
Από τον νόμο Παρασκευόπουλου και τις 18.193 αποφυλακίσεις μέχρι την αυστηροποίηση του Ποινικού Κώδικα – Η φιλοσοφία που άλλαξε και η απορία που δεν απαντήθηκε ποτέ
Αποφυλακίσεις, Ποινικός Κώδικας και η «φιλοσοφία» του 2015-2019: Από τον νόμο Παρασκευόπουλου στις αυστηροποιήσεις – και η απορία που δεν θα απαντηθεί ποτέ.
Ένα βασικό ερώτημα , Γιατί; Ο Σαρτρ υποστηρίζει πως δεν υπάρχει Γιατί, αλλά επειδή… κ έτσι ξεκινούν οι «πονηρές σκέψεις»
Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Τι άλλαξε από τον νόμο Παρασκευόπουλου έως σήμερα – Τα αυστηρότερα όρια για ανθρωποκτονίες, βιασμούς και ληστείες
Ήταν πολλά τα σχόλια στην εκπομπή της παρασκευής που με προβλημάτισαν. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να προσπεράσει το ερώτημα, γιατί πλημμέλημα ο οποιοσδήποτε βιασμός;
Όταν ο Άκης Σκέρτσος θέτει το ερώτημα «Με τους θύτες ή με τα θύματα;», δεν κάνει απλώς πολιτική αντιπαράθεση. Σοκάρει. Διότι θέτει στο τραπέζι μια θεμελιώδη διαφορά φιλοσοφίας για το τι σημαίνει ποινική δικαιοσύνη. Από τον νόμο 4322/2015 (γνωστό ως νόμο Παρασκευόπουλου) μέχρι τις παρεμβάσεις του 2021, του 2024 και του 2026, το πλαίσιο έκτισης ποινών και υφ’ όρον απόλυσης άλλαξε ριζικά. Και μαζί του άλλαξε – ή τουλάχιστον προσπάθησε να αλλάξει – και η αντίληψη για το βάρος ορισμένων από τα πιο σοβαρά εγκλήματα.
Με τον νόμο Παρασκευόπουλου, για ποινές φυλάκισης έως τρία έτη το όριο πραγματικής έκτισης έπεσε από τα 2/5 στο 1/10. Για πρόσκαιρη κάθειρξη άνω των δέκα ετών προβλεπόταν δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης μετά από πραγματική έκτιση μόλις του 1/3 της ποινής. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι ένας καταδικασμένος σε 15 χρόνια κάθειρξης μπορούσε να αιτηθεί αποφυλάκιση έχοντας εκτίσει μόλις πέντε χρόνια. Από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019 καταγράφηκαν περίπου 18.193 αποφυλακίσεις – κατά μέσο όρο πάνω από 340 τον μήνα. Μόνο το 2017 αποφυλακίστηκαν εκατοντάδες καταδικασμένοι για ληστείες, κλοπές και αδικήματα ναρκωτικών.
Η αντίστροφη πορεία ξεκίνησε το 2021, επί Κώστα Τσιάρα. Για συγκεκριμένα σοβαρά εγκλήματα – ανθρωποκτονία από πρόθεση, βιασμό, ληστεία – θεσπίστηκε υποχρεωτική πραγματική παραμονή στη φυλακή τουλάχιστον για τα 3/5 της ποινής (με συνυπολογισμό και του ευεργετικού υπολογι endια την ίδια ποινή των 15 ετών, ο καταδικασμένος έπρεπε πλέον να παραμείνει τουλάχιστον εννέα χρόνια πραγματικά έγκλειστος πριν εξεταστεί η υφ’ όρον απόλυσή του. Το 2024, επί Γιώργου Φλωρίδη, αυξήθηκε το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης από 15 σε 20 έτη και της συνολικής κάθειρξης για περισσότερα εγκλήματα από 20 σε 25. Το 2026 το ειδικό όριο πραγματικής κράτησης για πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις ανέβηκε από τα 25 στα 30 χρόνια.
Παράλληλα, ο νέος Ποινικός Κώδικας του 2019 (Ν. 4619/2019) που ψηφίστηκε λίγο πριν τις εκλογές έφερε μειώσεις ανώτατων ορίων σε σειρά κακουργημάτων και άλλες παρεμβάσεις που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως χαλάρωση. Στο θέμα του βιασμού, η αρχική πρόταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις: υπήρχε διάταξη που φαινόταν να αντιμετωπίζει ορισμένες μορφές μη συναινετικής γενετήσιας πράξης με ποινή φυλάκισης 3-5 ετών, δηλαδή ως πλημμέλημα. Μετά τον σάλο, η κυβέρνηση έκανε πίσω με νομοτεχνική βελτίωση και η πράξη χωρίς συναίνεση παρέμεινε κακούργημα (κάθειρξη έως 10 έτη), ενώ ο βιασμός με βία ή απειλή διατήρησε τον χαρακτήρα του σοβαρού κακουργήματος. Το επεισόδιο, ωστόσο, έμεινε στη συλλογική μνήμη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας λογικής που έμοιαζε να υποτιμά τη βαρύτητα της πράξης.
Εδώ ακριβώς γεννιέται η απορία που, ειρωνικά, δύσκολα θα απαντηθεί ποτέ με καθαρότητα: γιατί, έστω και προσωρινά, να συζητηθεί η υποβάθμιση του βιασμού – ή οποιασδήποτε μορφής σεξουαλικής βίας χωρίς συναίνεση – σε πλημμέλημα; Γιατί να μειωθεί δραστικά ο πραγματικός χρόνος έκτισης ποινών για ανθρωποκτονίες, βιασμούς και ληστείες; Η απάντηση που δόθηκε τότε επικεντρωνόταν στον υπερπληθυσμό των φυλακών, στην ανάγκη «αποσυμφόρησης» και σε μια γενικότερη φιλοσοφία αποφυγής «υπερβολικής» τιμωρίας. Στην πράξη, όμως, το μήνυμα που έφτανε στα θύματα και στην κοινωνία ήταν διαφορετικό: ότι η προστασία των θυμάτων και η αποτροπή περνούσαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά σε άλλες προτεραιότητες.
Η ποινική δικαιοσύνη έχει τρεις βασικούς στόχους: να τιμωρεί το έγκλημα και να αποδίδει δικαιοσύνη, να προστατεύει τα θύματα και να συμβάλλει στην αποκατάστασή τους, και να επιχειρεί τον σωφρονισμό του δράστη ώστε να μην δημιουργήσει νέα θύματα. Όταν οι προϋποθέσεις αποφυλάκισης γίνονται τόσο χαλαρές ώστε σε σοβαρά κακουργήματα να αρκούν λίγα χρόνια πραγματικής έκτισης, και όταν ακόμη και για τον βιασμό συζητείται (έστω προσωρινά) η υποβάθμιση σε πλημμέλημα, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές. Η μεταγενέστερη αυστηροποίηση των ορίων δεν αποτελεί απλώς «σκληρότερη» πολιτική. Αποτελεί αναγνώριση ότι η προηγούμενη ισορροπία είχε κλίνει υπερβολικά προς την πλευρά του θύτη.
Το σωφρονιστικό σύστημα, βέβαια, δεν εξαντλείται στις ποινές. Χρειάζονται καλύτερες υποδομές, αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης, ουσιαστικά προγράμματα εκπαίδευσης, εργασίας και επανένταξης, καθώς και εναλλακτικές μορφές έκτισης όπου η βαρύτητα της πράξης το επιτρέπει. Αν ένας άνθρωπος βγαίνει από τη φυλακή πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι μπήκε, το σύστημα έχει αποτύχει. Όμως η αποτυχία αυτή δεν διορθώνεται με πρόωρες αποφυλακίσεις και με διατάξεις που υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Διορθώνεται με σαφή μηνύματα ότι ορισμένες πράξεις έχουν συνέπειες ανάλογες της βλάβης που προκαλούν – και ότι τα θύματα δεν είναι δευτερεύοντες παράγοντες στην εξίσωση της δικαιοσύνης.
Η απορία παραμένει: γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο σημείο να συζητάμε αν ο βιασμός μπορεί να είναι πλημμέλημα; Και γιατί χιλιάδες αποφυλακίσεις σε λίγα χρόνια για σοβαρά αδικήματα θεωρήθηκαν τότε «πρόοδος»; Η απάντηση, όσο κι αν την αναζητούμε, μοιάζει να βρίσκεται λιγότερο στο νομικό κείμενο και περισσότερο στην πολιτική και ιδεολογική επιλογή της εποχής.
Σκέρτσος: «Με τους θύτες ή με τα θύματα;» – Πώς άλλαξαν οι προϋποθέσεις αποφυλάκισης από το 2015 έως το 2026 και πόσα χρόνια πρέπει να παραμείνει στη φυλακή ένας καταδικασμένος για σοβαρά εγκλήματα
Τις αλλαγές στη νομοθεσία για τις αποφυλακίσεις και την έκτιση των ποινών από το 2015 μέχρι σήμερα παρουσιάζει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, θέτοντας στο επίκεντρο τη σύγκριση ανάμεσα στον νόμο Παρασκευόπουλου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τις παρεμβάσεις που ακολούθησαν από το 2019 και μετά.
Με το ερώτημα «Με τους θύτες ή με τα θύματα;», ο υπουργός επιχειρεί να αναδείξει τις διαφορές στο θεσμικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια αυστηροποίησαν τις προϋποθέσεις αποφυλάκισης για συγκεκριμένες κατηγορίες σοβαρών εγκλημάτων, όπως η ανθρωποκτονία από πρόθεση, ο βιασμός και η ληστεία.
Τι προέβλεπε ο νόμος Παρασκευόπουλου
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Άκης Σκέρτσος, με τον νόμο 4322/2015, γνωστό ως νόμο Παρασκευόπουλου, μειώθηκαν σημαντικά τα όρια πραγματικής έκτισης ποινών για συγκεκριμένες κατηγορίες κρατουμένων.
Ειδικότερα, για ποινές φυλάκισης έως τρία έτη, το απαιτούμενο όριο πραγματικής έκτισης μειώθηκε από τα 2/5 στο 1/10 της ποινής. Παράλληλα, για καταδικασμένους σε πρόσκαιρη κάθειρξη άνω των δέκα ετών, προβλεπόταν δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους με πραγματική έκτιση του 1/3 της ποινής.
Αυτό σήμαινε ότι ένας καταδικασμένος σε κάθειρξη 15 ετών μπορούσε, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να αιτηθεί την αποφυλάκισή του έχοντας εκτίσει πραγματικά πέντε χρόνια στη φυλακή.
Ο υπουργός επικαλείται επίσης τα δημοσιευμένα ετήσια στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019 καταγράφηκαν συνολικά 18.193 αποφυλακίσεις, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 343 τον μήνα.
Ενδεικτικά, μόνο το 2017 αποφυλακίστηκαν 320 καταδικασμένοι για ληστείες, 1.137 για κλοπές και περίπου 700 για αδικήματα που σχετίζονταν με ναρκωτικά.

Οι αλλαγές του 2021 επί Κώστα Τσιάρα
Σημαντική μεταβολή στο καθεστώς έκτισης των ποινών ήρθε το 2021, επί υπουργίας Κώστα Τσιάρα στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Όπως επισημαίνει ο Άκης Σκέρτσος, αυστηροποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυση καταδικασμένων για συγκεκριμένα σοβαρά εγκλήματα, μεταξύ των οποίων η ανθρωποκτονία από πρόθεση, ο βιασμός και η ληστεία.
Για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προβλέφθηκε αυξημένο όριο έκτισης, με συνυπολογισμό του ευεργετικού υπολογισμού ημερών κράτησης, αλλά και υποχρέωση πραγματικής παραμονής στη φυλακή τουλάχιστον για τα 3/5 της ποινής.
Στην πράξη, για μία ποινή κάθειρξης 15 ετών, αυτό σημαίνει ότι ο καταδικασμένος πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον εννέα χρόνια πραγματικά στη φυλακή, προκειμένου να μπορεί να εξεταστεί η δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσής του.
Η αυστηροποίηση του Ποινικού Κώδικα το 2024 και το 2026
Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν το 2024, επί υπουργίας Γιώργου Φλωρίδη στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρει ο υπουργός Επικρατείας, αυξήθηκε το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης από τα 15 στα 20 έτη, ενώ το ανώτατο όριο συνολικής κάθειρξης για περισσότερα εγκλήματα αυξήθηκε από τα 20 στα 25 έτη.
Νεότερη παρέμβαση πραγματοποιήθηκε το 2026, με την αύξηση από τα 25 στα 30 χρόνια του ειδικού ορίου πραγματικής κράτησης για τη δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης σε περιπτώσεις πολλαπλών ισόβιων καθείρξεων.
«Τρεις είναι οι στόχοι της ποινικής δικαιοσύνης»
Στην παρέμβασή του, ο Άκης Σκέρτσος υπογραμμίζει ότι η καταδικαστική απόφαση για ένα σοβαρό έγκλημα και ο τρόπος εκτέλεσής της πρέπει να υπηρετούν τρεις βασικούς στόχους:
Να τιμωρείται το έγκλημα και να αποδίδεται δικαιοσύνη.
Να προστατεύονται τα θύματα και να υποστηρίζονται στην αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν.
Να επιτυγχάνεται ο σωφρονισμός του καταδικασμένου, ώστε να μπορεί να επιστρέψει στην κοινωνία χωρίς να διαπράξει νέα εγκλήματα.
Ο υπουργός ασκεί παράλληλα έντονη κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι απέτυχε και στους τρεις αυτούς στόχους. Μάλιστα, σημειώνει ότι, επτά χρόνια μετά, δεν έχει υπάρξει, κατά την άποψή του, καμία ουσιαστική μεταμέλεια για τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πολιτικής.
«Υπάρχει ακόμη δουλειά να γίνει»
Παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις και την αυστηροποίηση του πλαισίου, ο Άκης Σκέρτσος αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στο σωφρονιστικό σύστημα.
Ειδικότερα, επισημαίνει την ανάγκη δημιουργίας περισσότερων και καλύτερων σωφρονιστικών υποδομών, τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών κράτησης και την ουσιαστική προετοιμασία των κρατουμένων για την επανένταξή τους στην κοινωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, δίνει έμφαση στην εκπαίδευση, την εργασία και την υποστήριξη μετά την αποφυλάκιση, ενώ αναφέρεται και στην αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών έκτισης ποινών, όπου το επιτρέπει η βαρύτητα της πράξης, όπως η κοινωφελής εργασία και η κατ’ οίκον κράτηση με ηλεκτρονική επιτήρηση («βραχιολάκι»).
Κλείνοντας, ο υπουργός Επικρατείας θέτει ως βασικό ζητούμενο την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού συστήματος, επισημαίνοντας ότι η προστασία της κοινωνίας δεν εξαντλείται στην επιβολή αυστηρών ποινών.
«Αν ένας άνθρωπος βγαίνει από τη φυλακή πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι μπήκε, το σωφρονιστικό σύστημα έχει αποτύχει», σημειώνει χαρακτηριστικά, καταλήγοντας ότι ο ουσιαστικός σωφρονισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προστασίας των θυμάτων, καθώς από αυτόν εξαρτάται και το αν θα υπάρξουν νέα θύματα στο μέλλον.