
Η προοπτική επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ μπορεί να έχει αρχίσει να αποκλιμακώνει τις πιέσεις στην αγορά του αργού πετρελαίου, ωστόσο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις η επιστροφή στην κανονικότητα ενδέχεται να αργήσει σημαντικά. Και αυτό γιατί η επόμενη μεγάλη εστία της ενεργειακής κρίσης βρίσκεται πλέον στα διυλισμένα προϊόντα.
Οι τιμές του ντίζελ και της βενζίνης εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με εξαιρετικά υψηλά premium έναντι του αργού, καθώς η παγκόσμια αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με περιορισμένη δυναμικότητα διύλισης, προβλήματα στον εφοδιασμό και ταχεία συρρίκνωση των αποθεμάτων.
Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, το χάσμα μεταξύ των τιμών του αργού και των διυλισμένων προϊόντων διογκώθηκε θεαματικά τις τελευταίες εβδομάδες και έχει υποχωρήσει ελάχιστα ακόμη και μετά τη συμφωνία μεταξύ Ιράν και Ομάν, η οποία δημιουργεί προσδοκίες για αποκατάσταση των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και εάν περισσότερο αργό αρχίσει να φτάνει στις διεθνείς αγορές, αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως φθηνότερα καύσιμα για τους οδηγούς και τις επιχειρήσεις.
Ντίζελ: Premium 70 δολαρίων το βαρέλι
Η έκταση της στρέβλωσης αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην αγορά ντίζελ.
Σύμφωνα με την Argus, το ντίζελ διαπραγματεύεται σήμερα με premium περίπου 70 δολαρίων ανά βαρέλι έναντι του αργού πετρελαίου. Η διαφορά παραμένει κοντά στο ιστορικό υψηλό των 90 δολαρίων που καταγράφηκε την περασμένη εβδομάδα και είναι πολλαπλάσια των περίπου 20 δολαρίων ανά βαρέλι που θεωρούνται συνηθισμένο επίπεδο για την αγορά.

Πρακτικά, το περιθώριο βρίσκεται περίπου 3,5 φορές πάνω από τα συνήθη επίπεδα.
Οι αναλυτές αποδίδουν αυτή την πρωτοφανή απόκλιση κυρίως στην έλλειψη επαρκούς δυναμικότητας διύλισης σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, ενώ η τιμή του αργού μπορεί να αποκλιμακώνεται, οι περιορισμοί στη μετατροπή του σε βενζίνη, ντίζελ και άλλα καύσιμα κρατούν τις τιμές των τελικών προϊόντων σε πολύ υψηλά επίπεδα.
«Βλέπουμε κάποια αποκλιμάκωση στην αγορά αργού, αλλά ισχυρές τιμές στο ντίζελ και τη βενζίνη», επισημαίνει στους FT η Isabelle Gilks, αναλύτρια λιανικής αγοράς καυσίμων στη Wood Mackenzie, κάνοντας λόγο για έναν συνδυασμό προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα και ανεπαρκούς δυναμικότητας επεξεργασίας.
Το νέο πρόβλημα βρίσκεται στα διυλιστήρια
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν περιόρισε μόνο τις εξαγωγές αργού πετρελαίου. Στον Κόλπο βρίσκονται ορισμένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια στον κόσμο, τα οποία επίσης επηρεάστηκαν από τον κατά διαστήματα αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας από την Τεχεράνη.
Υπό κανονικές συνθήκες, η περιοχή του Κόλπου αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς αργού, τροφοδοτώντας παράλληλα διυλιστήρια και εκτός Μέσης Ανατολής.
Στην ήδη πιεσμένη εικόνα προστίθενται οι ολοένα εντονότερες ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, οι οποίες έχουν θέσει εκτός λειτουργίας πρόσθετη δυναμικότητα, αλλά και οι περιορισμοί που έχει επιβάλει η Κίνα στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων.

Μπροστά στις ελλείψεις, τα διυλιστήρια προσαρμόζουν την παραγωγή τους, δίνοντας κάθε φορά προτεραιότητα στα προϊόντα που προσφέρουν τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Στην αρχή του πολέμου, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπιζόταν στα αεροπορικά καύσιμα, όπου τα περιθώρια παραμένουν υπερδιπλάσια των προπολεμικών επιπέδων. Πλέον, όμως, η ανησυχία έχει μεταφερθεί σε άλλα καύσιμα μεταφορών και κυρίως στο ντίζελ.
«Έχουμε αντιμετωπίσει διαδοχικές κρίσεις σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς πετρελαϊκών προϊόντων και τα διυλιστήρια μπορούν να λύσουν μόνο ένα πρόβλημα κάθε φορά», σημειώνει ο Daniel Evans, επικεφαλής καυσίμων και διύλισης στην S&P Global.
Η Ευρώπη στη δυσκολότερη θέση
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη στη νέα πραγματικότητα είναι η Ευρώπη.
Έπειτα από χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων στη διύλιση, η ευρωπαϊκή αγορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές για να καλύψει τις ανάγκες της σε πετρελαϊκά προϊόντα. Την ίδια στιγμή, τα παγκόσμια αποθέματα υποχωρούν με ταχείς ρυθμούς.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν διπλό κίνδυνο: από τη μία πλευρά τις υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων και από την άλλη τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για διαθέσιμες ποσότητες ντίζελ και βενζίνης.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επαναλειτουργία του Ορμούζ μπορεί να περιορίσει τον γεωπολιτικό κίνδυνο και να αυξήσει τη διαθεσιμότητα αργού, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει τη χαμένη δυναμικότητα των διυλιστηρίων.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι στις ΗΠΑ
Στον αντίποδα, οι μεγάλοι κερδισμένοι από την εκτίναξη των περιθωρίων διύλισης βρίσκονται στις ΗΠΑ και ιδιαίτερα στον Κόλπο του Μεξικού.
Καθώς η παγκόσμια αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τις αμερικανικές εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων, οι εταιρείες διύλισης καταγράφουν εντυπωσιακές επιδόσεις.
Marathon Petroleum, Phillips 66 και Valero Energy ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου.
Exxon και Chevron ανακοίνωσαν συνολικά κέρδη 26,5 δισ. δολαρίων για το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιουνίου, με σημαντική ώθηση από τις δραστηριότητες διύλισης.
Η Exxon, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο παγκόσμιο δίκτυο διυλιστηρίων εκτός Κίνας, παρήγαγε μάλιστα ποσότητες-ρεκόρ ντίζελ κατά το δεύτερο τρίμηνο προκειμένου να ανταποκριθεί στην εκρηκτική αύξηση της διεθνούς ζήτησης.
Η ακρίβεια στα καύσιμα γίνεται πρόβλημα για τον Τραμπ
Τα τεράστια κέρδη των πετρελαϊκών ομίλων έχουν προκαλέσει την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι Chevron και Exxon έχουν βγάλει «πάρα πολλά χρήματα» και ότι θα πρέπει να «επιστρέψουν ένα μέρος αυτών στο κοινό».

Είχε προηγηθεί η εντολή του προς το υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει ενεργειακές εταιρείες για πιθανή αισχροκέρδεια, ακολουθώντας ουσιαστικά μια τακτική που είχε χρησιμοποιήσει και ο Τζο Μπάιντεν μετά την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
«Οι λιανοπωλητές βενζίνης πρέπει να ρίξουν τις τιμές τους, ΑΜΕΣΩΣ», είχε γράψει ο Τραμπ στο Truth Social στα τέλη Ιουνίου, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά «έρχονται μεγάλα προβλήματα».
Οι πιέσεις, ωστόσο, παραμένουν. Οι αυξημένες αμερικανικές εξαγωγές βενζίνης και ντίζελ προς χώρες που προηγουμένως προμηθεύονταν από τη Μέση Ανατολή έχουν συμβάλει στην άνοδο της εγχώριας τιμής της βενζίνης πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, περίπου 35% υψηλότερα από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στο ντίζελ. Η μέση τιμή στις ΗΠΑ έχει φτάσει τα 5,34 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 3,74 δολαρίων πριν από έναν χρόνο.
ot.gr