Σκέψεις ενός ταξιδιώτη ή αλλιώς λόγια της πλώρης και της πρύμνης

Όταν ήμασταν παιδιά,οι γονείς μας,μας έλεγαν να μην καθόμαστε ποτέ με γυρισμένη την πλάτη σε κάποιον, ακόμα κι αν δεν το ξέρουμε -ειδικά τότε- και αν δεν γίνεται αλλιώς, τότε να λέμε “με συγχωρείτε”.
Ο μπαμπάς μου είχε κι εκείνος μεταξύ άλλων μια συμβουλή. “Όταν θα ταξιδεύεις με το πλοίο, θέλω να είσαι ντυμένη καλά -δεν εννοούσε ζεστά-. Όταν θα ταξιδεύεις με το αεροπλάνο, θέλω να είσαι ντυμένη ακόμη καλύτερα.” Κάπως έτσι, δεν μπήκα ποτέ στο πλοίο και στο αεροπλάνο με σαγιονάρες, σορτσάκι, φόρμα ή απεριποίητη.
Αυτά σκεφτόμουν χθες μέσα στο πλοίο και αυτό δεν είναι ένα κείμενο με τίτλο “Εμείς οι πολιτισμένοι και οι άλλοι”. Ελπίζω ως το τέλος να σας έχω πείσει γι’ αυτό.
Σκηνή 1η: Νεαρή μητέρα με παιδάκι όχι πάνω από 4 ετών. Το παιδί στη μία ώρα του ταξιδιού έχει πιει ένα ολόκληρο Powerade και έχει φάει ένα μεγάλο κουτί pringles και μια σοκολάτα. Είναι υπερκινητικό, στριγκλίζει και γενικώς κάνει τα δικά του. Προσπαθώ να καταλάβω αν είναι happy ή απλώς sugar high.
Σκηνή 2η: Καθόμαστε σε έναν μεγάλο καναπέ και βλέπουμε την πλώρη και τη θάλασσα. Είναι πολύ όμορφα. Δίπλα μας στον καναπέ έρχεται και ξαπλώνει ένας νεαρός άνδρας με πολύ βρώμικα πόδια. Βγάζει τις σαγιονάρες και ξαπλώνει μπρούμυτα σαν να είναι στο κρεβάτι του. Μας χωρίζει -ευτυχώς- το backpack του Νίκου.
Σκηνή 3η: Έχω χαθεί στις σκέψεις μου χαζεύοντας τη θάλασσα. Σκέφτομαι τον μπαμπά μου και πόσο τελικά τον καταλαβαίνω που δεν ήθελε ποτέ να σταματήσει τη δουλειά του. Τα ταξίδια δηλαδή. Κάπου εκεί, έρχεται μια γυναίκα γύρω στα 60. Τραβάει μια καρέκλα και κάθεται ακριβώς μπροστά μου, κλείνοντάς μου τη θέα. Δεν κοίταξε καν πίσω για να δει αν υπάρχει κάποιος άλλος. Δέκα λεπτά πριν φτάσουμε, σηκώνεται και φεύγει αλλά αφήνει την καρέκλα εκεί… Τότε σηκώνεται ο νεαρός άνδρας με τα βρώμικα πόδια και πάει να κάτσει εκείνος στην καρέκλα για να βγάλει φωτογραφίες. Ήταν η στιγμή που κάπως φωναχτά είπα “Fuck My Life” και δεν το μετανιώνω.
Ήμουν σκεπτική όλη τη μέρα. Το βράδυ είπα στον Νίκο “I hate people” περιγράφοντας συνοπτικά τα παραπάνω. Τη νύχτα, όλη τη νύχτα, προσπαθούσα να με καταλάβω. Είμαι παράξενη; Μονόχνωτη; Κακός άνθρωπος; Τι δεν πάει καλά με μένα;
Στην πραγματικότητα, οι τρεις παραπάνω σκηνές ήταν τρεις παραβιάσεις ενός άγραφου κοινωνικού συμβολαίου. Τρεις αποδείξεις ότι δεν υφίσταται η έννοια του κοινόχρηστου χώρου και η επίγνωση της ύπαρξης των άλλων.
Υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται στον δημόσιο χώρο έχοντας συνεχώς ένα μικρό peripheral awareness: πού βρίσκομαι; Ποιος είναι γύρω μου; Ενοχλώ; Αφήνω κάτι χειρότερο απ’ ό,τι το βρήκα; Και υπάρχουν άλλοι που κινούνται σαν ο κόσμος να φορτώνεται κάθε πρωί αποκλειστικά γύρω από το avatar τους. Το ειρωνικό είναι ότι αυτό το πρώτο είδος ανθρώπου συνήθως κουράζεται πολύ περισσότερο από το δεύτερο. Γιατί όχι μόνο προσέχει αλλά βλέπει και όλες τις φορές που οι άλλοι δεν προσέχουν.
Στην κλασική πολιτική φιλοσοφία, από τον Hobbes και τον Locke μέχρι τον Rousseau, το κοινωνικό συμβόλαιο αφορά κυρίως το πώς άνθρωποι που είναι κατ’ αρχήν ελεύθεροι, δέχονται περιορισμούς ώστε να μπορούν να ζήσουν μαζί. Αλλά υπάρχει κι ένα πολύ μικρότερο, καθημερινό κοινωνικό συμβόλαιο που δεν υπογράψαμε ποτέ: Θα περιορίσω ελαφρώς τον εαυτό μου επειδή αναγνωρίζω ότι υπάρχεις κι εσύ. Δεν θα μιλήσω ουρλιάζοντας στο τηλέφωνο επειδή υπάρχουν άλλοι γύρω μου. Δεν θα αφήσω τα πόδια μου εκεί όπου θα καθίσεις. Δεν θα σταθώ στη μέση μιας πόρτας. Αν μετακινήσω κάτι κοινόχρηστο, θα το ξαναβάλω στη θέση του. Αν μπορώ να έχω ακριβώς το ίδιο όφελος χωρίς να σου προκαλέσω ενόχληση, θα επιλέξω τη δεύτερη εκδοχή. Και το σημαντικότερο: Δεν χρειάζεται να μου το ζητήσεις. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην απλή συμμόρφωση και στην κοινωνική συνείδηση.
Η γυναίκα που έβαλε την καρέκλα μπροστά μου, είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα σκηνή. Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε πινακίδα “Μην τοποθετείτε καρέκλες εδώ”. Η γυναίκα δεν παραβίασε τίποτα. Πιθανότατα ούτε είχε πρόθεση να με ενοχλήσει. Αλλά αυτό ακριβώς κάνει το περιστατικό ενδιαφέρον. Για να μην μου κόψει τη θέα, έπρεπε να συμβεί μέσα της μια μικροσκοπική νοητική πράξη: να φανταστεί για ένα δευτερόλεπτο τον κόσμο από τη θέση μου. “Εγώ θέλω να καθίσω εδώ. Υπάρχει όμως κάποια πίσω μου. Τι βλέπει εκείνη αν καθίσω εδώ;” Αυτό είναι κάτι περισσότερο από ευγένεια. Είναι μια στοιχειώδης μορφή ηθικής φαντασίας.
Από την άλλη ο Kant θα είχε ίσως πολλά να μας πει για τον νεαρό με τα βρώμικα πόδια. Ο Kant θα ζητούσε, χονδρικά, να εξετάζουμε αν η αρχή πίσω από τη συμπεριφορά μας θα μπορούσε να γίνει καθολικός κανόνας. Ο νεαρός μπορεί να σκέφτεται: “Θέλω να ξαπλώσω, άρα βγάζω τα παπούτσια μου και ακουμπώ τα πόδια μου στον κοινόχρηστο καναπέ.” Τώρα ας κάνουμε την αρχή καθολική. Όλοι οι επιβάτες χρησιμοποιούν τα καθίσματα σαν προσωπικό τους κρεβάτι. Πολύ γρήγορα ο κοινόχρηστος χώρος γίνεται δυσάρεστος για όλους. Άρα το παράδοξο είναι ότι ο νεαρός απολαμβάνει ένα επίπεδο άνεσης που μπορεί να υπάρχει μόνο επειδή οι περισσότεροι άλλοι δεν συμπεριφέρονται όπως εκείνος.
Και αυτό είναι κεντρικό χαρακτηριστικό πολλών παραβιάσεων του κοινωνικού συμβολαίου. Ο άνθρωπος που πετάει το σκουπίδι κάτω απολαμβάνει έναν σχετικά καθαρό δρόμο επειδή οι περισσότεροι δεν πετούν τα δικά τους. Ο άνθρωπος που προσπερνά την ουρά επωφελείται από την ύπαρξη της ουράς που οι άλλοι σέβονται. Ο άνθρωπος που κάνει φασαρία στις δύο το πρωί απολαμβάνει τις υπόλοιπες νύχτες τη σιωπή που του προσφέρουν οι άλλοι. Είναι ένα είδος ηθικού free riding.
Τα ξημερώματα κατέληξα ότι με εξαντλεί να εκτελώ αδιάκοπα μικρούς υπολογισμούς που οι άλλοι δεν κάνουν για εμένα αλλά δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μήπως εμποδίζω; Μήπως ενοχλώ; Είναι δικός μου αυτός ο χώρος; Μήπως κάποιος περίμενε πριν από εμένα; Αν αφήσω αυτό εδώ, ποιος θα το μαζέψει; Για εμένα πολιτισμός είναι η ικανότητα να λαμβάνεις υπόψη έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζεις, δεν αγαπάς, δεν σου προσφέρει τίποτα και πιθανότατα δεν θα ξαναδείς ποτέ. Αυτό είναι πολύ πιο απαιτητικό ηθικό επίτευγμα από τους καλούς τρόπους.
Και παρότι επιμένω στο “I hate people” δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την καλοσύνη της ηλικιωμένης γυναίκας στο γκαράζ του πλοίου, που μοιράστηκε μαζί μου ένα μικρό άνοιγμα για να αναπνεύσουμε μαζί καθαρό αέρα. Θα τη σκέφτομαι για πάντα με ευγνωμοσύνη, εννοώντας πως αυτή τη γενναιοδωρία δεν θα μπορούσα ποτέ να την ξεχάσω. Παλιάς κοπής…
Ταξιδεύοντας!