ΓΣΕΕ: Η χαμηλή αγοραστική δύναμη μισθών, η έκρηξη της ακρίβειας, οι μισθοί και η ανάγκη μείωση του χρόνου εργασίας

Η αγοραστική δύναμη των μισθών παραμένει σε δυσανάλογα χαμηλά επίπεδα παρά τις όποιες αυξήσεις αμοιβών των τελευταίων ετών. Η πίεση που ασκεί η ακρίβεια στο εισόδημα των εργαζομένων είναι αφόρητη. Ο πραγματικός μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 0,3% την τελευταία πενταετία.
Με δεδομένη αυτή την εικόνα της πραγματικότητας στην αγορά εργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας αποτελεί την μείζονα – αναγκαία – κοινωνική μεταρρύθμιση.
Πρόκειται για τις διαπιστώσεις και τις προκλήσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου που έδωσε η ηγεσία της ΓΣΕΕ και του Ινστιτούτου Εργασίας στη Θεσσαλονίκη, ενόψει της ομιλίας του πρωθυπουργού στα εγκαίνια της 90ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Ινστιτούτου Εργασίας η οικονομική ανάπτυξη δεν αρκεί όταν δεν επιφέρει την πραγματική σύγκλιση στο βιοτικό επίπεδο, όπου τα τελευταία χρόνια μικρή πρόοδος επιτεύχθει.
Παρά τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού και την ενίσχυση της απασχόλησης, το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση. Η άνοδος των τιμών και το υψηλό κόστος διαβίωσης περιορίζουν την πραγματική αξία των μισθών, με αποτέλεσμα οι ονομαστικές αυξήσεις να μην μετατρέπονται απαραίτητα σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο να αυξηθούν οι μισθοί, αλλά να αυξηθεί η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι μισθολογικές αυξήσεις θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και να επεκτείνονται σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, ενώ παράλληλα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η παραγωγικότητα, η κερδοφορία των επιχειρήσεων και οι πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών.
Τι ζητά η ΓΣΕΕ
Μεγάλο ζητούμενο εξακολουθούν να αποτελούν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η πρόσφατη θεσμοθέτηση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας δημιουργεί νέες δυνατότητες για την επανενεργοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό στόχο κάλυψης του 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις.
Η ΓΣΕΕ ζητά, επομένως, μια δεύτερη φάση θεσμικών παρεμβάσεων, η οποία θα ενισχύσει την εφαρμογή των κλαδικών συμβάσεων και θα διευρύνει το περιεχόμενό τους.
Στα αιτήματα της συνδικαλιστικής οργάνωσης συγκαταλέγεται η μείωση του χρόνου εργασίας στις 37,5 ώρες εργασίας χωρίς αντίστοιχη μείωη των αμοιβών.
Η Συνομοσπονδία αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη αλλαγή ως μια ευρύτερη κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Η μετάβαση, πάντως, δεν μπορεί να γίνει με ενιαίο τρόπο για όλους τους κλάδους. Απαιτείται κοινωνικός διάλογος και αξιοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε επαγγελματικού χώρου και οι ανάγκες τόσο των εργαζομένων όσο και των επιχειρήσεων.