Δημόσιο Χρέος: Τι θα κρίνει την επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητας

Δημοσιεύτηκε στις 17/05/2026 10:34

Δημόσιο Χρέος: Τι θα κρίνει την επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητας

Στις διαδοχικές συσκέψεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης των τελευταίων εβδομάδων αναφορικά με την πορεία του πληθωρισμού, την τιμή των καυσίμων ή τα δημοσιονομικά περιθώρια για τη λήψη νέων μέτρων στήριξης, στο τραπέζι υπάρχει και το το πώς θα διατηρηθεί η πορεία ταχείας αποκλιμάκωσης στο δημόσιο χρέος μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, ενεργειακής πίεσης και αυξανόμενης κοινωνικής κόπωσης.

Με δεδομένο οτι η χώρα βρίσκεται ίσως στο πιο κρίσιμο σημείο από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η κυβέρνηση επιχειρεί να «κλειδώσει» την επιστροφή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κανονικότητα χρέους, με στόχο να κινηθεί κοντά στο 100% του ΑΕΠ την περίοδο 2032–2034, από 136,8% που προβλέπεται για το 2026 και 146,1% το 2025. Στις επαφές  με επενδυτές, τράπεζες και οίκους αξιολόγησης, αυτό το νούμερο αντιμετωπίζεται πλέον ως το πραγματικό ορόσημο της επόμενης δεκαετίας.

Το σχέδιο που έχει στηθεί από τον ΟΔΔΗΧ κινείται με πολύ πιο επιθετικούς ρυθμούς από ό,τι φαίνεται δημόσια. Οι συνεχείς επαφές του επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ,  Δημήτρη Τσάκωνα, με μεγάλα χαρτοφυλάκια σε Ευρώπη, Ασία, ΗΠΑ και Μέση Ανατολή δεν έχουν μόνο χαρακτήρα ενημέρωσης των αγορών.

Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια νέα δεξαμενή μακροπρόθεσμων επενδυτών που θα αντιμετωπίζουν τα ελληνικά ομόλογα ως «κανονικό» ευρωπαϊκό προϊόν και όχι ως ειδικό trade υψηλού ρίσκου. Στις πρόσφατες παρουσιάσεις σε Μιλάνο, Λονδίνο και Παρίσι, αλλά και στις επαφές που είχαν προηγηθεί σε Σιγκαπούρη, Τόκιο, Αμπου Ντάμπι και Ντουμπάι, το βασικό αφήγημα ήταν ότι η Ελλάδα μετατρέπεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης από σύμβολο κρίσης σε παράδειγμα δημοσιονομικής αποκατάστασης.

Στις ίδιες συζητήσεις, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι η Ιταλία αναμένεται να περάσει ξανά στην πρώτη θέση της Ευρωζώνης ως προς το ύψος του χρέους προς ΑΕΠ από το τέλος του 2026, εξέλιξη που η Αθήνα θεωρεί κομβική για τη μεταβολή της επενδυτικής εικόνας της χώρας.

Δημόσιο Xρέος

Την ίδια στιγμή όμως, πίσω από το αφήγημα της σταθερότητας, υπάρχει και ένας πιο σύνθετος προβληματισμός. Η κυβέρνηση επιλέγει να επιταχύνει τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους ακόμη και μέσα σε μια περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας. Στις 15 Ιουνίου προχωρά νέα πρόωρη εξόφληση δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 6,9 δισ. ευρώ, ενώ ήδη σχεδιάζεται η επόμενη φάση πρόωρης αποπληρωμής δανείων του EFSF.

Στο υπουργείο Οικονομικών θεωρούν ότι η στρατηγική αυτή λειτουργεί ως ισχυρό πολιτικό και επενδυτικό μήνυμα προς τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης, ειδικά σε μια περίοδο όπου τα διεθνή επιτόκια παραμένουν υψηλά και οι αγορές ομολόγων εξαιρετικά νευρικές. Ωστόσο, όσο το ενεργειακό κόστος περνά στην οικονομία, τόσο ενισχύονται και οι πιέσεις για νέα μέτρα στήριξης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα που αρχίζει να σχηματίζεται αφορά το πόσο γρήγορα μπορεί να επιστρέψει η χώρα στην «κανονικότητα» των αγορών χωρίς η πίεση στην πραγματική οικονομία να αρχίσει να διαβρώνει την ίδια τη βάση αυτής της στρατηγικής.

Το «στοίχημα» της αξιολόγησης και το Δημόσιο Χρέος

Στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους αντιμετωπίζουν την επόμενη εξαετία ως ένα ενιαίο project αποκατάστασης της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας. Η επιδίωξη δεν είναι απλώς η περαιτέρω μείωση του δείκτη χρέους, αλλά η οριστική μετακίνηση της Ελλάδας στην κατηγορία των χωρών που αντιμετωπίζονται από τις αγορές ως «ώριμοι» εκδότες χρέους με χαμηλότερο ρίσκο.

Αυτό εξηγεί γιατί οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο. Η Ελλάδα σχεδιάζει να αποπληρώσει έως το 2031 τα υπόλοιπα 31,6 δισ. ευρώ των δανείων του πρώτου μνημονίου, πολύ νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα που έφτανε έως το 2041. Παράλληλα, ξεκινά σταδιακά και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του δεύτερου προγράμματος στήριξης. Το οικονομικό επιτελείο θεωρεί ότι κάθε τέτοια κίνηση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στις αξιολογήσεις των οίκων, ενώ η επιστροφή σε επίπεδα κανονικότητα για το χρέος αντιμετωπίζεται ως το τελικό σήμα εξόδου από την εποχή της κρίσης χρέους.

Δημόσιο Χρέος

Το θετικό στοιχείο για την Αθήνα είναι ότι οι αγορές συνεχίζουν να βλέπουν το ελληνικό χρέος ως διαχειρίσιμο, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η αποκλιμάκωση είναι εντυπωσιακή. Από 209% του ΑΕΠ το 2020, το δημόσιο χρέος κινείται πλέον κοντά στο 136,8% για το 2026, με τις προβολές να το φέρνουν κοντά στο 110% έως το 2031.

Το μεγάλο «όπλο» της Ελλάδας παραμένει η δομή του χρέους. Το μέσο κόστος εξυπηρέτησης παραμένει χαμηλό, περίπου στο 2,1%-2,2%, αισθητά χαμηλότερο από τα επιτόκια αγοράς. Οι δαπάνες τόκων προβλέπεται να υποχωρήσουν στο 3% του ΑΕΠ το 2026, παρά το διεθνές περιβάλλον υψηλών επιτοκίων. Αυτό το προστατευτικό «μαξιλάρι» εξακολουθεί να προέρχεται από τα δάνεια της μνημονιακής περιόδου και τη μεγάλη διάρκεια ωρίμανσης του χρέους. Ωστόσο, στις επαφές με ξένους επενδυτές επανέρχεται όλο και συχνότερα η ανησυχία για τις επιπτώσεις αν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί αισθητά λόγω της ενεργειακής κρίσης και του ακριβού χρήματος.

Το ίδιο το Μεσοπρόθεσμο βασίζεται σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα έως το τέλος της δεκαετίας και σε σταθερή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Αν οι δύο αυτοί παράγοντες αποδυναμωθούν ταυτόχρονα, η πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους δυσκολεύει αισθητά.

Η ακρίβεια, οι κοινωνικές πιέσεις και το πολιτικό ρίσκο

Η επιλογή της κυβέρνησης να κατευθύνονται διαθέσιμοι πόροι στην ταχύτερη μείωση του χρέους προκαλεί ήδη συζητήσεις στο εσωτερικό της αγοράς αλλά και σε κυβερνητικούς κύκλους, καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ενεργειακό κόστος περνά πλέον σταδιακά σε μεταφορές, εστίαση, πρώτες ύλες και λιανεμπόριο. Στελέχη της αγοράς μιλούν για αυξημένη επιφυλακτικότητα στην κατανάλωση και για μεγαλύτερη πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εκτός τουριστικών περιοχών.

Παράλληλα, το δημοσιονομικό περιθώριο παραμένει περιορισμένο. Μετά τα ήδη ανακοινωμένα μέτρα στήριξης και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ο διαθέσιμος χώρος για νέες παρεμβάσεις υπολογίζεται μόλις στα 200–250 εκατ. ευρώ.

Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον, καθώς απο τη μία πλευρά, η κυβέρνηση θέλει να προστατεύσει την εικόνα αξιοπιστίας που έχει χτίσει απέναντι στις αγορές, ενώ από την άλλη, γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη περίοδος ακρίβειας μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση, την ανάπτυξη και τελικά τα ίδια τα δημόσια έσοδα πάνω στα οποία στηρίζεται η στρατηγική μείωσης του χρέους.

Πηγή: ot.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook