι κλιματικές μεταβολές που αφορούν θερμοκρασία, βροχοπτώσεις και υγρασία, επηρεάζουν όλο τον ελαιώνα, όχι μόνο τα ελαιόδεντρα, αλλά και την χλωρίδα, την πανίδα, τα πάντα. Αυτό σημαίνει μείωση παραγωγής και ποιοτική υποβάθμιση, αλλά κυρίως ποσότητα. Στην Κρήτη πολύ λίγο λάδι παράξαμε και φέτος και έχουμε και αθροιστικές συνέπειες. Δηλαδή τα φαινόμενα αυτά, όταν προκύπτουν για συνεχόμενα χρόνια, όπως είναι η τριετία σήμερα, τα δέντρα εξαντλούνται, όλο το σύστημα εξαντλείται και μετά θέλει κάποιο χρόνο να ξαναεπανέλθει στα φυσιολογικά του επίπεδα».
Προσαρμογή στη διαχείριση εδάφους, υπολειμμάτων, κλαδέματος και λιπασμάτων
Αναγκαία πρέπει να θεωρείται η προσαρμογή του παραγωγού και η υιοθέτηση νέων καλλιεργητικών τεχνικών, πιο αποδοτικών και πιο ανθεκτικών. Σύμφωνα με τον κ. Καμπουράκη, οι πρακτικές αφορούν την επεξεργασία του εδάφους και η ευρύτερη διαχείριση των υπολειμμάτων: «Παλιά είχαμε μόνο φρέζα καλλιεργητή για να οργώσουμε και να επεξεργαστούμε το έδαφος του ελαιώνα, πλέον υπάρχουν και χαρτοκοπτικά και στο τρακτέρ. Παλιά δεν είχαμε θρυμματιστές για να θρυμματίσουμε τα υπολείμματα του κλαδέματος, τώρα υπάρχουν ακόμα και αυτά που από μόνα τους παίρνουν τα κλαδιά και τα θρυμματίζουν, δεν χρειάζεται δηλαδή κάτι παραπάνω από ένα τρακτέρ, τον χειριστή του και το εργαλείο», σημείωσε και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Οπότε οι παραγωγοί πρέπει να προσαρμοστούν όσον αφορά τη διαχείριση του εδάφους, των υπολειμμάτων, του κλαδέματος και φυσικά και τη λίπανση, δηλαδή βλέπουμε παραγωγοί να βάζουν μεγάλες ποσότητες αζωτούχων λιπασμάτων, που πλέον το κόστος έχει ανέβει και ανεβαίνει με αυτήν την κρίση, λόγω του πετρελαίου».
Καθοριστική σημασία, ειδικά για τους ξηρικούς ελαιώνες παίζει το κομμάτι της άρδευσης, καθώς οι αρδεύσιμες εκτάσεις γης έχουν αποδειχθεί ότι παράγουν σε σχεδόν διπλάσιο ρυθμό. «Η άρδευση θα πρέπει να γίνεται, αλλά εδώ οι παραγωγοί θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους, ότι τα υδατικά αποθέματα του υδροφόρου ορίζοντα δεν είναι ανεξάντλητα. Οπότε θα πρέπει η άρδευση να γίνεται όταν χρειάζεται και όχι όσο χρειάζεται, δηλαδή όχι υπερβολές. Το νερό είναι πεπερασμένο και το έχουν καταλάβει οι παραγωγοί. Εξαρτόμαστε από αυτό και χρειάζεται μία σύνεση, αποφυγή υπερβολής και προσαρμογή της παραγωγής. Δεν είναι δύσκολο τεχνικά, αλλά ο παραγωγός πρέπει να προσαρμοστεί και να μάθει νέα πράγματα. Αυτό για τους μεγάλους σε ηλικία είναι και πιο δύσκολο», σχολίασε τέλος, ο κ. Καμπουράκης.
Πηγή: rethnea.gr