Χρέη σε ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ: Οι 3 επιλογές για τους οφειλέτες – Παραγραφή, 72 δόσεις και εξωδικαστικός

Τρεις βασικές επιλογές έχουν στη διάθεσή τους οι οφειλέτες του e-ΕΦΚΑ και του ΚΕΑΟ προκειμένου να αντιμετωπίσουν παλαιές και νέες ασφαλιστικές οφειλές: τον έλεγχο για πιθανή παραγραφή, την ένταξη στη ρύθμιση των έως 72 δόσεων και, για όσους έχουν χρέη και προς άλλους πιστωτές, τον εξωδικαστικό μηχανισμό.
Η επιλογή της κατάλληλης λύσης, ωστόσο, απαιτεί προσοχή, καθώς δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της μηνιαίας δόσης. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η ηλικία των οφειλών, οι ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί από το ΚΕΑΟ, η ύπαρξη χρεών προς την Εφορία, τράπεζες ή servicers, αλλά και η πραγματική δυνατότητα του οφειλέτη να παραμείνει συνεπής στη ρύθμιση.
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στα τελευταία στοιχεία, καθώς το ασφαλιστικό χρέος έχει φθάσει πλέον στα 52,42 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 639,1 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Από την αύξηση αυτή, τα 237,4 εκατ. ευρώ αφορούν νέες οφειλές, γεγονός που δείχνει ότι, εκτός από το μεγάλο απόθεμα παλαιών χρεών, εξακολουθούν να δημιουργούνται και νέες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.
Πρώτη επιλογή: Έλεγχος για παραγραφή
Για όσους έχουν παλαιές οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ, το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν τίθεται θέμα παραγραφής. Για παλαιότερες απαιτήσεις ισχύει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δεκαετής χρόνος παραγραφής, ενώ για ασφαλιστικές εισφορές που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2026 εφαρμόζεται πενταετής χρόνος παραγραφής.
Η συμπλήρωση της δεκαετίας, ωστόσο, δεν οδηγεί αυτομάτως σε παραγραφή της οφειλής. Πρέπει να ελεγχθεί εάν στο μεσοδιάστημα έχει υπάρξει πράξη που διέκοψε την παραγραφή, όπως κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης, προηγούμενη ρύθμιση ή άλλη προβλεπόμενη ενέργεια για την είσπραξη του χρέους.
Για τον λόγο αυτό, ειδικά στην περίπτωση οφειλών πολλών ετών, χρειάζεται να εξετάζεται το ιστορικό τους πριν από την ένταξη σε οποιαδήποτε ρύθμιση.
Δεύτερη επιλογή: Οι 72 δόσεις
Η δεύτερη δυνατότητα είναι η ρύθμιση των οφειλών σε έως 72 μηνιαίες δόσεις, η οποία μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη μηνιαία επιβάρυνση για επαγγελματίες και επιχειρήσεις.
Η δυνατότητα περισσότερων δόσεων διευκολύνει όσους δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε υψηλότερη μηνιαία καταβολή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η ρύθμιση είναι εύκολη στη διατήρησή της.Ο οφειλέτης πρέπει να συνυπολογίσει τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, τις φορολογικές υποχρεώσεις και τις υπόλοιπες οικονομικές υποχρεώσεις του.
Επομένως, το κρίσιμο δεν είναι μόνο σε πόσες δόσεις θα «σπάσει» το χρέος, αλλά ποιο θα είναι το συνολικό ποσό που θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε μήνα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στις νεότερες οφειλές, καθώς η δημιουργία νέων χρεών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη διατήρηση της ρύθμισης.
Τρίτη επιλογή: Ο εξωδικαστικός μηχανισμός
Για τους οφειλέτες που έχουν συσσωρεύσει χρέη όχι μόνο προς τον ΕΦΚΑ αλλά και προς άλλους πιστωτές, η τρίτη επιλογή είναι ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών. Η συγκεκριμένη διαδικασία έχει διαφορετική λογική, καθώς επιτρέπει τη συνολική αντιμετώπιση των χρεών προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και servicers.
Ανάλογα με την περίπτωση και τις προϋποθέσεις που πληρούνται, η ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό δόσεων, καθώς και αναδιάρθρωση της συνολικής οφειλής.
Η συγκεκριμένη επιλογή έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για επαγγελματίες και επιχειρήσεις που βρίσκονται αντιμέτωποι με διαφορετικές οφειλές και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε διαφορετικά να εξυπηρετούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία ρυθμίσεις.
Και σε αυτή την περίπτωση, πάντως, το βασικό κριτήριο είναι η δυνατότητα του οφειλέτη να ανταποκρίνεται στη νέα δόση σε βάθος χρόνου.
«Καμπανάκι» από τις 840.428 χαμένες ρυθμίσεις
Το πόσο σημαντική είναι η βιωσιμότητα μιας ρύθμισης φαίνεται από τα στοιχεία του ΚΕΑΟ. Από τις 1.531.814 ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά, οι 840.428 έχουν χαθεί, ποσοστό που προσεγγίζει το 55%. Οι χαμένες ρυθμίσεις αντιστοιχούν σε οφειλές περίπου 24,4 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν λύνεται αποκλειστικά με την αύξηση του αριθμού των δόσεων. Η μηνιαία καταβολή πρέπει να είναι συμβατή με τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του επαγγελματία ή της επιχείρησης, ιδιαίτερα όταν παράλληλα πρέπει να εξυπηρετούνται οι τρέχουσες εισφορές.