Έξι μήνες πολέμου με το Ιράν: Η «σύντομη εκδρομή» του Τραμπ έγινε πόλεμος χωρίς έξοδο

Δημοσιεύτηκε στις 28/08/2026 21:00

Έξι μήνες πολέμου με το Ιράν: Η «σύντομη εκδρομή» του Τραμπ έγινε πόλεμος χωρίς έξοδο
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Στις 28 Φεβρουαρίου ο Ντόναλντ Τραμπ δεν άφηνε πολλά περιθώρια για παρερμηνείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είχαν μόλις εξαπολύσει τη μεγαλύτερη και πλέον σύνθετη στρατιωτική επιχείρηση που είχε γίνει ποτέ εναντίον του Ιράν και ο Αμερικανός Πρόεδρος απευθυνόταν προσωπικά στους Ιρανούς για να τους πει πως «η ώρα της ελευθερίας σας έφτασε».

Την ίδια ημέρα, σε συνομιλία του με το Axios, περιέγραφε ακόμη και ένα σενάριο στο οποίο η αμερικανική επιχείρηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες. Έξι μήνες αργότερα τίποτα από τα δύο δεν έχει συμβεί. Η Ισλαμική Δημοκρατία υπάρχει, οι Φρουροί της Επανάστασης παραμένουν ο σκληρός πυρήνας του καθεστώτος και η Μέση Ανατολή βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ πίστευαν ότι μπορούσαν να διαμορφώσουν τον περασμένο Φεβρουάριο. Ο πόλεμος δεν τελείωσε. Άλλαξε μορφή.

Η «Operation Epic Fury» έδωσε τη θέση της στην «Operation Economic Outcast», μια τεράστια επιχείρηση οικονομικού στραγγαλισμού που ανακοίνωσε στις 24 Αυγούστου ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν βομβαρδίζει αυτή τη στιγμή το Ιράν με την ένταση των προηγούμενων μηνών. Επιχειρεί να το αποκόψει από το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, να στερήσει από την Τεχεράνη τα έσοδα του πετρελαίου και να αναγκάσει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο να επιλέξουν ανάμεσα στην αμερικανική αγορά και την Τεχεράνη.

Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι αυτό ακριβώς το σημείο μοιάζει περισσότερο με ομολογία αδιεξόδου παρά με τελική πράξη ενός πολέμου που κερδήθηκε.

Το πρώτο χτύπημα ήταν συντριπτικό – το καθεστώς όμως δεν έπεσε

Από καθαρά στρατιωτική άποψη, όσα πέτυχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μέσα στις πρώτες εβδομάδες δεν ήταν καθόλου αμελητέα. Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ σκοτώθηκε. Μεγάλο μέρος της ανώτατης στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας εξουδετερώθηκε. Η ιρανική αεροπορία και το ναυτικό υπέστησαν τεράστιες απώλειες, το πυραυλικό οπλοστάσιο χτυπήθηκε επανειλημμένα και εγκαταστάσεις που συνδέονταν με το πυρηνικό πρόγραμμα καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Η δυνατότητα του Ιράν να διεξαγάγει συμβατικό πόλεμο περιορίστηκε αισθητά. Εκεί όμως τελειώνει η εύκολη αποτίμηση.

Η επιχείρηση δεν είχε σχεδιαστεί μόνο για να καταστρέψει αεροδρόμια, πυραύλους και εγκαταστάσεις. Η πολιτική της στόχευση ήταν πολύ μεγαλύτερη. Η Ουάσιγκτον περίμενε ότι το σοκ στην κορυφή θα προκαλούσε ρήγμα στο εσωτερικό του συστήματος. Ότι η εξόντωση της παλιάς ηγεσίας και η εικόνα στρατιωτικής αδυναμίας θα έφερναν τον κόσμο στους δρόμους και θα άνοιγαν τον δρόμο για κατάρρευση ή τουλάχιστον για μια τόσο βαθιά εσωτερική κρίση ώστε η Τεχεράνη να αναγκαστεί να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους. Δεν συνέβη.

Η διαδοχή Χαμενεΐ έγινε, το σύστημα άντεξε και ο στρατιωτικός μηχανισμός προσαρμόστηκε. Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, βαριά τραυματισμένος στις πρώτες επιθέσεις και έκτοτε ουσιαστικά αόρατος δημοσίως, βρίσκεται τυπικά στην κορυφή. Στην πράξη όμως το Ιράν των έξι μηνών μετά την 28η Φεβρουαρίου είναι ακόμη περισσότερο ένα κράτος στο οποίο οι Φρουροί της Επανάστασης και οι μηχανισμοί ασφαλείας έχουν βαρύτερο λόγο στις κρίσιμες αποφάσεις.

Η αμερικανική και ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή αποδείχθηκε. Η πολιτική μετατροπή αυτής της υπεροχής σε ένα διαφορετικό Ιράν όχι. Αυτό είναι και το πρώτο μεγάλο συμπέρασμα του εξαμήνου.

Ο πόλεμος μεταφέρθηκε στα Στενά του Ορμούζ

Υπάρχει όμως και κάτι που η Ουάσιγκτον υποτίμησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: τη δυνατότητα της Τεχεράνης να μετατρέψει τη γεωγραφία σε όπλο. Τα Στενά του Ορμούζ, από το οποίο πριν από τον πόλεμο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, έγινε μέσα σε λίγες εβδομάδες ο πραγματικός πυρήνας της σύγκρουσης. Το Ιράν δεν χρειαζόταν να νικήσει τον αμερικανικό στόλο. Χρειαζόταν να κάνει τη διέλευση αρκετά επικίνδυνη, αρκετά ακριβή και αρκετά απρόβλεπτη ώστε η πίεση να φύγει από το πεδίο και να περάσει στις αγορές. Αυτό ακριβώς συνέβη.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι έχει εξουδετερώσει μεγάλο αριθμό ναρκών και έχει εξασφαλίσει τη διέλευση περίπου 1.500 εμπορικών πλοίων. Παρά ταύτα, τα στοιχεία για την εμπορική κίνηση εξακολουθούν να απέχουν δραματικά από την κανονικότητα. Το Reuters κατέγραφε στο τέλος Αυγούστου επίπεδα που κινούνταν μόλις στο 5% έως 15% της προπολεμικής κίνησης. Μόλις την Πέμπτη πέρασαν από το Στενό επτά εμπορικά πλοία, έναντι 17 μία ημέρα νωρίτερα.

Το Ιράν, επομένως, μπορεί να έχει χάσει αεροσκάφη, πλοία και μεγάλο μέρος της στρατιωτικής του υποδομής, αλλά απέκτησε έναν διαφορετικό μοχλό πίεσης. Κάθε πλοίο που δεν περνά, κάθε ασφάλιστρο που ανεβαίνει και κάθε επιπλέον δολάριο στην τιμή των καυσίμων μεταφέρει ένα μικρό κομμάτι του πολέμου από τον Περσικό Κόλπο στο ταμείο ενός βενζινάδικου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και εκεί ακριβώς ο πόλεμος άρχισε να γίνεται πολιτικό πρόβλημα και για τον ίδιο τον Τραμπ.

Η «ειρήνη» του Ιουνίου που έμεινε στα χαρτιά

Στα μέσα Ιουνίου φάνηκε για πρώτη φορά ότι υπήρχε έξοδος. Το Μνημόνιο Κατανόησης που υπέγραψαν οι δύο πλευρές προέβλεπε τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, σταδιακή άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και ένα παράθυρο 60 ημερών για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα και μια συνολικότερη συμφωνία. Προέβλεπε ακόμη οικονομικά κίνητρα για το Ιράν εφόσον οι συνομιλίες κατέληγαν σε οριστική διευθέτηση. Για μερικές εβδομάδες υπήρχε τουλάχιστον ένα χαρτί πάνω στο τραπέζι. Σήμερα ούτε αυτό υπάρχει.

Η Τεχεράνη ζητά επιστροφή στους όρους του Ιουνίου. Ο Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία έχει τελειώσει και η Ουάσιγκτον δηλώνει πλέον ότι δεν βρίσκεται σε απευθείας διάλογο με το Ιράν. Το Κατάρ, το Ομάν και το Πακιστάν επιχειρούν ξανά να βρουν έναν κοινό τόπο, χωρίς μέχρι στιγμής αποτέλεσμα. Αυτό κάνει τη σημερινή φάση πιο επικίνδυνη από όσο δείχνει η απουσία βομβαρδισμών. Οι δύο πλευρές δεν έχουν συμφωνήσει σε ειρήνη. Απλώς δεν πυροβολούν η μία την άλλη με την ένταση που το έκαναν πριν από μερικές εβδομάδες.

Από το «Epic Fury» στο οικονομικό «D-Day»

Αυτό έφερε στο προσκήνιο τη νέα αμερικανική στρατηγική. Ο Σκοτ Μπέσεντ την παρουσίασε με πολεμικούς όρους. Μίλησε για οικονομικό «D-Day», για πλήρη απομόνωση της Τεχεράνης και για μια εκστρατεία που θα κόψει «κάθε οικονομική αρτηρία» του καθεστώτος. Είναι εντυπωσιακή η ρητορική. Το δύσκολο βρίσκεται στην εφαρμογή της. Το Ιράν βρίσκεται ήδη εδώ και χρόνια κάτω από χιλιάδες αμερικανικές κυρώσεις. Για να γίνει η νέα επιχείρηση πραγματικά διαφορετική, η κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει να τιμωρήσει όχι απλώς ιρανικές εταιρείες και μεσάζοντες αλλά κυβερνήσεις, τράπεζες και επιχειρηματικά δίκτυα μεγάλων κρατών που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη. Και εδώ εμφανίζονται η Κίνα και η Ρωσία – δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Η απειλή δευτερογενών κυρώσεων είναι πολύ πιο εύκολη όταν αφορά μια μικρή εταιρεία του Κόλπου από ό,τι όταν απαιτεί σύγκρουση με το Πεκίνο για τις αγορές ιρανικού πετρελαίου. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση Τραμπ έχει αφήσει ασαφές μέχρι πού είναι έτοιμη να φτάσει απέναντι στις δύο χώρες. Και υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα, ίσως το πιο βασικό. Τι ακριβώς θέλουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες από το Ιράν; Την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας; Την παράδοση του ελέγχου στο Ορμούζ; Την οριστική εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος; Μια νέα διαπραγμάτευση; Ή όλα αυτά μαζί; Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η απάντηση εξακολουθεί να μην είναι καθαρή.

Το Ιράν δεν βγήκε αλώβητο – αλλά δεν είναι και απομονωμένο

Θα ήταν λάθος να περιγραφεί το σημερινό Ιράν ως νικητής. Η χώρα έχει πληρώσει τεράστιο τίμημα. Η στρατιωτική της υποδομή έχει δεχθεί βαρύτατα πλήγματα. Η οικονομία ασφυκτιά, οι ελλείψεις καυσίμων έχουν γίνει ορατές ακόμη και στην Τεχεράνη και ο πληθωρισμός έχει εκτοξευθεί. Το καθεστώς όμως δεν βρίσκεται εκεί όπου περίμενε η Ουάσιγκτον. Αντί η περιοχή να προετοιμάζεται για μια Μέση Ανατολή χωρίς την Ισλαμική Δημοκρατία, αρκετές κυβερνήσεις προετοιμάζονται πλέον για το αντίθετο: για ένα Ιράν που θα παραμείνει και με το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να βρεθεί τρόπος συνύπαρξης. Την ίδια στιγμή η σαουδαραβική δυσπιστία απέναντι στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας έχει μεγαλώσει. Η συμφωνία συλλογικής άμυνας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν δεν στρέφεται επισήμως εναντίον του Ιράν. Είναι όμως αδύνατο να αποσυνδεθεί από όσα συνέβησαν το τελευταίο εξάμηνο στον Κόλπο. Για πρώτη φορά τρεις από τις σημαντικότερες στρατιωτικές δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου δεσμεύονται ότι επίθεση εναντίον της μίας θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον και των τριών. Αυτό από μόνο του λέει αρκετά για το πόσο έχει αλλάξει η αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής.

Ο πόλεμος επέστρεψε στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Υπάρχει και ένας λογαριασμός που πριν από έξι μήνες βρισκόταν πολύ χαμηλότερα στις αμερικανικές εκτιμήσεις. Το Πεντάγωνο υπολόγιζε ήδη τον Ιούλιο το άμεσο κόστος του πολέμου στα 37,5 δισ. δολάρια. Δεκαοκτώ Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί και περισσότεροι από 750 έχουν τραυματιστεί. Παράλληλα, οι παρατεταμένες επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να πιέζουν αποθέματα πυρομαχικών, προϋπολογισμούς και τη δυνατότητα του αμερικανικού στρατού – και ιδιαίτερα του Ναυτικού – να διατηρήσει την ίδια ένταση επιχειρήσεων επ’ αόριστον. Το πολιτικό κόστος είναι εξίσου καθαρό και μπορεί να είναι και κρίσιμο σε έναν μήνα στις ενδιάμεσες εκλογές.

Στην τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos μόλις το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι υποστηρίζει τη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Τον Μάρτιο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 37%. Η δημοτικότητα του Τραμπ έχει πέσει στο 33%, στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει το Reuters/Ipsos στις δύο προεδρικές θητείες του, ενώ το 83% των ερωτηθέντων πιστεύει πλέον ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η βενζίνη στις ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα τέσσερα δολάρια το γαλόνι, περίπου ένα δολάριο περισσότερο από έναν χρόνο πριν, και ο Λευκός Οίκος βρίσκεται δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές αντιμέτωπος με έναν πόλεμο που χτυπά ακριβώς εκεί όπου ο Τραμπ είχε οικοδομήσει μεγάλο κομμάτι της πολιτικής του ταυτότητας: στην υπόσχεση ότι δεν θα εμπλέξει ξανά την Αμερική σε ατελείωτους πολέμους της Μέσης Ανατολής και ότι θα μειώσει το κόστος ζωής στο εσωτερικό.

Και στη μέση, οι Ιρανοί

Οι αριθμοί των νεκρών μέσα στο Ιράν παραμένουν δύσκολο να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα. Είναι όμως αρκετές χιλιάδες και ανάμεσά τους βρίσκονται άμαχοι και παιδιά. Για τους Ιρανούς ο πόλεμος είχε από την αρχή δύο όψεις. Από τη μία ήταν οι αμερικανικές και ισραηλινές βόμβες. Από την άλλη ένα καθεστώς που χρησιμοποίησε τον πόλεμο για να κλείσει ακόμη περισσότερο το εσωτερικό μέτωπο. Ήδη από τα τέλη Μαΐου η Amnesty International κατέγραφε περισσότερες από 6.000 αυθαίρετες συλλήψεις μετά την έναρξη των επιθέσεων της 28ης Φεβρουαρίου – δημοσιογράφων, ακτιβιστών, δικηγόρων, αντιφρονούντων και ανθρώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι εκτελέσεις και οι θανατικές καταδίκες για υποθέσεις που συνδέονται με τις προηγούμενες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έχουν επίσης αυξηθεί. Η «ώρα της ελευθερίας» που υποσχέθηκε ο Τραμπ δεν ήρθε. Για ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας ήρθαν μαζί οι βομβαρδισμοί, η οικονομική κατάρρευση και περισσότερη καταστολή.

Έξι μήνες μετά

Στις 28 Αυγούστου ο πόλεμος βρίσκεται σε μια παράξενη παύση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν ανταλλάσσουν αυτή τη στιγμή μαζικά πυρά. Το Στενό του Ορμούζ λειτουργεί μερικώς. Το Κατάρ και το Ομάν προσπαθούν ακόμη να κρατήσουν ανοιχτές κάποιες διόδους επικοινωνίας. Η Ουάσιγκτον όμως έχει εγκαταλείψει προς το παρόν τη στρατιωτική πίεση για έναν οικονομικό πόλεμο χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, ενώ η Τεχεράνη δεν δείχνει ότι είναι έτοιμη να παραδώσει το μοναδικό ισχυρό χαρτί που της έχει απομείνει. Το επικίνδυνο δεν είναι ότι ο πόλεμος συνεχίζεται όπως πριν. Είναι ότι και οι δύο πλευρές αρχίζουν να συνηθίζουν την ιδέα πως ίσως δεν υπάρχει συμφωνία που μπορούν να κάνουν μεταξύ τους.

Για τον Τραμπ το δίλημμα είναι πλέον πολύ διαφορετικό από εκείνο της 28ης Φεβρουαρίου. Αν η οικονομική ασφυξία δεν λυγίσει το Ιράν, η στρατιωτική κλιμάκωση θα επιστρέψει στο τραπέζι. Αν, αντίθετα, η πίεση απειλήσει πραγματικά την επιβίωση του καθεστώτος, η Τεχεράνη έχει κάθε λόγο να απαντήσει ξανά στο σημείο όπου γνωρίζει ότι μπορεί να πονέσει περισσότερο τους αντιπάλους της: στον Περσικό Κόλπο και στο Ορμούζ. Έξι μήνες πριν η Ουάσιγκτον πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει το Ιράν. Σήμερα προσπαθεί να βρει τρόπο να τελειώσει έναν πόλεμο χωρίς να παραδεχθεί ότι ο βασικός πολιτικός του στόχος δεν επιτεύχθηκε. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη απόσταση που έχει διανύσει ο πόλεμος από τις 28 Φεβρουαρίου μέχρι σήμερα.

protothema.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook