Στα όριά του το δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε στις 25/01/2026 16:00

Στα όριά του το δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων στην Κρήτη

Το δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων εδώ και καιρό βρίσκεται στα όριά του στο νησί. Μετά και την παραίτηση της μοναδικής παιδοψυχιάτρου στο Ρέθυμνο τον περασμένο Αύγουστο η οποία εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Δυτική Κρήτη, έχει πλέον απομείνει ένας μοναδικός παιδοψυχίατρος στο ΠΑΓΝΗ για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των παιδιών και των εφήβων του νησιού, από τα πιο ήπια περιστατικά μέχρι τις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι διανύουμε πια μια εποχή όπου η κοινωνία εμφανίζεται πιο ενημερωμένη και ευαισθητοποιημένη για τις συναισθηματικές δυσκολίες των παιδιών όπως η κατάθλιψη αλλά και άλλες αναπτυξιακές δυσκολίες όπως η ΔΕΠΥ ή ο αυτισμός – όπου απαιτείται η αξιολόγηση ενός παιδοψυχιάτρου για την τελική γνωμάτευση – οι ανάγκες και τα αιτήματα για εξέταση με αυτή την έννοια σημειώνουν αύξηση οπότε οι δημόσιες δομές της Κρήτης έρχονται αντιμέτωπες με περισσότερο φόρτο που δεν μπορούν πια να αντέξουν. Παράλληλα, οι αναμονές για εξέταση λόγω της εξαιρετικά υποστελεχωμένης παιδοψυχιατρικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ είναι αρκετά μεγάλες, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς, που φυσικά έχουν κατά κάποιο τρόπο τη δυνατότητα, να στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η δραματική υποστελέχωση της δημόσιας κλινικής απειλεί ευθέως το έργο που έχει να επιτελέσει το προσωπικό της.

Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Γιώργος Γεροστέργιος, παιδοψυχίατρος στο ΠΑΓΝΗ και μοναδικός σε όλη την Κρήτη στον δημόσιο τομέα, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η κλινική του ΠΑΓΝΗ ως η μόνη εναπομείνασα δημόσια κλινική που διαχειρίζεται αιτήματα για εξέταση από όλη την Κρήτη είναι υπό πίεση. Χαρακτηριστικά περιγράφει: «Τα αιτήματα ψυχικής υγείας αυξάνονται. Ο μέσος γονιός είναι πιο ευαισθητοποιημένος, τα παιδιά και οι έφηβοι γνωρίζουν ότι υπάρχει αυτή η οδός για την υποστήριξή τους, τα σχολεία είναι πολύ πιο ευαισθητοποιημένα, άρα παραπέμπουν πολύ συχνότερα. Επομένως σίγουρα οι παραπομπές και η εργασία των δομών ψυχικής υγείας είναι αυξημένη. Ωστόσο, δεν μπορώ και να τη διεκτραγωδήσω την εικόνα. Δεν θα έλεγα ότι έχουμε μια μεγάλη επιδείνωση των περιστατικών ψυχικής υγείας σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και δεν έχω την αίσθηση ότι έχουμε θεαματική αύξηση τέτοιων περιστατικών. Το σύστημα όμως θα έλεγα ότι λειτουργεί εδώ και αρκετό καιρό στα όριά του. Υπάρχουν υποσχέσεις ότι θα ενισχυθεί το δημόσιο σύστημα υγείας και περιμένουμε αυτό να γίνει πράξη», αναφέρει ο κ. Γεροστέργιος και συμπληρώνει ότι οι δυσκολίες που θα βρει ένας γονιός εφόσον απευθυνθεί στο δημόσιο αυτή τη στιγμή είναι οι εξής: «Ως προς τα αιτήματα προς το δημόσιο σύστημα υγείας λόγω έλλειψης παιδοψυχιάτρων σίγουρα δεν καλύπτονται οι ανάγκες και όσοι έχουν ανάγκη θα στραφούν αναγκαστικά προς τον ιδιωτικό τομέα γιατί οι χρόνοι αναμονής είναι μεγάλοι. Με στροφή στον ιδιωτικό τομέα δηλαδή εξυπηρετούνται ή υποεξυπηρετούνται και μένουν ακάλυπτες κάποιες ανάγκες», επισημαίνει.

Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνει και από την πλευρά της η Ελένη Ψαθάκη ψυχολόγος στο ΚΕΔΑΣΥ (Κέντρο Διεπιστημονικής Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης) Ρεθύμνου. Όπως τονίζει πλέον δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό στον δημόσιο τομέα όχι απλά για να αξιολογήσει ένα περιστατικό αλλά και για να παρακολουθήσει με συστηματικότητα και σε βάθος χρόνου εκείνα που χρειάζονται αυτή τη μακροχρόνια φροντίδα. «Τα βασικά εμπόδια για κάποιον που θα ζητήσει σήμερα βοήθεια στην Κρήτη είναι η έλλειψη δημόσιας δωρεάν υγείας, περίθαλψης και φροντίδας. Δηλαδή στο Ρέθυμνο έχουμε το Κέντρο Κοινότητας Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων το οποίο είναι τώρα πλέον δίχως παιδοψυχίατρο. Οπότε κα εμείς στο ΚΕΔΑΣΥ όταν απευθύνονται γονείς – στο ΚΕΔΑΣΥ γίνεται κάποια δουλειά, υπάρχει μικρή αναμονή, υπάρχει δυνατότητα υποστήριξης αλλά φυσικά βραχυπρόθεσμη και όχι μακροχρόνια – αναγκαστικά παραπέμπουμε στο δημόσιο που είναι μόνο στο Ηράκλειο σε όλη την Κρήτη το οποίο έχει τεράστια αναμονή. Από τη μία βέβαια βοηθιέται λίγο παραπάνω το σύστημα επειδή υπάρχουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί σε πάρα πολλά σχολεία και Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας, οπότε οι γονείς σιγά σιγά μαθαίνουν και απευθύνονται σε αυτούς αλλά λείπει ο παιδοψυχίατρος. Παράλληλα, εξαιτίας της απουσίας παιδοψυχίατρου υπάρχει πρόβλημα και στα περιστατικά που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα, γιατί πολλές από τις συναισθηματικές – κοινωνικές δυσκολίες απαιτούν παραπάνω χρόνο. Απαιτούν πράγματα που δεν υπάρχουν στο δημόσιο τώρα».
Παιδιά που δεν έχουν τη στερεοτυπική εικόνα της κατάθλιψης

Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για περιστατικό που δεν χρήζει κάποιας παρέμβασης, είτε για ήπια περιστατικά είτε πιο σοβαρά, πολλές οικογένειες εκεί έξω έρχονται αντιμέτωπες με την πρόκληση που λέγεται «ψυχική υγεία του παιδιού τους». Τα όρια ανάμεσα σε μια φυσιολογική θλίψη και μια κλινική περίπτωση καμιά φορά είναι δυσδιάκριτα και πολλοί γονείς ανησυχούν καθημερινά, αναζητώντας σημάδια στη συμπεριφορά του παιδιού που μπορεί να μαρτυρούν κάτι σοβαρό. Όπως τονίζει η κ. Ψαθάκη, «Από τα πολλά περαστικά που βλέπω στο ΚΕΔΑΣΥ συνήθως έχουμε παιδιά με κατάθλιψη τα οποία όμως δεν έχουν την εικόνα τη στερεοτυπική, δηλαδή ένα παιδί το οποίο κλαίει, δεν είναι καθόλου καλά, ή φαίνεται εμφανώς αδύναμο και δεν έχει φίλους. Γιατί μπορεί φαινομενικά και φίλους να έχει και παρέες και να κοινωνικοποιείται. Σε πρώτη φάση μπορεί να μιλήσει και για όσα το απασχολούν αλλά στο βάθος φαίνεται ότι έχει πολύ μειωμένη όρεξη για ζωή, έχει χάσει ενδιαφέροντα που προηγουμένως μπορεί να είχε και να τα απολάμβανε, δηλαδή έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος του να απολαμβάνει τη ζωή, την ηλικία του. Και έχει και προβληματισμούς που είναι για το μέλλον, για την οικογένειά του, ή νιώθει ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται, ότι δεν του δίνουν σημασία, ότι όλοι π.χ. οι καθηγητές νοιάζονται μόνο να κάνουν τη δουλειά τους και φεύγουν. Έχουν δηλαδή μια εικόνα ότι οι ενήλικες τους απογοητεύουν».

Όπως περιγράφει η ίδια ως κοινωνία διαθέτουμε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και νοοτροπίες οι οποίες ενδεχομένως να «εντείνουν» φαινόμενα κατάθλιψης και άλλων συναισθηματικών δυσκολιών στα παιδιά και τους εφήβους. Ακόμη, αναφέρει ότι οι κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές και τα πρότυπα που προωθούμε ως κοινωνία συχνά δεν είναι εύκολο να υιοθετηθούν από πολλά παιδιά με αποτέλεσμα αυτά να έρχονται σε σύγκρουση με το πως αισθάνονται και τι απαιτείται από αυτά να κάνουν, πράγμα που έχει ως συνέπεια την επιβάρυνση της ψυχικής τους υγείας. Χαρακτηριστικά όπως τονίζει άλλωστε η κ. Ψαθάκη: «Η βασική αίσθηση στην κατάθλιψη είναι ότι κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει και ότι δεν χωράς σε αυτό που βλέπεις γύρω σου».

Αναλυτικά αναφέρει: «Το πιο χαρακτηριστικό που έχουμε σαν κοινωνία είναι οι μπαμπάδες που είναι αρκετά απόντες. Μπορεί να είναι στο σπίτι αλλά έχουν μια σχέση που δεν εμπεριέχει το συναισθηματικό κομμάτι. Έχουν μόνο μια υλική σχέση με τα παιδιά το οποίο πιστεύω είναι και χαρακτηριστικό στην Κρήτη. Έχουμε και πολλά ποσοστά αλκοολισμού και χρήσης. Οπότε οι γονείς πολύ συχνά έχοντας να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο δεν μπορούν να σταθούν πολύ δίπλα στα παιδιά. Και γενικά υπάρχει βία, ρατσισμός, υπάρχει πολύ το πατριαρχικό στοιχείο οπότε τα παιδιά που καταπιέζονται μπορεί να είναι κορίτσια, μπορεί να είναι αγόρια που αισθάνονται ότι δεν ταιριάζουν στο στερεότυπο της αρρενωπότητας. Και αυτά είναι κομμάτια νομίζω που είμαστε ακόμα πίσω. Που πιέζουν πολύ τα παιδιά. Δηλαδή παιδιά με πολύ έντονη κριτική σκέψη, που έχουν ανησυχίες ή ανησυχούν για το φύλο τους, τη σεξουαλικότητά τους, κάνουν παρέες με παιδιά από άλλες χώρες, αυτά είναι συνήθως πιο ευάλωτα».

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως επισημαίνει σε αυτό το περιβάλλον σαφώς και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, όμως συχνά λειτουργούν θετικά για παιδιά που έχουν ανάγκη να ψαχτούν παραπάνω και να βρουν ένα μέρος να ταιριάξουν. «Από τη μια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αντίκτυπο γιατί μπορείς να συγκρίνεις τη ζωή σου και να πεις εγώ γιατί ζω έτσι, ενώ βλέπεις ότι κάπου αλλού υπάρχει κάτι καλύτερο. Υπάρχει και το διαδικτυακό μπούλινγκ που κάνουν τα παιδιά μεταξύ τους όπου και αυτό και το δια ζώσης είναι φυσικά κάτι που τα επηρεάζει. Όμως και το μπούλινγκ είναι απότοκο πάλι της συμπεριφοράς των ενηλίκων. Αλλά σίγουρα τα θλίβει το κομμάτι του εκφοβισμού. Όμως στα social media έχω δει πολλές φορές παιδιά να βρίσκουν και διέξοδο, βρίσκουν κοινότητα, ψάχνονται περισσότερο και χτίζουν ένα στόχο που είναι πολύ χρήσιμο όταν έχεις κατάθλιψη. Να μπορείς να δεις την εναλλακτική πως δηλαδή η ζωή σου μπορεί να είναι και αλλιώς, να έχει μια άλλη έκβαση, να προσπαθήσεις να κάνεις κάτι άλλο. Είναι πολύ βοηθητικό γιατί στην κατάθλιψη η ουσία είναι ότι δεν μπορείς να δεις φως. Οπότε εκεί μπορεί να δουν κάτι διαφορετικό που στην κοινωνία την τοπική δεν το βλέπουνε».
Αναγκαία η ουσιαστική επικοινωνία ενηλίκων και παιδιών

Σε ένα περιβάλλον λοιπόν με πάρα πολλές προκλήσεις και δυσκολίες, η ουσιαστική σύνδεση και επικοινωνία των ενηλίκων με τα παιδιά είναι το «κλειδί» για την ψυχική τους υγεία. Ο κ. Γεροστέργιος χαρακτηριστικά επισημαίνει: «Θα πρότεινα βελτίωση της επικοινωνίας και του ποιοτικού χρόνου με τα παιδιά τους. Και να καταφύγουν σε ειδικούς όταν δουν ότι το παιδί τους αντιμετωπίζει δυσκολίες που ξεπερνούν την ικανότητα του γονιού να τις αντιμετωπίσει».

Αυτή η ουσιαστική σύνδεση και επαφή είναι και το «κλειδί» για να μπορέσει ένας γονιός να καταλάβει το παιδί του όταν και εφόσον εντοπιστεί κάποια συναισθηματική του δυσκολία, όπως τονίζει από την πλευρά της η κ. Ψαθάκη. «Οι γονείς μπορεί να εστιάζουν στο κομμάτι το γνωστικό, στα μαθήματα, αν τα πάει καλά το παιδί στο σχολείο και δυσκολεύονται στο να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα του παιδιού τους γιατί και οι ίδιοι ίσως να μην αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους. Οπότε και για αυτό ίσως δυσκολεύεται και το παιδί και εκεί βλέπεις συνήθως έναν κύκλο. Δεν μπορούν να μιλήσουν για συναίσθημα, δεν μπορούν να καταλάβουν το συναίσθημα και αυτός είναι ένας κύκλος που είναι δύσκολο να σπάσει εάν δεν υπάρχει ένα ανοικτό πεδίο να δώσουν οι γονείς, έναν κοινό τόπο συνάντησης στο κομμάτι της καλλιέργειας της ενσυναίσθησης. Και είναι βασικό αν το παιδί τους έχει κατάθλιψη ή άλλη συναισθηματική δυσκολία να το αντιληφθούν και να το κατανοήσουν και να το αναγνωρίσουν. Δηλαδή να αντιληφθούν ότι όντως το παιδί δεν είναι χειριστικό, δεν το κάνει από καπρίτσιο, δεν είναι τεμπέλης, δεν είναι αχάριστο αλλά όντως έχει μια συναισθηματική δυσκολία», επισημαίνει η κ. Ψαθάκη, και καταλήγει λέγοντας πως υπάρχουν περιπτώσεις που ακόμα και η συμβουλευτική των γονέων από μόνη της είναι καθοριστική για να «μεταστρέψει» το συναίσθημα του παιδιού από μια βαθιά θλίψη σε κάτι «καλό», δημιουργικό και υγιές. «Καμιά φορά μπορεί τα παιδιά να μην μπουν καν σε διαδικασία θεραπείας, αλλά να μπουν οι γονείς και μέσα από αυτό μετά βλέπουμε και εξέλιξη στα παιδιά», καταλήγει η ίδια μεταξύ άλλων.

Πηγή: rethnea.gr


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook