Τα 130 χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα κλείνει φέτος το αυτοκίνητο – Στα ηλεκτρικά πατίνια περνάει η σκυτάλη του αίματος

Της Τόνιας Α. Μανιατέα
Στην Ελλάδα το αυτοκίνητο «προσγειώνεται» ως καπρίτσιο ενός εκκεντρικού αριστοκράτη. Η πρώτη του εμφάνιση είναι διστακτική, όπως άλλωστε, η εμφάνιση κάθε νέας εφεύρεσης. Στην πορεία «αναπτύσσει ταχύτητα» και ριζώνει σταθερά και μεθοδικά στη ζωή των πολιτών. Εντέλει έρχεται και θρονιάζεται στον εγκέφαλό τους, ως εργαλείο συνδεδεμένο σχεδόν ευθέως με την επιβίωση, παρά τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των θανατηφόρων τροχαίων. Και ενώ φέτος μετρά 130 χρόνια θριάμβου στην ελληνική καθημερινότητα, εισβάλλει από το παράθυρο ένα άλλο μεταφορικό μέσο, αντίστοιχα και ίσως περισσότερο επικίνδυνο. Το ηλεκτρικό πατίνι. Γιατί όπως λέει και ο Ισραηλινός ιστορικός Χαράρι «οι άνθρωποι ήταν πάντα πολύ καλύτεροι στο να εφευρίσκουν εργαλεία, παρά στο να τα χρησιμοποιούν με σύνεση». Ένας νέος κύκλος αίματος ανοίγει…
ΟΤΑΝ ΤΟ ΚΟΝΤΕΡ ΕΓΡΑΦΕ ΑΚΟΜΑ 50 ΧΛΜ…
«Οι οδηγοί των αυτοκινήτων δεικνύουν τόσην περιφρόνησιν προς την ζωήν των διαβατών, τα δυστυχήματα έγιναν τόσο συχνά, ώστε αι πράξεις των αυταί να έχουν τον χαρακτήρα κακουργίας, εκτελουμένης ψυχραίμως και χωρίς κατά συνείδησιν. Αυτοκίνητα επίσημα και ιδιωτικά, διερχόμενα οδούς κεντρικάς, υπενθυμίζουν το “ πετώμενον δρέπανον” της Αποκαλύψεως και ενσπείρουν τον πανικόν…».
Στο φύλλο με αριθμ. 230 η εφ. «Αθήναι» περιγράφει την εικόνα στους δρόμους της πρωτεύουσας μόλις τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. (7/7/1919). Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη καταγραφή του αριθμού των τροχοφόρων στην Αθήνα, το 1916 κυκλοφορούσαν 240 αυτοκίνητα, εκτός από εκείνα των δημοσίων υπηρεσιών και των ξένων πρεσβειών. Σε αυτά προστίθεντο 760 άμαξες (154 κλειστές, 175 ανοικτές και 431 ανοικτά μόνιππα, τα λεγόμενα «Μαρικάκια»). Αλλά, όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα, το τρέχον έτος (1919) μόνο τα ιδιωτικά αυτοκίνητα υπολογίζονται αυξημένα κατά 70, ενώ οι άμαξες είναι ελαφρώς μειωμένες, επειδή κάποιοι από τους κατόχους τους τις αντικατέστησαν με τροχοφόρα.
«Αν όλα τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσιν, ένεκα της τιμής της βενζίνης, της ελλείψεως ανταλλακτικών και της σπανιότητος ελαστικών αεροφόρων τροχών, είναι δύσκολον να εξακριβωθή. Πάντως, μέγα μέρος εξ αυτών, ως φαίνεται, διασχίζει τας Αθηναϊκάς οδούς» προστίθεται συμπερασματικά.
Ήταν να μη μπει στη χώρα το αυτοκίνητο. Από τη στιγμή που μπήκε, οι ανέμελοι περιπατητές στον τόπο τους Αθηναίοι βλέπουν τη ζωή τους να … απειλείται. Ο χρονογράφος της εφ. «Καιροί», Γρηγόριος Ξενόπουλος, περιγράφει γλαφυρά την περίπτωση φοβικού φίλου του, σε φύλλο του 1913: «… μόλις ακούσει από μακριά αυτοκίνητον αλαφιάζεται, τρέχει, στέκεται, περιμένει ή αποσύρεται βαθύτερα εις το πεζοδρόμιον, δια να προφυλαχθή […] Ενόμισα ότι ο φίλος μου έχει ψύχωσιν και όταν είμαι μαζί του, τι να κάμω, συμμορφούμαι. Στέκομαι κι εγώ εις παράταξιν έως να περάση το αυτοκίνητον. Αυτά εννοείται όταν είμεθα εις τον δρόμον. Φαντασθήτε, όμως, την έκπληξιν που εδοκίμασα μίαν ημέραν, όταν ενώ εκαθήμεθα μέσα εις του Ζαχαράτου, εις ένα τραπεζάκι κοντά εις τα τζάμια, είδα άξαφνα τον φίλον μου να ανησυχή, να τρομάζη, να θέλει να σηκωθεί και ν΄ απομακρυνθή, διότι ένα αυτοκίνητο -με φοβερόν, ομολογουμένως, κρότον- ανήρχετο από την πλατείαν του Συντάγματος εις την οδόν Σταδίου!».
Και να σκεφτεί κανείς ότι το κοντέρ των οχημάτων της εποχής δεν γράφει περισσότερα από 50 χλμ.! Στους δε κακοτράχαλους δρόμους της Αθήνας, ένα αυτοκίνητο μόλις που μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα 20 χλμ. Με όση φαντασία κι αν διαθέτει, πάντως, ο Ξενόπουλος, δεν θα δει ποτέ στο πρόσωπο του φίλου του έναν μάντη κακών… Διότι σε λιγότερο από έναν αιώνα, τα αυτοκίνητα θα φτάνουν στο σημείο να καβαλούν πεζοδρόμια, να γκρεμίζουν στάσεις λεωφορείων, ακόμα και να εισβάλλουν σε σπίτια και ζαχαροπλαστεία σαν του Ζαχαράτου…
Όλα ξεκινούν το 1896, δηλαδή πριν από ακριβώς 130 χρόνια. Για την Ελλάδα είναι η χρονιά του… Άη Βασίλη. Αν και εξοντωμένη πολιτικά και οικονομικά, λόγω του κρητικού ζητήματος, η χώρα οργανώνει στο καμάρι της, το Παναθηναϊκό Στάδιο, τους σύγχρονους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, που θα ενισχύσουν το κύρος της διεθνώς. Αθλητές από 14 χώρες του κόσμου συναντιούνται σε μία θρυλική διοργάνωση, την οποία η Ελλάδα φέρει υποδειγματικά εις πέρας κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Μαζί με τους αγώνες και την αναγνώριση ο … Άγιος φέρνει και το πρώτο αυτοκίνητο. Ανήκει σε έναν από τους χορηγούς των Αγώνων, τον νεαρό Νικόλαο Κοντογιαννάκη, λάτρη της αυτοκίνησης. Γιος Έλληνα τραπεζίτη εγκατεστημένου στη Ρωσία ο Νικόλαος έχει φέρει από πέρσι στην Αθήνα τη μοτοσυκλέτα του και φέτος λέει να δοκιμάσει με το αυτοκίνητο. Ένα ηλεκτροκίνητο Πεζώ. «Πανευδαίμων ο Κοντογιαννάκης, μάλλον επεδείκνυε [το αυτοκίνητόν του], διοργανώνων και ειδικάς εσπερίδας, παρά το μεταχειρίζετο» θα δημοσιεύσει κάμποσα χρόνια μετά, η εφ. «Ακρόπολις» (φύλλο 7ης Μαρτίου 1934). Βλέπεις, ο βαθύπλουτος νεαρός που έχει μετακομίσει στην Ελλάδα φέρνοντας έναν αέρα ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού, συνηθίζει να προκαλεί με τις εκκεντρικότητες και τον ελεύθερο βίο του.
Το 1936, ο Αλέξανδρος Μπαχάουερ, ο πρώτος που έλαβε επίσημη άδεια οδηγού από το ελληνικό κράτος, αφηγείται: «[το αυτοκίνητο του Κοντογιαννάκη] ήτο ένα τρίτροχον με μηχανήν μονοκύλινδρον 2 ίππων, με το οποίον [ο ιδιοκτήτης] διέτρεχε κάθε μεσημέρι την μεταξύ ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη (Πανεπιστημίου 2 – στο ισόγειο του μεγάρου Παπούδωφ, στη διασταύρωση Βασ. Σοφίας και Πανεπιστημίου) και Οφθαλμιατρείου απόστασιν 3-4 φοράς, επαναφερόμενον κατόπιν εις την αυλήν της οικίας Κοντογιαννάκη δι επισκευήν, δια να επαναρχίση την επομένην την αυτήν διαδρομήν και να καταλήξει μετά 2 ημέρας εις τελείαν αχρήστευσην».
Και πώς να μην αχρηστευτεί, όταν η οδός Πανεπιστημίου, την οποία αγαπά να διατρέχει ο Κοντογιαννάκης, είναι ο πλέον κακοτράχαλος δρόμος της Αθήνας, που για την ομαλοποίησή του θα χρειαστούν χρονοβόροι και δαπανηροί εκβραχισμοί για πολλές ακόμα δεκαετίες. Άσε που το αυτοκίνητο διασπείρει έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ξένο και αποκρουστικό για την πόλη που έχει συνηθίσει στα πέταλα των αλόγων και τις φωνές των περαστικών. Όταν ο ιδιοκτήτης του το αποσύρει ως σαράβαλο, οι Αθηναίοι σταυροκοπιούνται για το θαύμα που τους επεφύλαξε ο καλός θεός της πόλης… Αλλά, όχι για πολύ.
ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΠΑΡΑΣΥΡΣΗ ΠΕΖΟΥ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ – ΥΠΑΙΤΟΣ Ο ΑΕΡΑΣ…
Το δεύτερο μηχανοκίνητο όχημα που εμφανίζεται στην Αθήνα το 1899 είναι του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και είναι εξίσου θορυβώδες. Όπως περιγράφει μάλιστα το ίδιο φύλλο της Ακροπόλεως (7/3/1934), «αλησμόνητον έχει μείνει το επεισόδιον του Χρηστομάνου, προκαλέσας την οργήν δεκάδων σκυλιών από τους μόχθους και τους βρυχηθμούς του αυτοκινήτου του, [ο οποίος] ηναγκάσθη να το ρίψη εις ένα πεζοδρόμιον και να σπεύσει να κρυφθή εις ένα κατάστημα, δια να σωθή από τα μανιασμένα τετράποδα»! Πρόκειται για αυτοκίνητο τεσσάρων ίππων, που διαθέτει το σύστημα Decauville. Γρήγορα, όμως, ο Χρηστομάνος το πουλάει «bir para» στον έμπορο ποδηλάτων Αριστοτέλη Τσάκωνα, ο οποίος δεν θα καταφέρει να το συντηρήσει και θα το στείλει στη Γαλλία. Κάτι δεν πάει καλά με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, δεν επιβραδύνει εύκολα, αλλά πού να βρεθεί άνθρωπος στην Αθήνα να το επισκευάσει… Άσε που ο όρος πρατήριο καυσίμων είναι ακόμα άγνωστος στην Ελλάδα. Βενζίνη πωλείται μόνον στα φαρμακεία, απ΄ όπου αναγκαστικά την προμηθεύονται οι σοφεράντζες.
Το 1900, πάντως, κάνει την εμφάνισή του το τρίτο αυτοκίνητο. Είναι ένα γερμανικό επταθέσιο του διευθυντή της Ηλεκτρικής Εταιρείας, Κ. Νικολαΐδη. Ηλεκτροκίνητο, που μπορεί να φτάσει ίσαμε το Φάληρο προς τα νότια ή την Κηφισιά προς τον βορρά. Αυτή είναι και η πρώτη εργασία, ως σοφέρ, του Αλέξανδρου Μπαχάουερ.
Το μέσο είναι δαπανηρό και όχι (ακόμη) ενδεδειγμένο για τους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας, που στην πλειονότητά τους είναι χωμάτινοι και εύκολα με μία βροχή μετατρέπονται σε βούρκο. Επιπλέον, μηχανικοί και πρατήρια καυσίμων παραμένουν ανύπαρκτα. Αρκετοί της ελίτ φλερτάρουν με την ιδέα να κινούνται εποχούμενοι σε μηχανικούς ίππους, αλλά δεν επιχειρούν εύκολα το… μεγάλο βήμα.
Στο ξημέρωμα του νέου αιώνα, η Αθήνα αριθμεί τέσσερα αυτοκίνητα, που θα αυξηθούν κατά τρία το 1907. Ένας εκ των επτά ιδιοκτητών είναι ο 25χρονος πρίγκηπας Ανδρέας και δεύτερος ο μόλις 23χρονος βουλευτής Νικόλαος Σιμόπουλος, γιος του υπουργού Οικονομικών, Ανάργυρου. Ένα αποκριάτικο πρωινό (Κυριακή 4/3/1907) οι δύο νεαροί οδηγοί βρίσκονται να αναμετρώνται σε ταχύτητα με τα οχήματά τους στη χωμάτινη λεωφόρο Συγγρού, την οποία στο ύψος του εργοστασίου ΦΙΞ επιχειρεί-για κακή της τύχη- να διασχίσει η 25χρονη Ευφροσύνη Βαμβακά. Το δυστύχημα είναι αναπόφευκτο. Βλέποντας τα δύο αυτοκίνητα να πλησιάζουν με ταχύτητα προς την πλευρά της, η άτυχη γυναίκα, που έχει φτάσει περίπου στα μισά του δρόμου, τρέχει προς το απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά δεν προλαβαίνει. Κάνοντας ελιγμούς ο Σιμόπουλος προσπαθεί ανεπιτυχώς να την αποφύγει. Το όχημά του τη χτυπά ρίχνοντάς την κάτω, με αποτέλεσμα εκείνο του Ανδρέα, που ακολουθεί, να περάσει από πάνω της και να τη διαμελίσει.
Οι εφημερίδες ενημερώνουν ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν, έθεσε τον γιο του στη διάθεση ανακριτή και εισαγγελέα και κάλεσε στα ανάκτορα τον αστυνομικό διευθυντή για να διενεργήσει έρευνα για τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος. Στη διάθεση της Δικαιοσύνης έχει τεθεί και ο νεαρός βουλευτής. Οι έρευνα ολοκληρώνεται και το πόρισμα προκαλεί οργή στους Αθηναίους: «Το αυτοκίνητο διήλθε πολύ πλησίον της σπευδούσης προς την αυτήν πλευράν γυναικός, το αναπτυχθέν ρεύμα αέρος, το οποίον κατά τους ειδικούς είναι ικανόν να καταρρίψη πέντε ανθρώπους, άμα τη διέλευση τούτου, συνεπήρε την άτυχη και την έρριψε αναίσθητον!»
Ως εκ τούτου, ουδείς πληρώνει τη ζωή της γυναίκας, που θα αποτελέσει το πρώτο θύμα της ασφάλτου. Διότι ασφαλώς ο υπαίτιος του δυστυχήματος, ο … κύριος αέρας, δεν δύναται να καθήσει στο εδώλιο…
Όσο νέοι δρόμοι διανοίγονται, παλιοί ασφαλτοστρώνονται και μέγαρα ξεπηδούν σε ακτίνα μεγαλύτερη της περιμέτρου του βράχου της Ακροπόλεως, όπου κάποτε απλωνόταν η Αθήνα, οι πολίτες γοητεύονται όλο και περισσότερο από την πολυτέλεια ενός μεταφορικού μέσου, που δεν χλιμιντρίζει, δεν λερώνει, δεν μυρίζει καβαλίνα… Οι ιππήλατες άμαξες και το αντίστοιχα ιππήλατο τραμ χάνουν σιγά σιγά την αίγλη τους. Τα αυτοκίνητα μπαίνουν με σταθερό ρυθμό στην καθημερινότητα της πόλης, απειλώντας ταυτόχρονα ευθέως την ασφάλεια των πολιτών της. Το καλοκαίρι του 1919 ένα τροχαίο δυστύχημα σοκάρει την κοινή γνώμη. Θύμα είναι ένας 16χρονος λουστράκος, από αυτούς που διατηρούν την… επιχείρησή τους, στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, μπροστά στην τριλογία.
«Όσοι έσχον το ατύχημα να ευρίσκονται προ του Οφθαλμιατρείου την στιγμήν καθ΄ην ο 16ετής παις Σπ. Πατρίκιος διεμελίσθη υπό αυτοκινήτου, θυελλωδώς διερχομένου, εδοκίμασαν συγκλονιστικήν φρίκην. Το θέαμα των άμορφων σαρκών ήτο όντως απαίσιον και δικαίως εξήγειρε την αγανάκτησιν των θεατών εναντίον του σωφέρ! […] Το κακόν υπερέβη τα όρια του ανεκτού. Η αστυνομία πρέπει ν΄ απαγορεύση την διέλευσιν των αυτοκινήτων από τα πολυσύχναστα κέντρα και ιδίως τους σταθμούς. Ούτω γίνεται εις όλας τα χώρας και μόνον εδώ η σωματική ακεραιότης των πολιτών είνε εις την διάθεσιν του τυχόντος…» δημοσιεύει σε λάβρο τόνο η εφ. «Αθήναι» την 7η Ιουνίου του 1919.
Οι παρασύρσεις πεζών από φρενιασμένα αυτοκίνητα μπαίνουν σε διάταξη στην καθημερινότητα των πολιτών. Είναι, βλέπεις, άμαθος και ο πεζός. Περπατά στον δρόμο με την άνεση που του προσφέρει ένα, ας πούμε, μόνιππο. Ώσπου εκείνο να τον φτάσει, προφταίνει αυτός έναν σωτήριο δρασκελισμό. Αλλά ετούτος ο τετράτροχος μηχανικός διάολος τρέχει σαν δαίμονας. Πού να προφτάσεις να σωθείς; Το ανάθεμα ασφαλώς δεν πέφτει στο μέσο αυτό καθαυτό. Θα ήταν αστείο να κατηγορεί κανείς την πέτρα που σπάει το κεφάλι και όχι εκείνον που την έριξε… Στην πραγματικότητα κάτι δεν πάει καλά με τους οδηγούς. Οι εφημερίδες κάνουν λόγο για «μαινόμενους σωφέρ, οι οποίοι φαίνονται ως παθόντες από μέθην ταχύτητος» και οι οποίοι «εξακολουθούν τας φρενητιώδεις παρελάσεις των δια μέσου των κεντρικών οδών και όποιον πάρη ο Χάρος…».
Ο Τύπος βρίθει καταγγελτικών δημοσιευμάτων και μεταξύ σοβαρού και αστείου προτείνει δικές του… «λύσεις»: «Προτείνομεν να οργανωθή ειδικόν καταδιωκτικόν σώμα των αυτοκινήτων, ως έγεινεν εις την Αμερικήν. Τα καταδιωκτικά όργανα να τρέχουν και αυτά επ΄ αυτοκινήτου και να ρίπτουν το λάσσο -τον Αυστραλιανόν βρόχον- περί τον λαιμόν των αδιορθώτων σωφέρ. Ούτως συλλαμβανομένους, να τους οδηγούν εις την Αστυνομίαν και να τους καταχερίζουν αλύπητα. Ξύλον αστυνομικόν, ξύλον άγριον!».
Τροχαία ατυχήματα και δυστυχήματα συνεχίζονται αμείωτα. Ένας Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας που είχε θεσμοθετηθεί το 1837 επί Όθωνα αφορούσε ιππήλατα και πεζούς. Είναι πλέον παρωχημένος. Επιβάλλεται νέος, που θα αφορά και τη νέα μόδα. Τον Ιούλιο του 1922, σε δημοσίευμά της με αφορμή θανατηφόρα παράσυρση πεζού από αυτοκίνητο στην οδό Πανεπιστημίου, η εφ. «Καθημερινή» διαπιστώνει ότι ο ισχύων κανονισμός περί την ταχύτητα των οχημάτων είναι πλέον αναιμικός και η σχετική εκτίμηση του κάθε χωροφύλακα επισφαλής. Καλεί την πολιτεία να υποβάλει όλους τους οδηγούς της πόλης σε νέες εξετάσεις μπροστά σε αυστηρή επιτροπή και διατυπώνει την ελπίδα πως «οι μισοί θ΄ απορριφθούν και θα σωθούν οι μισοί τουλάχιστον διαβάται»!
Τα δημοσιεύματα για την επικίνδυνη οδήγηση είναι καθημερινά. Οι πολίτες αρνούνται να εγκλιματιστούν στο δεδομένο της συνύπαρξης με τα αυτοκίνητα, αλλά και τα όργανα της τάξης δεν αρκούν για να συνετίσουν τους οδηγούς.
1927 – ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Το 1926 τα αυτοκίνητα στην Αθήνα έχουν φτάσει τα 4.732, δηλαδή περίπου ένα αυτοκίνητο για κάθε 130 κατοίκους. Οι επιβατικές άμαξες από 787 το 1925 έχουν τώρα μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ, μόλις που φτάνουν τις 412. Είναι σαφές ότι τα ιππήλατα υποχωρούν μπροστά στα αυτοκινούμενα. Αλλά πλέον δεν είναι αυτά τα μόνα τροχοφόρα στην πόλη.
Τον επόμενο χρόνο, τα επίσημα στοιχεία κάνουν λόγο για 367 μοτοσυκλέτες, τις οποίες η εφ. «Εστία» αποκαλεί «ενοχλητικότατα μηχανήματα, που προκαλούν θόρυβον και αρκετή δυσωδίαν». Αυτό το ίδιο έτος, το 1927, εβραϊκή εταιρεία εγκαινιάζει στην Αθήνα και τα πρώτα ταξί. Πρόκειται για 127 αυτοκίνητα, που τίθενται επί πληρωμή στη διάθεση του πελάτη να μετακινηθεί άνετα και γρήγορα όπου εκείνος επιθυμεί. Κάνουν πιάτσα στην Ομόνοια. Το παράδειγμα της πρώτης εταιρείας ακολουθούν σύντομα και άλλες ρίχνοντας στους αθηναϊκούς δρόμους μερικές ακόμα εκατοντάδες οχημάτων ταξί, που εκτοπίζουν πλέον τις άμαξες. Δεν είναι μόνο το πλεονέκτημα της ταχύτητας που τους δίνει προβάδισμα. Τα παλιά οχήματα αδυνατούν να κυκλοφορήσουν στην πόλη πλάι στις θορυβώδεις μηχανές. Τα άλογα τρομάζουν. Πάντως, στον πειρασμό της ταχύτητας ενδίδουν συχνά και οι επαγγελματίες οδηγοί. Τώρα πια στους δρόμους της Αθήνας τα κοντέρ φτάνουν να δείχνουν και 40 χλμ. την ώρα! Η νεοσύστατη Τροχαία Κινήσεως δεν προλαβαίνει να μηνύει… «Εμηνύθησαν 20 σωφέρ, διότι έτρεχον με υπερβολική ταχύτητα. Άπαντες οι μηνυθέντες είχον αναπτύξει ταχύτητα άνω των 30 χιλιομέτρων, μερικοί δε και των 40!» δημοσιεύει τον Ιανουάριο του 1928 η εφ. «Εστία».
Σε πολύ λίγο στην κυκλοφορία θα ριχτούν και τα λεωφορεία, ενώ το αυτοκίνητο θα εμφανιστεί θριαμβευτικά και στα υπόλοιπα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Με τούτα και με κείνα, με γοργό ρυθμό πια το αυτοκίνητο μπαίνει για τα καλά στη ζωή των πολιτών μαζί με τα… συμπαρομαρτούντα του. Μηχανικούς, πρατήρια καυσίμων, ανταλλακτικά. Όσοι έχουν την οικονομική πολυτέλεια, αγοράζουν κι όσοι δεν την έχουν, ονειρεύονται κάποτε να την αποκτήσουν. Άλλοι από ανάγκη, άλλοι από επίδειξη, άλλοι από ματαιοδοξία… Άλλωστε, η ζωή προχωρά και φέρνει νέες προκλήσεις.
ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΑΙΜΑΤΟΣ
Εκατόν τριάντα χρόνια μετά, στις αρχές του 2026, τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν ότι στην Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων πολιτών κυκλοφορούν πλέον περί τα έξι εκατομμύρια αυτοκίνητα! Δηλαδή, περισσότεροι από ένας στους δύο κατοίκους διαθέτουν μηχανοκίνητο όχημα. Σύμφωνα δε με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο μέσος ετήσιος όρος θανατηφόρων, και μη, τροχαίων συμβάντων αγγίζει τα 11.000 και τα αίτια είναι πολλαπλά: Παραβίαση ερυθρού σηματοδότηση, υπερβολική ταχύτητα, απροσεξία, οδήγηση υπό την επήρεια μέθης κ.α.
Κι ενώ μόνο την τελευταία 10ετία 7.000 άνθρωποι άφησαν τη ζωή τους στην άσφαλτο, οδηγοί, επιβάτες αυτοκινήτων, μηχανών ή και πεζοί όντες, μία νέα μόδα αυτοκίνησης έχει μπει από την πίσω πόρτα στην Ελλάδα ως νέος υπονομευτής ζωών. Τα ηλεκτρικά πατίνια, αρκετά από τα οποία έχουν «πειραχτεί» από τους ιδιοκτήτες τους να κινούνται με περισσότερα από 30 χλμ. την ώρα! Στις ελληνικές μεγαλουπόλεις, όπου έναν αιώνα πριν, καταγράφονταν θάνατοι από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων και με 20 χλμ. την ώρα., σήμερα κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα στους κεντρικούς δρόμους τα κάποτε παραδοσιακά παιχνίδια της πιτσιρικαρίας στις γειτονιές.
Η ευκολία απόκτησης και χειρισμού του μέσου από έναν έφηβο, αλλά και η ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για παιχνίδι που παραπέμπει στη μηχανή, την οποία κάποτε ονειρεύεται στην ενηλικίωσή του να αποκτήσει, καθιστά το πατίνι γοητευτικό στους ανηλίκους και ως εκ τούτου ακόμη πιο επικίνδυνο. Όσο για τους ενήλικες, αποτελεί λύση μετακίνησης σε κοντινές, ή και λιγότερο κοντινές- αποστάσεις χωρίς τον πονοκέφαλο της αναζήτησης θέσης στάθμευσης.
Αλλά στα δραματικά κιτάπια της ΕΛ.ΑΣ., μόνο το 2025 καταγράφονται 109 συμβάντα με ηλεκτρικά πατίνια στα οποία βρίσκουν τον θάνατο δύο άνθρωποι και τραυματίζονται σοβαρά άλλοι τέσσερις, ενώ στο τρέχον έτος έχουν ήδη καταγραφεί 17 συμβάντα με έναν έφηβο νεκρό. Η ομοσπονδία εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ), ωστόσο, διευκρινίζει ότι τα τροχαία στα οποία εμπλέκονται ηλεκτρικά πατίνια είναι πολύ περισσότερα, αλλά δεν αναφέρονται στην Αστυνομία. Κατά τα δικά της δεδομένα, μέσα στο 2025 στα επείγοντα των νοσοκομείων κατέληξαν 400 έφηβοι και παιδιά ύστερα από ατύχημα με ηλεκτρικό πατίνι.
Το 2024, διαπιστώνοντας τη ραγδαία εξάπλωση του νέου μέσου, το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών τροποποιεί τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας εισάγοντας κανόνες για τους χρήστες Ελαφρών Προσωπικών Ηλεκτρικών Οχημάτων, μεταξύ των οποίων: Η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα είναι τα 25 χλμ./ώρα, oι χρήστες επιβάλλεται να φορούν προστατευτικό κράνος, δεν επιτρέπεται να κινούνται σε οδούς που έχουν όριο ταχύτητας πάνω από 50 χλμ./ώρα, απαγορεύεται να φέρουν ακουστικά και να μιλούν σε κινητό τηλέφωνο. Τέλος, απαγορεύεται να μεταφέρουν δεύτερο άτομο.
Κανόνες για την προστασία όλων, οδηγών και πεζών, που δεν τηρούνται και ασφαλώς η πολιτεία δεν είναι αμέτοχη…
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
– «Οδός Πανεπιστημίου (19ος -21ος αι.) – Ιστορία και ιστορίες», Θ. Γιοχάλας / Ζ. Βαΐου (Εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025)
– «Εν Αθήναις, κάποτε», Δ.Β. Ηλιόπουλος (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000)
– Χρονικό του 20ου αι. (Εκδ. Δομική, Αθήνα 1992)
– Τα Αθηναϊκά, Ελ. Γ. Σκιαδάς
– ΕΛΣΤΑΤ
– ΕΛ.ΑΣ.
– Ελληνικό Ινστιτούτο Διαχείρισης Κρίσεων και Καταστροφών
– Αρχείο εφημερίδων Τ.Α. Μανιατέα
Πηγή:amna.gr