Το «Ελληνικό FBI» ξήλωσε διεθνές κύκλωμα λαθραίων τσιγάρων με κέρδη εκατομμυρίων – Δείτε βίντεο και φωτογραφίες από την παρουσίαση της υπόθεσης

Δημοσιεύτηκε στις 09/02/2026 11:11

Το «Ελληνικό FBI»  ξήλωσε διεθνές κύκλωμα λαθραίων τσιγάρων με κέρδη εκατομμυρίων – Δείτε βίντεο και φωτογραφίες από την παρουσίαση της υπόθεσης

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη 

Πολυετής έρευνα αποκάλυψε τη διεθνική εγκληματική οργάνωση λαθρεμπορίας καπνικών και σήμερα στην Αίθουσα Παύλος Μπακογιάννης του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ο Διευθυντής της ΔΑΟΕ Υποστράτηγος Φώτης Ντουίτσης και η εκπρόσωπος της Ελληνικής Αστυνομίας Αστυνόμος Β’ Κωνσταντία Δημογλίδου παρουσίασαν όλη τη δράση μια διεθνούς εγκληματικής Οργάνωσης.

Ως μία από τις πλέον σύνθετες και οργανωμένες υποθέσεις λαθρεμπορίου καπνικών των τελευταίων ετών περιγράφεται η εξάρθρωση διεθνικής εγκληματικής οργάνωσης από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), έπειτα από πολύμηνη και συστηματική έρευνα.  Η Βιομηχανική παραγωγή λαθραίων τσιγάρων με διεθνείς διασυνδέσεις επέφερε ζημία άνω των 7 εκατ. ευρώ για το Δημόσιο

Η οργάνωση, η δράση της οποίας τοποθετείται τουλάχιστον από το 2018, είχε αναπτύξει ένα πλήρως δομημένο παράνομο «βιομηχανικό» σύστημα επεξεργασίας καπνού, παραγωγής και διακίνησης λαθραίων καπνικών προϊόντων, με δραστηριότητα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, επρόκειτο για εγκληματικό μηχανισμό με σαφή ιεραρχία, διακριτούς ρόλους, αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες και διεθνείς διασυνδέσεις, ο οποίος λειτουργούσε με χαρακτηριστικά οργανωμένης επιχείρησης, επιδιώκοντας συστηματικά την αποφυγή του εντοπισμού από τις διωκτικές Αρχές.

Η οργάνωση διέθετε τρεις πλήρως εξοπλισμένες παράνομες μονάδες παραγωγής και έξι αποθήκες σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια, ενώ προχωρούσε σε συνεχή μετακίνηση εξοπλισμού και εγκαταστάσεων, ώστε να δυσχεραίνει την παρακολούθηση της δράσης της. Ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν βιομηχανικού τύπου, ικανός να επεξεργάζεται μεγάλες ποσότητες καπνού και να παράγει εκατομμύρια τεμάχια τσιγάρων, τα οποία τυποποιούνταν σε πλαστά πακέτα γνωστών εμπορικών σημάτων.

Παράλληλα, είχε αναπτύξει εκτεταμένο δίκτυο μεταφορών με φορτηγά, ρυμουλκά και επιβατικά οχήματα, χρησιμοποιώντας πλαστές πινακίδες, εικονικά παραστατικά και αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας, ενώ μέρος της παραγωγής διοχετευόταν στην εγχώρια αγορά και το μεγαλύτερο σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κομβικό ρόλο στην απόκρυψη της εγκληματικής δραστηριότητας διαδραμάτιζε η συστηματική χρήση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, εικονικών εταιρειών, ανύπαρκτων φορολογικών οντοτήτων, «αχυρανθρώπων», καθώς και τηλεφωνικών συνδέσεων σε στοιχεία τρίτων, με συνεχή αντικατάσταση συσκευών και καρτών SIM. Η οικονομική λειτουργία της οργάνωσης βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη χρήση μετρητών, χωρίς τραπεζικό αποτύπωμα.

Η συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή και το Σάββατο, 6 και 7 Φεβρουαρίου 2026, σε περιοχές της Αττικής, της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας και της Μαγνησίας, με τη συνδρομή της Ε.Κ.Α.Μ., εξειδικευμένων υπηρεσιών της ΔΑΟΕ, της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας, της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων.

Ιδιαίτερης σημασίας θεωρείται και η διεθνής συνεργασία με την EUROPOL, τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και τις διωκτικές Αρχές Πολωνίας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας, που επέτρεψε την ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.

Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν 26 άτομα, μεταξύ των οποίων τα δύο αρχηγικά μέλη, ενώ κατηγορούνται επιπλέον 13 άτομα – ανάμεσά τους και ένας αστυνομικός – και ερευνάται η εμπλοκή ακόμη 9 προσώπων. Η δικογραφία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης, λαθρεμπορίας, πλαστογραφίας, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και παραβάσεων της νομοθεσίας περί όπλων.

Από τις κατασχέσεις προκύπτει το εύρος της δράσης, καθώς βρέθηκαν πάνω από 14,4 εκατομμύρια τσιγάρα, περισσότεροι από 20 τόνοι καπνού, μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά και ξένο νόμισμα, χρυσές λίρες, οπλισμός, οχήματα, εξοπλισμός υψηλής τεχνολογίας, καθώς και πλήρης γραμμή παραγωγής και συσκευασίας τσιγάρων. Οι διαφυγόντες φόροι και δασμοί εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 7 εκατομμύρια ευρώ.

 

Η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα ακόμη κύκλωμα λαθρεμπορίας, αλλά την αποκάλυψη ενός πλήρως οργανωμένου παράνομου οικονομικού μηχανισμού που λειτούργησε για χρόνια με όρους βιομηχανίας. Μια εγκληματική οργάνωση με δομή, ιεραρχία, διεθνείς διασυνδέσεις και τεχνογνωσία, η οποία παρήγαγε και διακινούσε μαζικά λαθραία καπνικά προϊόντα, αποφεύγοντας φόρους και δασμούς, ζημιώνοντας το Δημόσιο με εκατομμύρια ευρώ και θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι το οργανωμένο έγκλημα δεν δρα πλέον αποσπασματικά, αλλά εξελίσσεται σε πολυεπίπεδα δίκτυα με επιχειρηματική λογική, αξιοποιώντας εικονικές εταιρείες, διεθνείς μεταφορές, τεχνολογία και διασυνοριακή συνεργασία. Η εξάρθρωση της οργάνωσης αποτελεί ισχυρό πλήγμα στο λαθρεμπόριο καπνικών, αλλά και σαφές μήνυμα ότι τέτοιου τύπου εγκληματικές «βιομηχανίες» μπορούν και θα αποδομούνται.

Διοικητής Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος- Υποστράτηγος Φώτιος Ντουίτσης

«Η υπόθεση που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται το οργανωμένο έγκλημα στη σύγχρονη εποχή. Δεν πρόκειται για αποσπασματική ή ευκαιριακή παραβατικότητα, αλλά για εγκληματικές δομές με διάρκεια στον χρόνο, σαφή ιεραρχία, διεθνείς διασυνδέσεις και ξεκάθαρα επιχειρηματικά χαρακτηριστικά», υπογράμμισε ο Διοικητής της ΔΑΟΕ.

Όπως ανέφερε, έπειτα από πολύμηνη και συστηματική έρευνα, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος κατάφερε να εξαρθρώσει μία εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2018, τόσο εντός της χώρας όσο και στο εξωτερικό, στην παράνομη επεξεργασία καπνού και στην παραγωγή και διακίνηση λαθραίων καπνικών προϊόντων.

«Μιλάμε για έναν μηχανισμό με πλήρη βιομηχανική υποδομή: παράνομα εργοστάσια, αποθήκες, δίκτυα μεταφοράς, ανθρώπινο δυναμικό με διακριτούς ρόλους και αυστηρή εσωτερική πειθαρχία. Ένα πολυσύνθετο παράνομο οικονομικό σύστημα, το οποίο λειτουργούσε με συνωμοτικούς κανόνες και υψηλό επίπεδο οργάνωσης», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Υποστράτηγος Ντουίτσης στάθηκε ιδιαίτερα στον όγκο της παράνομης παραγωγής, επισημαίνοντας ότι η οργάνωση είχε τη δυνατότητα να παράγει και να διακινεί εκατομμύρια λαθραία τσιγάρα ανά αποστολή, με δεκάδες αποδεδειγμένες παραδόσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. «Μόνο από τις ποσότητες που κατασχέθηκαν, οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι υπερβαίνουν τα 7 εκατομμύρια ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη σοβαρή ζημία για το Δημόσιο και την εθνική οικονομία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν στην παιδεία, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διάσταση της δημόσιας υγείας: «Τα παράνομα καπνικά προϊόντα παράγονται χωρίς κανέναν ποιοτικό ή υγειονομικό έλεγχο. Οι συνθήκες που διαπιστώθηκαν στους χώρους παραγωγής συνιστούν πραγματική υγειονομική βόμβα για τον καταναλωτή – ένα γεγονός που δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε».

Κλείνοντας, έστειλε σαφές μήνυμα προς τα εγκληματικά δίκτυα: «Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει τη γνώση, τα σύγχρονα εργαλεία και τις διεθνείς συνεργασίες για να αντιμετωπίζει ακόμη και τις πιο σύνθετες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, ακόμη κι όταν αυτές επιχειρούν να καλυφθούν πίσω από εταιρικά σχήματα και επίπλαστες νομιμοφάνειες», ενώ συνεχάρη όλα τα στελέχη που συμμετείχαν στην επιχείρηση.

Τι ανέφερε η Εκπρόσωπος Τύπου Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνόμος Β’ Κωνσταντία Δημογλίδου

Από την πλευρά της, η Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας παρουσίασε αναλυτικά τη δομή και τον τρόπο δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, επισημαίνοντας ότι «τα δύο αρχηγικά μέλη λειτουργούσαν ως αφανείς κεντρικοί καθοδηγητές, λαμβάνοντας αυξημένα μέτρα ασφαλείας και αποφεύγοντας κάθε άμεση επιχειρησιακή έκθεση».

Όπως ανέφερε, κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της οργάνωσης είχε συγκεκριμένο σημείο συντονισμού – γραφείο, από το οποίο γινόταν ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, η διαχείριση των μελών, η οικονομική εποπτεία, αλλά και η επιτήρηση των παράνομων εγκαταστάσεων μέσω συστημάτων βιντεοπαρακολούθησης. «Από το ίδιο σημείο οργανωνόταν και η επικοινωνία, με τηλεφωνικές συνδέσεις σε στοιχεία τρίτων, καθώς και η κάλυψη των λειτουργικών εξόδων», τόνισε.

Η κ. Δημογλίδου υπογράμμισε ότι η οργάνωση είχε αναπτύξει πλήρη επιχειρησιακή δομή, με παράνομες εγκαταστάσεις παραγωγής, αποθήκευσης και παλετοποίησης, καθώς και οργανωμένο δίκτυο μεταφοράς, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό. «Τα τσιγάρα τυποποιούνταν σε πλαστά πακέτα γνωστών εμπορικών σημάτων και μεταφέρονταν κυρίως σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοδευόμενα από εικονικά παραστατικά και, σε αρκετές περιπτώσεις, με οχήματα που έφεραν πλαστές πινακίδες», σημείωσε.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη χρήση κωδικοποιημένης επικοινωνίας, με λέξεις και εκφράσεις που παρέπεμπαν σε οχήματα, αστυνομικές δυνάμεις, «αχυρανθρώπους» και εμπορικές μάρκες, καθώς και στην εκτεταμένη χρήση μετρητών. «Η επιλογή αυτή είχε ως στόχο την αποφυγή τραπεζικού ίχνους και τη δυσχέρανση του οικονομικού ελέγχου», εξήγησε.

Αναφερόμενη στο οικονομικό σκέλος, επισήμανε ότι τα έσοδα διοχετεύονταν κυρίως στα αρχηγικά μέλη, γεγονός που αποτυπώθηκε στην αυξημένη οικονομική τους επιφάνεια, στην απόκτηση ακινήτων και στην κατοχή αντικειμένων υψηλής αξίας. «Τα ευρήματα στις οικίες τους, τα μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά και η χρήση τραπεζικών μέσων του εξωτερικού τεκμηριώνουν τον ηγετικό τους ρόλο και τον οργανωμένο μηχανισμό νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα», ανέφερε.

Τέλος, η κ. Δημογλίδου παρουσίασε τα αποτελέσματα της αστυνομικής επιχείρησης, σημειώνοντας ότι οι συλλήψεις, οι κατασχέσεις και το πλήγμα που επήλθε στη δομή της οργάνωσης αποτυπώνουν τη σοβαρότητα και το εύρος της υπόθεσης, καθώς και τη σημασία της διακρατικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook