Εργασία και οικογένεια: Στο 35,4% οι γυναίκες που δυσκολεύονται – Οι πολλές ώρες δουλειάς και τα εξαντλητικά ωράρια

Δημοσιεύτηκε στις 26/10/2026 22:40

Εργασία και οικογένεια: Στο 35,4% οι γυναίκες που δυσκολεύονται – Οι πολλές ώρες δουλειάς και τα εξαντλητικά ωράρια
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή παραμένει δύσκολη υπόθεση για χιλιάδες νοικοκυριά στην Ελλάδα, με τις απαιτήσεις της εργασίας να συγκρούονται συχνά με την ανάγκη φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων συγγενικών προσώπων. Οι πολλές ώρες στο γραφείο ή στον χώρο εργασίας, τα εξαντλητικά καθήκοντα και η περιορισμένη αξιοποίηση υπηρεσιών φροντίδας συνθέτουν μια καθημερινότητα ιδιαίτερα πιεστική για σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στην ειδική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, σύμφωνα με την οποία περίπου ένας στους τρεις εργαζομένους (33%) αναφέρει ότι οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις δυσκολεύουν την ανταπόκρισή του στις ανάγκες φροντίδας.

Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο στις γυναίκες, με ποσοστό 35,4%, αλλά και στην ηλικιακή ομάδα 35 έως 44 ετών, όπου το ποσοστό φτάνει στο 37,5%.

Βασική αιτία της δυσκολίας αποτελούν οι πολλές ώρες εργασίας, τις οποίες επικαλείται το 34,9% όσων δηλώνουν πρόβλημα συνδυασμού των δύο πλευρών της καθημερινότητας.

Ακολουθεί η απαιτητική ή εξαντλητική φύση της εργασίας, με ποσοστό 27%.

Σημαντικά εμπόδια αποτελούν επίσης τα απρόβλεπτα ή δύσκολα ωράρια, που αναφέρονται από το 13%, και ο χρόνος μετακίνησης προς και από την εργασία, με ποσοστό 12,9%.

Πώς κατανέμεται η φροντίδα παιδιών και εξαρτώμενων ενηλίκων

Η έρευνα εξετάζει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι πολίτες για τη φροντίδα παιδιών ηλικίας έως 15 ετών, ανεξάρτητα από το εάν ζουν στο ίδιο ή σε διαφορετικό νοικοκυριό.

Παράλληλα, καταγράφεται η φροντίδα ατόμων άνω των 15 ετών που αντιμετωπίζουν ασθένεια, αναπηρία ή άλλες καταστάσεις ευαλωτότητας και χρειάζονται υποστήριξη.

Συνολικά, το 29,8% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει κάποια υποχρέωση φροντίδας.

Η μεγάλη πλειονότητα αυτών των υποχρεώσεων αφορά αποκλειστικά παιδιά, με ποσοστό 25,7% επί του συνόλου των συμμετεχόντων.

Ένα επιπλέον 3,2% φροντίζει μόνο εξαρτώμενους ενήλικες, ενώ το 0,9% έχει ταυτόχρονα την ευθύνη φροντίδας τόσο παιδιών όσο και ενηλίκων.

Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα είναι εμφανείς.

Υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει το 31,9% των γυναικών, έναντι 27,6% των ανδρών, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στις σχετικές ευθύνες.

Ακόμη πιο έντονη είναι η συγκέντρωση των υποχρεώσεων στην ηλικιακή ομάδα 35 έως 44 ετών, όπου το ποσοστό φτάνει το 65,7%, υπερδιπλάσιο του γενικού μέσου όρου.

Μεταξύ των απασχολουμένων, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 35,2%.

Πόσα παιδιά έχουν αναθρέψει οι Έλληνες – Οι διαφορές ανά περιοχή

Ένα ακόμη σκέλος της έρευνας αφορά τον αριθμό των παιδιών που έχουν αναθρέψει συνολικά στη ζωή τους τα άτομα ηλικίας 18 έως 54 ετών.

Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι έχουν αναθρέψει σχεδόν ένα παιδί ανά άτομο, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με την περιοχή κατοικίας, την ιθαγένεια, το εκπαιδευτικό επίπεδο και την επαγγελματική κατάσταση.

Στις ημιαστικές περιοχές καταγράφεται ο υψηλότερος μέσος αριθμός, με 1,26 παιδιά ανά άτομο, ενώ στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών ο αντίστοιχος αριθμός περιορίζεται στο 0,81.

Διαφορά εμφανίζεται και μεταξύ των ατόμων ελληνικής και ξένης ιθαγένειας.

Για τους συμμετέχοντες με ελληνική ιθαγένεια, ο μέσος αριθμός διαμορφώνεται στο 1,03, έναντι 1,41 για όσους διαθέτουν ξένη ιθαγένεια.

Ως προς το εκπαιδευτικό επίπεδο, τον μεγαλύτερο αριθμό παιδιών δηλώνουν όσοι έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο.

Ακολουθούν οι πτυχιούχοι πανεπιστημίου, με μέσο όρο 1,01 παιδιά, ενώ ο χαμηλότερος αριθμός καταγράφεται στα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, με 0,93 παιδιά.

Αξιοσημείωτες είναι και οι διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με την απασχόληση.

Οι εργαζόμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, ενώ οι άνεργοι και όσοι βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού καταγράφουν 0,81 παιδιά σε κάθε κατηγορία.

Ακόμη μεγαλύτερη απόσταση παρατηρείται μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,48 παιδιά, έναντι 1,07 για τους απασχολουμένους στον ιδιωτικό τομέα.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία αποτυπώνουν σημαντικές δημογραφικές διαφοροποιήσεις, χωρίς από μόνα τους να αποδεικνύουν ότι η επαγγελματική κατάσταση ή η περιοχή κατοικίας αποτελεί την άμεση αιτία των διαφορών.

Οικογενειακές άδειες: Το 59,9% δεν έχει κάνει χρήση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την αξιοποίηση των οικογενειακών αδειών.

Από τα άτομα που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν, το 59,9% δηλώνει ότι δεν έχει λάβει καμία μορφή οικογενειακής άδειας.

Η χρήση των σχετικών δικαιωμάτων διαφέρει σημαντικά μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Μόλις το 24% των ανδρών έχει λάβει οικογενειακή άδεια, ενώ στις γυναίκες η χρήση είναι σαφώς συχνότερη, καθώς οι περισσότερες έχουν αξιοποιήσει άδεια μητρότητας, γονική άδεια ή και τις δύο.

Η αξιοποίηση οικογενειακής άδειας εμφανίζεται επίσης συχνότερη στους νεότερους εργαζομένους ηλικίας 18 έως 24 ετών, με ποσοστό 57,3%.

Υψηλά ποσοστά καταγράφονται στα άτομα με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%) και σε όσους έχουν πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές (58,7%).

Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαφοροποίηση εντοπίζεται στον τομέα απασχόλησης.

Στους εργαζομένους του Δημοσίου, το ποσοστό όσων έχουν λάβει οικογενειακή άδεια φτάνει το 80,9%.

Αντίθετα, ιδιαίτερα περιορισμένη είναι η αξιοποίηση των συγκεκριμένων αδειών από άτομα ξένης ιθαγένειας, με ποσοστό μόλις 14,3%, καθώς και από όσους έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 9,2%.

Οι διαφορές αυτές αναδεικνύουν ότι η χρήση των οικογενειακών αδειών δεν είναι ομοιόμορφη μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού.

Άνδρες και γυναίκες: Μεγάλες αποκλίσεις στη διάρκεια της άδειας

Εκτός από τη συχνότητα χρήσης, σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στη διάρκεια των οικογενειακών αδειών.

Μεταξύ των ανδρών που έλαβαν σχετική άδεια, το 85,3% απουσίασε από την εργασία για διάστημα έως έξι μηνών.

Μόλις το 5,2% έκανε χρήση άδειας διάρκειας από έξι μήνες έως ένα έτος, ενώ το 2,8% έλαβε άδεια μεγαλύτερη του ενός έτους.

Η εικόνα είναι διαφορετική στις γυναίκες.

Το 27,1% των γυναικών έλαβε οικογενειακή άδεια διάρκειας από έξι μήνες έως ένα έτος, ενώ το 30,5% αξιοποίησε άδεια που ξεπερνούσε τους δώδεκα μήνες.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι γυναίκες όχι μόνο κάνουν συχνότερα χρήση των οικογενειακών αδειών, αλλά παραμένουν και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα εκτός εργασίας λόγω αυτών των υποχρεώσεων.

Η διαφορά αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της κατανομής του χρόνου οικογενειακής φροντίδας μεταξύ των δύο φύλων.

Παιδικοί σταθμοί και υπηρεσίες φροντίδας: Εκτός συστήματος το 67,9%

Σημαντικό μέρος της έρευνας επικεντρώνεται στη χρήση οργανωμένων υπηρεσιών φροντίδας για παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, υπηρεσίες μπέιμπι σίτερ και άλλες αντίστοιχες λύσεις.

Ωστόσο, το 67,9% όσων έχουν υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί τέτοιες υπηρεσίες για κανένα από τα παιδιά του.

Η μεγαλύτερη συχνότητα χρήσης παρατηρείται στα άτομα ηλικίας 35 έως 44 ετών, όπου το ποσοστό διαμορφώνεται στο 36,5%.

Μεταξύ των απασχολουμένων, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας φτάνει το 34,9%.

Αντίθετα, χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στους ανέργους (17%) και στους νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών (14,1%).

Διαφορές προκύπτουν και ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Στα ζευγάρια με παιδιά, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας διαμορφώνεται στο 31,7%, ενώ στους μόνους ενήλικες με παιδιά το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 19,3%.

Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η οργανωμένη παιδική φροντίδα δεν αποτελεί καθολική επιλογή, ακόμη και μεταξύ των νοικοκυριών με ανήλικα παιδιά.

Γιατί οι γονείς δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες παιδικής φροντίδας

Οι συμμετέχοντες που δεν αξιοποιούν οργανωμένες υπηρεσίες για τη φροντίδα των παιδιών τους κλήθηκαν να προσδιορίσουν τον βασικό λόγο αυτής της επιλογής.

Το 47,6% απάντησε ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή μαζί με τον σύντροφό του.

Η συγκεκριμένη απάντηση εμφανίζεται συχνότερα στα άτομα που βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού (68%), καθώς και στην ηλικιακή ομάδα 25 έως 34 ετών (64,1%).

Ένα ακόμη μέρος των νοικοκυριών αναφέρει ότι διαθέτει βοήθεια από συγγενείς ή φίλους, γεγονός που περιορίζει την ανάγκη χρήσης οργανωμένων υπηρεσιών.

Άλλοι συμμετέχοντες δηλώνουν ότι τα παιδιά τους έχουν τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετούνται και να φροντίζουν μόνα τον εαυτό τους.

Πάντως, δεν απουσιάζουν και τα πρακτικά εμπόδια που σχετίζονται με τις διαθέσιμες υπηρεσίες.

Συνολικά, το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας αναφέρει ως κύρια αιτία κάποιο πρόβλημα που αφορά τις ίδιες τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Για το 5,6%, το βασικό εμπόδιο είναι το υψηλό κόστος.

Ένα επιπλέον 3% επικαλείται πρόβλημα διαθεσιμότητας, ενώ το 1% αναφέρει άλλες δυσκολίες που σχετίζονται με τις υπηρεσίες.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η μη χρήση οργανωμένης φροντίδας δεν οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους, καθώς σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι οικογενειακές προτιμήσεις ή η ύπαρξη ανεπίσημων δικτύων υποστήριξης.

Συνολικά, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στην προσπάθεια να συνδυάσουν εργασία, ανατροφή παιδιών και φροντίδα εξαρτώμενων ενηλίκων.

Με έναν στους τρεις εργαζομένους να δηλώνει σύγκρουση επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, τις γυναίκες να αναλαμβάνουν συχνότερα και για μεγαλύτερο διάστημα την οικογενειακή φροντίδα και τη χρήση οργανωμένων υπηρεσιών να παραμένει περιορισμένη, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την απασχόληση, τις επιχειρήσεις και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.

newmoney.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook