Στα ίχνη τους μέχρι το λιμάνι: το χρονικό μιας «καταδρομικής» συμμορίας και το μπλόκο της Ασφάλειας Ηρακλείου

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Ήταν από εκείνες τις υποθέσεις που δεν «φωνάζουν» από την πρώτη στιγμή, αλλά ψιθυρίζουν. Μικρά ίχνη, σπασμένοι ομφαλοί κλειδαριών, σκιές σε κάμερες ασφαλείας, επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Και απέναντί τους, αστυνομικοί που ξέρουν να ακούν αυτούς τους ψιθύρους και να τους μετατρέπουν σε αποδείξεις.
Από τα μέσα του καλοκαιριού του 2025, σε Ηράκλειο, Χανιά και Ρέθυμνο, άρχισε να ξετυλίγεται ένα γνώριμο μοτίβο: κατοικίες παραβιασμένες με τη «χειρουργική» μέθοδο της θραύσης του ομφαλού, χρόνος δράσης ελάχιστος, λάφυρα πολύτιμα, εξαφάνιση αστραπιαία. Δεν ήταν τυχαία χτυπήματα. Ήταν δουλειά ανθρώπων που ήξεραν τι κάνουν.
Οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου άρχισαν να συνθέτουν το παζλ. Βιντεοληπτικό υλικό, ώρες παρακολούθησης, διασταυρώσεις στοιχείων. Κάθε κομμάτι έμπαινε στη θέση του. Και τότε, η εικόνα καθάρισε: ένα ζευγάρι Ελλήνων, 48 και 41 ετών, με τον άνδρα να κουβαλά ένα βαρύ ποινικό παρελθόν, φέρεται να βρίσκεται πίσω από τουλάχιστον 14 διαρρήξεις σε όλη την Κρήτη.
Η δράση τους είχε γεωγραφία και χρονοδιάγραμμα. Τέσσερις κλοπές στο Ηράκλειο τους θερινούς μήνες του 2025, έξι «ντου» στα Χανιά μέσα στο ίδιο καλοκαίρι, και ύστερα μια φαινομενική σιωπή. Όχι γιατί σταμάτησαν, αλλά γιατί ετοιμάζονταν. Στα μέσα Ιανουαρίου επέστρεψαν. Ακτοπλοϊκώς. Με σχέδιο. Με ενοικιαζόμενο όχημα από τον Πειραιά – ένα λευκό Fiat Panda – και, όπως προέκυψε, με αναληθή στοιχεία επιβάτη.
Η επιστροφή τους στην Κρήτη είχε χαρακτήρα «καταδρομής». Δύο κλοπές στις 26 Ιανουαρίου σε δυτικές συνοικίες του Ηρακλείου. Άλλες δύο, την επόμενη ημέρα, στο Ρέθυμνο. Γρήγορα, αποφασιστικά, με το ίδιο ακριβώς modus operandi.
Ήταν το λάθος τους. Γιατί εκεί ακριβώς άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.
Οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Ηρακλείου είχαν πλέον βεβαιότητα. Το σήμα δόθηκε. Όλες οι υπηρεσίες σε επιφυλακή. Και το απόγευμα της Τετάρτης, στο λιμάνι του Ηρακλείου, λίγο πριν το ζευγάρι χαθεί ξανά στη θάλασσα, ήρθε το τέλος της διαδρομής τους.
Τη στιγμή που ετοιμάζονταν να επιβιβαστούν στο πλοίο της γραμμής, με το όχημα γεμάτο από τα λάφυρα των τελευταίων ημερών, βρέθηκαν περικυκλωμένοι. Στελέχη του Κλιμακίου Ειδικών Αποστολών του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου, που είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως, τους ακινητοποίησαν. Το μπλόκο ήταν αθόρυβο, απόλυτο, αμετάκλητο.
Το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο αποδείχθηκε «κιβωτός» αποδεικτικών στοιχείων: περίπου 2.500 ευρώ σε μετρητά, κοσμήματα – κάποια ήδη επέστρεψαν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους – και ίχνη μιας δράσης που εκτιμάται ότι απέφερε παράνομο περιουσιακό όφελος περίπου 50.000 ευρώ. Συνολικά, τα χρήματα που φέρονται να αφαίρεσαν ξεπερνούν τις 11.500 ευρώ.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία βαριά: σύσταση συμμορίας, διακεκριμένες κλοπές κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, καθώς και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην υπόθεση το παρελθόν του 48χρονου. Άνθρωπος που έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή κάθειρξης 42 ετών – με εκτιτέα τα 20 – για ένοπλες ληστείες στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και διακεκριμένες κλοπές. Ένα όνομα γνώριμο στις διωκτικές Αρχές, με πληροφορίες να τον θέλουν στο παρελθόν να φέρει ακόμη και χειροβομβίδα κατά τη διάρκεια ληστείας και να έχει τραυματιστεί από πυρά αστυνομικών. Αποφυλακίστηκε υπό όρους μόλις τον περασμένο Ιανουάριο από τις φυλακές Κορυδαλλού.
Η επιχείρηση στο λιμάνι του Ηρακλείου δεν ήταν απλώς μία ακόμα σύλληψη. Ήταν το επιστέγασμα μιας επίμονης, μεθοδικής δουλειάς. Ένα μήνυμα ότι, όσο «καταδρομική» κι αν είναι η δράση μιας συμμορίας, όσο καλά κι αν πιστεύει ότι σβήνει τα ίχνη της, κάποιος τα ακολουθεί. Μέχρι τέλους.
Και αυτή τη φορά, τα ίχνη τους οδήγησαν κατευθείαν στα χέρια της Διεύθυνσης Ασφαλείας Ηρακλείου.