Ελληνικός τουρισμός: Το στοίχημα της επόμενης ημέρας πέρα από τα ρεκόρ – Μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ

Σε μια νέα φάση ωριμότητας έχει περάσει ο ελληνικός τουρισμός. Τα μεγέθη του 2025 επιβεβαιώνουν ότι είναι ένα από τα ισχυρότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας, με διεθνή αναγνωρισιμότητα, σημαντική συνεισφορά στην ΑΕΠ και καθοριστικό ρόλο στην απασχόληση. Ωστόσο, πίσω από τα διαδοχικά ρεκόρ αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί να αναπτυχθεί σε μεγαλύτερη αξία για την οικονομία και την κοινωνία, χωρίς να εξαντλήσει τους προορισμούς, να επιβαρύνει τις υποδομές και να υπονομεύει τους φυσικούς πόρους στους οποίους στηριζεται;
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές» επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, εξετάζοντας τον κλάδο όχι μόνο μέσα από τις αφίξεις και τις εισπράξεις, αλλά και μέσα από τους ανθρώπους του, την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων, τη διαχείριση των προορισμών, τις υποδομές, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την κοινωνική αποδοχή. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το πόσοι πολίτες θα έρθουν στην Ελλάδα, αλλά από το πώς θα οργανωθεί η ανάπτυξη και πώς θα κατανεμηθεί η δημιουργία της.
Τα ρεκόρ και η πραγματική αξία
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά ιστορικών υψηλών για τον ελληνικό τουρισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΝΣΕΤΕ, οι διεθνείς αφίξεις χωρίς την κρουαζιέρα ανήλθαν σε 37,98 εκατ., ενώ μαζί με την κρουαζιέρα έφθασαν τα 43,3 εκατ. Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, χωρίς την κρουαζιέρα, διαμορφώθηκαν σε 22,6 δις. ευρώ, αυξημένες κατά 9,8% σε σύγκριση με το 2024. Το 2025 η άμεση συνεισφορά του τουρισμού αντιστοιχεί στο 13% της ΑΕΠ και η άμεση, άμεση και έμμεση βιομηχανία, για το 30% ενώ οι επενδύσεις του εκτιμώνται σε περίπου 5 δις. ευρώ.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την οικονομική βαρύτητα ενός κλάδου που διαχέει τη δραστηριότητά του πολύ πέρα από τα ξενοδοχεία και την εστίαση. Από τις μεταφορές και το εμπόριο μέχρι την αγροδιατροφή, τις κατασκευές και τις πολιτιστικές υπηρεσίες, η τουριστική δαπάνη ενεργοποιεί μια ευρεία αλυσίδα προϊόντων και επαγγελμάτων. Η πραγματική του αξία, επομένως, δεν περιορίζεται στα άμεσα έσοδα, αλλά εξαρτάται από το πόσο ισχυρές είναι οι διασυνδέσεις του με την υπόλοιπη παραγωγική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, η υψηλή επισκεψιμότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη αύξηση της αξίας που παραμένει σε κάθε προορισμό. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025, υποχώρηση 17,2%.
Η γεωγραφία της ανισότητας
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της μελέτης αφορά την άνιση κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας. Οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας συγκεντρώνουν μόλις το 10% των τουριστικών εσόδων, ενώ πέντε νησιά δέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων. Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ΙΝΣΕΤΕ από το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το 90% των δημοτικών ενοτήτων που καλύπτουν το 95% της ελληνικής επικράτειας εμφανίζει μικρή ή μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Η εικόνα αυτή αποδυναμώνει το επιχείρημα ότι το πρόβλημα της χώρας είναι απλώς ο υπερβολικός αριθμός επισκεπτών. Η πίεση είναι έντονη σε συγκεκριμένους τόπους και συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, την ώρα που μεγάλο μέρος της χώρας παραμένει από τις κύριες τουριστικές ροές. Η εποχικότητα εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτική αδυναμία: το τρίτο τρίμηνο του 2025 συγκέντρωσε το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των εισπράξεων, παρά τη μείωση της αντίστοιχης συγκέντρωσης σε σχέση με το 2019.
Η πρόκληση είναι, λόγω, διπλή. Αφενός, οι δημοφιλείς προορισμοί χρειάζονται αποτελεσματικότερη διαχείριση των επισκεπτών, των μετακινήσεων, των απορριμμάτων και των υδάτινων πόρων. Αφετέρου, περιοχές με δυνατότητες ανάπτυξης χρειάζονται επενδύσεις, συνδεσιμότητα και προϊόντα που μπορούν να δημιουργήσουν ζήτηση πέρα από τους θερινούς μήνες.
Κομβικός ρόλος σε αυτή τη στρατηγική μπορεί να διαδραματίσει τους Οργανισμούς Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMMOs). Η αποστολή τους, σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, δεν πρέπει να περιορίζεται στην προβολή. Χρειάζεται να περιλαμβάνει σχεδιασμό, συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, αξιοποίηση δεδομένων και διαχείριση των τουριστικών ροών.
Οι άνθρωποι πίσω από την εμπειρία
Η ανάπτυξη του τουρισμού δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς επαρκείς και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Το τρίτο τρίμηνο του 2025, η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση έφθασε τους 475.200 εργαζομένους, αντιστοιχώντας στο 10,8% της απασχόλησης της χώρας. Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει βελτίωση στην ποιότητα της εργασίας: το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από 82,1% το 2019 σε 90,4% το 2025, ενώ καταγράφηκε ισορροπία μεταξύ των φύλων.
Οι θετικές αυτές μεταβολές, ωστόσο, δεν εξαλείφουν τα προβλήματα. Το 2025 οι ελλείψεις προσωπικού στα ξενοδοχεία αντιστοιχούσαν στο 14% των θέσεων εργασίας, ενώ μόλις το 24% των εργαζομένων του ξενοδοχειακού κλάδου ήταν από φοιτητές τουριστικών σχολών. Η εποχικότητα δυσκολεύει τη διαμόρφωση σταθερών επαγγελματικών διαδρομών, ενώ η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλουν τις απαιτούμενες δεξιότητες.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η κάλυψη των κενών μιας περιόδου αιχμής. Απαιτείται μετάβαση από την προσφορά προσωρινών θέσεων εργασίας στη δημιουργία σταδιοδρομιών, με κατάρτιση, συνεχή αναβάθμιση δεξιοτήτων και επέκταση της τουριστικής περιόδου. Η ποιότητα της φιλοξενίας εξαρτάται από την ποιότητα της εργασίας, αλλά και από τη δυνατότητα των εργαζομένων να παραμένουν στον κλάδο και να εξελίσσονται μέσα σε αυτόν.
Ανταγωνιστικότητα με αδύναμο κρίκο τις υποδομές
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Ανάπτυξης Ταξιδιών και τον Τουρισμό του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, σύμφωνα με την αποτύπωση της μελέτης. Η θέση της είναι κατά 38 θέσεις υψηλότερη από εκείνη που καταλαμβάνει ως προς τη γενική οικονομική ανταγωνιστικότητα. Πρόκειται για μια ένδειξη της ισχύος του τουριστικού προϊόντος, αλλά και της απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από ανταγωνιστές όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Το ΙΝΣΕΤΕ εντοπίζει σημαντικό μέρος της υστέρησης στις υποδομές και στη διακυβέρνηση. Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι πραγματοποίησαν επενδύσεις περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των 2,8 δις. ευρώ στον ξενοδοχειακό κλάδο. Ωστόσο, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις αδυναμίες του δημόσιου χώρου και των δικτύων που στηρίζουν την εμπειρία του επισκέπτη.
Οι καθυστερήσεις στις αερομεταφορές, οι ελλείψεις στελέχωσης και εκσυγχρονισμού της αεροναυτιλίας, οι αδυναμίες στις οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις, αλλά και οι ανάγκες της ακτοπλοΐας επηρεάζουν άμεσα την προσβασιμότητα των προορισμών. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η καθαριότητα, η σήμανση, η προσβασιμότητα και οι δημόσιες πολιτιστικές υποδομές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η έλλειψη συνεδριακού κέντρου διεθνών προδιαγραφών για μεγάλα συνέδρια, η οποία περιορίζει τη δυνατότητα διεκδίκησης μιας αγοράς υψηλής δαπάνης που μπορεί να ενισχύσει τη δραστηριότητα εκτός της θερινής περιόδου. Αντίστοιχα, η ανάπτυξη σύγχρονων μαρινών και λιμένων κρουαζιέρας παραμένει πεδίο ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων.
Η φορολογική επιβάρυνση αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που, σύμφωνα με τη μελέτη, περιορίζει την ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ επτά ανταγωνιστικών χωρών ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα του τουρισμού. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των επιβαρύνσεων, αλλά και τη δυνατότητα των προϊόντων να επαναληφθούν και να λειτουργούν εκτός υψηλής περιόδου.
Βιωσιμότητα, κοινωνική αποδοχή και τεχνητή νοημοσύνη
Η περιβαλλοντική διάσταση αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη μελλοντική πορεία του κλάδου. Μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των προϊόντων δεν έχει θέσει στόχο τη μείωση των εκπομπών έως το 2030, σύμφωνα με τη μελέτη. Η κλιματική αλλαγή, η διάβρωση των ακτών και η αυξανόμενη πίεση στους υδατίνους πόρους απαιτούν συστηματικό σχεδιασμό και επενδύσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η θεσμοθέτηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό δημιουργεί μια βάση στρατηγικού σχεδιασμού έπειτα από μακρά περίοδο εκκρεμότητας. Η αποτελεσματικότητά του, όμως, θα κριθεί από την εφαρμογή του και από την εξειδίκευση των κατευθύνσεων του στα τοπικά και ειδικά πολεοδομικά σχέδια. Η εκτός σχεδίου δόμηση, ιδίως σε νησιωτικές περιοχές, εξακολουθεί να προκαλεί πιέσεις στο τοπίο, στα δίκτυα κοινής ωφέλειας και στη διαθέσιμη γη.
Εξίσου κρίσιμη είναι η σχέση του τουρισμού με την κοινωνία. Το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του κλάδου, αλλά οι ανησυχίες για τα ενοίκια και το κόστος είναι έντονες. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις τιμές κατοικίας και το κόστος διαβίωσης είναι πολλοί και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων είναι προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη κοινωνική αποδοχή του.
Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην πρόκληση. Η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο οι ταξιδιώτες αναζητούν προορισμούς, συγκρίνουν υπηρεσίες και οργανώνουν τις διακοπές τους. Η ανάπτυξη ενός εθνικού κόμβου τουριστικών δεδομένων, η ψηφιακή αναβάθμιση των επιχειρήσεων και η κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν, κατά το ΙΝΣΕΤΕ, επενδύσεις στρατηγικής σημασίας. Παράλληλα, η διείσδυση σε αγορές όπως η Κίνα, η Ινδία και η Αυστραλία απαιτεί καλύτερη αεροπορική σύνδεση και προσαρμοσμένη στρατηγική προβολή.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό διεθνές brand και μια εξαιρετικά θετική αξιολόγηση της εμπειρίας των επισκεπτών, με βαθμολογία 9,1 στα 10 και δείκτη προθυμίας σύστασης του προορισμού 54. Αυτό το κεφάλαιο εμπιστοσύνης, όμως, δεν είναι ανεξάντλητο. Η διατήρησή του προϋποθέτει ποιοτικές υπηρεσίες, λειτουργικές υποδομές, προστασία του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος και ουσιαστική σύνδεση του τουρισμού με την τοπική οικονομία.
Μαρία Τσιβγέλη
Πηγή: amna.gr