
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγράψει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ σε βασικούς δείκτες οικονομικής επίδοσης, παραγωγικότητας και μισθών.
Η πίεση στα εισοδήματα εντάθηκε τα προηγούμενα χρόνια λόγω του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με την Εαρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με σχετικά υψηλούς ρυθμούς, ωστόσο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε όρους αγοραστικής δύναμης, παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αντιστοιχεί περίπου στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόσταση αυτή συνδέεται κυρίως με τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα ανέρχεται περίπου στο 50% του μέσου όρου της ΕΕ και περίπου στα δύο τρίτα του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρίσκεται περίπου στο 60% του μέσου όρου της ΕΕ.
Μιλούν τα νούμερα
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα παραγωγικότητας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα και το επίπεδο των μισθολογικών αποδοχών, καθώς οι διαφορές στους μισθούς μεταξύ χωρών προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας.
Στο πεδίο των μισθών, η εικόνα παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την Ευρώπη. Παρά την αύξηση των πραγματικών μισθών από το 2019 και μετά, οι πραγματικές μισθολογικές αποδοχές στην Ελλάδα παραμένουν μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα το 2024 διαμορφώθηκε περίπου στις 18.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 39.808 ευρώ.
Η πίεση στα εισοδήματα εντάθηκε τα προηγούμενα χρόνια λόγω του πληθωρισμού. Οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης των τιμών το 2022 και το 2023 επηρέασαν αρνητικά τους πραγματικούς μισθούς, αν και η τάση αυτή φαίνεται να αντιστράφηκε το 2024. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιλαμβάνονται στην έκθεση, η πραγματική αμοιβή των εργαζομένων στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 0,1% το 2023, ενώ αυξήθηκε κατά 3,6% το 2024.
Ωστόσο, η ανάκαμψη των πραγματικών αποδοχών εμφανίζεται περιορισμένη τα επόμενα χρόνια. Για το 2025 και το 2026, η αύξηση της πραγματικής αμοιβής των εργαζομένων στην Ελλάδα προβλέπεται μόλις στο 0,1% ετησίως. Για το 2027 προβλέπεται μεγαλύτερη αύξηση, της τάξης του 1,8%. Στην Ευρωζώνη, η πραγματική αμοιβή εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 1,8% το 2025, ενώ προβλέπεται άνοδος 0,2% το 2026 και 0,8% το 2027.
Καθοριστικό ρόλο εξακολουθεί να διαδραματίζει ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, περιορίζοντας το πραγματικό όφελος από τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των αυξήσεων απορροφάται από το υψηλότερο κόστος ζωής, ιδιαίτερα σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Σύμφωνα με την έκθεση, περαιτέρω αύξηση των μισθών θα ήταν ωφέλιμη τόσο σε μικροοικονομικό όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο. Σε επίπεδο νοικοκυριών, θα ενίσχυε το βιοτικό επίπεδο και την αγοραστική δύναμη. Σε επίπεδο οικονομίας, θα μπορούσε να στηρίξει τη συνολική ζήτηση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από διατηρήσιμη ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικότητας.
Το ζητούμενο
Το βασικό ζητούμενο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Εαρινής Έκθεσης, είναι η μετάβαση από τη σταδιακή ανάκαμψη των μισθών σε ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Για να συμβεί αυτό, οι αυξήσεις των αποδοχών θα πρέπει να στηριχθούν σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση και δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία έχει καλύψει μέρος της απόστασης που τη χώριζε από την Ευρώπη, αλλά το χάσμα στους μισθούς και στην παραγωγικότητα παραμένει. Και αυτό εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές προκλήσεις για τα επόμενα χρόνια.
ot.gr