Κάτω από τα 4 ευρώ η τιμή πώλησης ελαιολάδου από τους Κρητικούς παραγωγούς

Σημαντικά πιεσμένη, άμεσα εξαρτώμενη από τους ξένους ανταγωνιστές – ιδιαίτερα την Ισπανία – και αντιμέτωπη με τις τοπικές διαχρονικές παθογένειες είναι η παραγωγή και αγορά του ελαιολάδου στην Κρήτη, σε μία περίοδο κατά την οποία η αβεβαιότητα κυριαρχεί τόσο για την πορεία των τιμών όσο και για τη νέα ελαιοκομική περίοδο.
Η επιστροφή της φετινής παγκόσμιας παραγωγής σε υψηλά επίπεδα όσον αφορά τις ποσότητες, μετά τις μειωμένες σοδειές των προηγούμενων ετών, έχει ανατρέψει τα δεδομένα της τοπικής αγοράς, οδηγώντας τις τιμές παραγωγού σε επίπεδα που, σύμφωνα με τους ανθρώπους του κλάδου, βρίσκονται πλέον οριακά ή ακόμη και κάτω από το κόστος παραγωγής, την ώρα που οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης δημιουργούν μεγάλες προκλήσεις για την επόμενη σοδειά. Στην Κρήτη, οι παραγωγοί σήμερα διαθέτουν το ελαιόλαδο σε τιμές που κυμαίνονται μεταξύ 3,70 και 4 ευρώ το κιλό, όταν πριν από έναν χρόνο η αγορά είχε ξεκινήσει από τα 6 ευρώ, πριν αποκλιμακωθεί εκ νέου και σταδιακά πέσει στα 5 ευρώ.
Αντίστοιχα, στην Ισπανία, τη χώρα που ουσιαστικά καθορίζει τις ισορροπίες στη διεθνή αγορά ελαιολάδου, οι τιμές διαμορφώνονται περίπου μεταξύ 3,30 και 3,80 ευρώ το κιλό, γεγονός που δείχνει ότι το κρητικό ελαιόλαδο πωλείται σχεδόν στις ίδιες τιμές με τον βασικό του ανταγωνιστή, παρότι παράγεται με αισθητά υψηλότερο κόστος. Αντίθετα, στην Ιταλία οι τιμές διατηρούνται σημαντικά υψηλότερα, γεγονός που αποδίδεται στη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία που έχει ένα τυποποιημένο και επώνυμο προϊόν.
Το υψηλό κόστος παραγωγής στην Κρήτη, που συνδέεται με τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, τις ιδιαίτερες γεωμορφολογικές συνθήκες, τα αυξημένα ενεργειακά κόστη, όπως και τα υψηλά μεροκάματα για τα έτσι και αλλιώς δυσεύρετα εργατικά χέρια, αλλά και τη λειψυδρία, περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών.
Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Τυνησία, με εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής και αισθητά χαμηλότερο κόστος παραγωγής κόστος, δύνανται να διαμορφώνουν τους όρους του ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά, αφήνοντας την ελληνική παραγωγή να ακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά. Η εξάρτηση αυτή αποτυπώθηκε και τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η πτώση των τιμών στην ισπανική αγορά μεταφέρθηκε σχεδόν άμεσα και στην Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι διακυμάνσεις που καταγράφονται στην Ισπανία επηρεάζουν άμεσα και τις τιμές που λαμβάνουν οι Έλληνες παραγωγοί.
Παράλληλα, παρά τις πρόσφατες διακυμάνσεις στην ισπανική αγορά και τις πρώτες ενδείξεις ότι οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες ενδέχεται να επηρεάσουν τη νέα παραγωγή, η εικόνα παραμένει θολή, χωρίς να μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί εάν οι κλιματικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε ουσιαστική ανάκαμψη των τιμών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί παραγωγοί επιλέγουν να μην διαθέσουν το προϊόν τους σε τιμές που θεωρούν χαμηλότερες του κόστους παραγωγής, περιορίζοντας την εμπορική τους δραστηριότητα και διατηρώντας την αγορά σε κατάσταση αναμονής.
Με γνώμονα όλα τα παραπάνω, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για τις διαρθρωτικές αδυναμίες του κλάδου και κυρίως για τη χρόνια εξάρτηση της κρητικής παραγωγής ελαιολάδου από τη χύμα διάθεση. Παρά το γεγονός ότι το κρητικό ελαιόλαδο αποτελεί ένα προϊόν υψηλής ποιότητας με ισχυρή αναγνωρισιμότητα, εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να εξάγεται χωρίς τυποποίηση, γεγονός που το καθιστά ευάλωτο στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών. Η ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα ξεπερνά την εξάρτηση από τις κλιματικές συνθήκες και τα πλήγματα στις ξένες αγορές, αλλά και οι στοχευμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της τυποποίησης, της εξωστρέφειας και της ταυτότητας του κρητικού ελαιολάδου βρέθηκαν στο επίκεντρο της πρόσφατης συνάντησης της Ομάδας Εργασίας της Περιφέρειας Κρήτης για τη διαμόρφωση της «Στρατηγικής Ποιότητας και Προώθησης του Κρητικού Ελαιολάδου». Όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων, τα παραπάνω αποτελούν προϋπόθεση, ώστε το προϊόν να αποκτήσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και να προστατευτεί από τον ασύμφορο ανταγωνισμό με τις διεθνείς αγορές.
Πολύ χαμηλές οι τιμές του παραγωγού σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια
Παρά τις διακυμάνσεις τιμών στις εγχώριες και διεθνείς αγορές, οι αλλαγές δεν γίνονται αισθητές από την μία ημέρα στην άλλη, όπως ξεκαθάρισε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Γιώργος Ανδρεαδάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης. Σύμφωνα με όσα επεσήμανε, οι τιμές στην Κρήτη αυτήν τη στιγμή βρίσκονται συγκριτικά σε πολύ χαμηλό επίπεδο, ιδιαίτερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. «Έχουμε μείωση τιμών. Οι Ιταλοί ζητούν να τους παραδίδουμε χύμα ελαιόλαδο κάτω από 4 ευρώ το κιλό. Οι τιμές είναι μεταξύ 3,70 και 4 ευρώ, που είναι πολύ χαμηλές σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμα και σε σχέση με την περσινή χρονιά κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, διότι η περσινή χρονιά είχε ξεκινήσει από τα 6 ευρώ και κατέβηκε στα 5 ευρώ. Υπήρχε μία μείωση της παραγωγής ειδικά στην Ισπανία και στην Ιταλία τα προηγούμενα χρόνια, ενώ τώρα επανήλθε η παραγωγή στα πρότερα επίπεδα. Συν του ότι λόγω της παγκόσμιας κρίσης, υπάρχει μία ευρύτερη στροφή προς πιο φθηνά λάδια, όπως τα σπορέλαια, τα ηλιέλαια. Τα ράφια δηλαδή των σούπερ μάρκετ έχουν πλέον περισσότερο διαθέσιμο χώρο για σπορέλαια και τα ηλιέλαια. Για να μπορέσει το ελαιόλαδο να τα εκτοπίσει, δεν είναι εύκολη διαδικασία», σχολίασε ο κ. Ανδρεδάκης, επισημαίνοντας παράλληλα ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών ως προς το κόστος παραγωγής: «Το κόστος παραγωγής σε εμάς είναι πολύ υψηλό, γιατί υπάρχουν μικροί κλήροι, κακοτράχαλο έδαφος, λειψυδρία, η ενέργεια είναι πολύ υψηλή, τα μεροκάματα είναι πολύ ακριβά. Εμείς έχουμε κόστος πάνω από 4 ευρώ αυτήν τη στιγμή, ενώ οι Ισπανοί, οι Τυνήσιοι, οι Πορτογάλοι και οι Ιταλοί κάνουν τις πυκνές φυτεύσεις, επομένως το κόστος εκεί να είναι πολύ χαμηλότερο».
Η χύμα διάθεση του ελαιολάδου το μεγάλο πρόβλημα της Κρήτης
Αντίστοιχα, ο επιστημονικός υπεύθυνος του ΣΕΔΗΚ, Νίκος Μιχελάκης στάθηκε στον σημαίνοντα ρόλο που έχει η Ισπανία στη διαμόρφωση των τιμών. Όπως εξήγησε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.»: «Αυτό που είδαμε προχθές και είναι αξιοσημείωτο είναι ότι φάνηκε μία απροσδόκητη άνοδος των τιμών στην Ισπανία και όχι στην Ελλάδα. Ανέβηκαν οι τιμές από 3,70 και 3,80 στο 4,40, αλλά χθες ξαναέπεσαν στο 4,10. Φαίνεται όμως να υπάρχει μία τάση ανόδου, που δεν είναι διευκρινισμένο που ακριβώς οφείλεται. Πιθανόν οφείλεται στις ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες και στο κλίμα, αλλά και στους ίδιους τους παραγωγούς, οι οποίοι τόσο στην Ισπανία, όσο και εδώ αρνούνται να προσφέρουν προϊόντα σε τιμές χαμηλότερα του κόστους. Στην Κρήτη πάντως οι τιμές δεν είναι καθόλου καλές, έχουν πέσει κάτω από τα 4 ευρώ. Αυτό οφείλεται στη λανθασμένη εντύπωση ότι η παραγωγή στην Ισπανία θα είναι μεγάλη, το εκμεταλλεύονται αυτό οι έμποροι και λένε δεν ψωνίζουμε για όλη τη σεζόν, τις ποσότητες που χρειάζονται, αλλά λένε ότι έρχεται η καινούργια σοδειά, οπότε θα πάρουν νέο, φθηνό λάδι». Σύμφωνα με όσα επεσήμανε ο κ. Μιχελάκης, η εξάρτηση της Κρήτης από τις διεθνείς αγορές οφείλεται και στη χύμα διάθεση του ελαιολάδου. «Αυτό είναι το σοβαρό και μόνιμο πρόβλημά μας και κάποια στιγμή πρέπει να το δούμε. Δεν γίνεται να πουλάμε χύμα το παραγόμενο λάδι και να ελπίζουμε σε μειωμένη παραγωγή από την Ισπανία και σε ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες στην Κρήτη, για να ανέβουν οι τιμές. Η Κρήτη έχει όλα τα προσόντα να εξάγει τυποποιημένο το λάδι της. Πρέπει αυτό να προχωρήσει στην πράξη, με σχέδιο και μέτρα πολιτικής και όχι ευχολόγια και κουβέντες στα μέσα ενημέρωσης», τόνισε.
Εξεύρεση μίας στρατηγικής για την προώθηση του κρητικού ελαιολάδου
Η κατεύθυνση κονδυλίων για την προστασία του κρητικού ελαιολάδου είναι μία αναγκαία συνθήκη, η οποία όμως οφείλει να έχει συγκεκριμένο σχεδιασμό και προσανατολισμό. Η μεταποίηση, η εξαγωγική δραστηριότητα, ο ελαιοτουρισμός και ο γαστροτουρισμός, καθώς και η τυποποίηση του ελαιολάδου είναι οι βασικές κατηγορίες στις οποίες χρειάζεται να δοθεί έμφαση, σύμφωνα και με όσα ανέφερε ο κ. Ανδρεαδάκης. «Πρέπει να εστιαστούν συγκεκριμένοι στόχοι για να κερδίσουμε κάποια μερίδια αγοράς. Η παγκόσμια αγορά είναι τεράστια, πρέπει να δούμε ποιες χώρες μπορούν να απορροφήσουν το δικό μας λάδι και στο κόστος που εμείς έχουμε και εκεί να επικεντρωθούμε, αλλά πέρα από αυτό θα πρέπει το ίδιο το κράτος να δει τι στρατηγική θέλει να ακολουθήσει. Ούτε Ισπανία μπορούμε να γίνουμε, ούτε Ιταλία, ούτε Τυνησία. Εμείς πρέπει να αποκτήσουμε μία στρατηγική, τι λάδι θέλουμε να προωθούμε στον κόσμο, ποια είναι η ταυτότητα του κρητικού λαδιού. Αν αυτό δεν το καταφέρουμε, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι, αυτό είναι ξεκάθαρο. Πρέπει να κρατήσουμε την ποιότητά μας και να μην επηρεαζόμαστε από φθηνά διαθέσιμα προϊόντα στην αγορά. Υπάρχουν αγορές που ζητούν ποιοτικά λάδια, εκεί πρέπει να στραφούμε, γιατί τα κόστη μας είναι υψηλά και το λάδι που παράγουμε είναι ποιοτικό», επεσήμανε.
rethnea.gr