Αναζήτηση

ΕΒΕΠ: Ο επικίνδυνος συνδυασμός υψηλών επιτοκίων και ακριβής ενέργειας – Οι επιπτώσεις της κρίσης στην πραγματική οικονομία

Δημοσιεύτηκε στις 22/09/2026 22:00

ΕΒΕΠ: Ο επικίνδυνος συνδυασμός υψηλών επιτοκίων και ακριβής ενέργειας – Οι επιπτώσεις της κρίσης στην πραγματική οικονομία
Προσθήκη του politica.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή αλλά και την ελληνική επιχειρηματικότητα, η πραγματική οικονομία καλείται να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή «συμπληγάδα» οικονομικών πιέσεων. Η ακτινογραφία της κρίσης.

Ενώ η μάχη κατά του πληθωρισμού συνεχίζεται η πραγματική οικονομία βιώνει τις παράπλευρες απώλειες μιας διπλής πίεσης. Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η σφιχτή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για την επιχειρηματικότητα με χαρακτηριστικά παρατεταμένης κρίσης.

Η ταυτόχρονη επιβάρυνση από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Όπως επισημαίνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), η ταυτόχρονη παρουσία αυτών των δύο παραγόντων δημιουργεί μια επικίνδυνη «μέγγενη» για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρού και μεσαίου μεγέθους, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Η προσπάθεια της ΕΚΤ να ανακόψει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω του ακριβότερου χρήματος συμπίπτει με μια περίοδο όπου το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, των καυσίμων, των μεταφορών και των πρώτων υλών παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη.

Η ακτινογραφία της κρίσης: Οι επτά βασικές επιπτώσεις

Το ΕΒΕΠ εντοπίζει επτά καίριες επιπτώσεις στην καθημερινή λειτουργία και στη μελλοντική προοπτική της αγοράς:

1. Ακριβότερος τραπεζικός δανεισμός

Η αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ μετακυλίεται σταδιακά και αναπόφευκτα στο κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Αυτό σημαίνει άμεση επιβάρυνση στο κόστος εξυπηρέτησης τόσο των υφιστάμενων δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου όσο και των νέων πιστώσεων, καθιστώντας την πρόσβαση σε κεφάλαια αισθητά ακριβότερη.

2. Μεγαλύτερη επιβάρυνση των μικρών επιχειρήσεων

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με μια δομική αδικία της αγοράς: οι χρηματοδοτήσεις μικρότερης κλίμακας ενέχουν, κατά κανόνα, υψηλότερο επιτοκιακό κόστος σε σχέση με τα μεγάλων διαστάσεων εταιρικά δάνεια. Έτσι, οι μικρότεροι παίκτες της αγοράς επωμίζονται δυσανάλογα μεγάλο βάρος.

 

3. Ασφυκτική πίεση στη ρευστότητα

Η ανάγκη για ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, σε συνδυασμό με τους φουσκωμένους λογαριασμούς ρεύματος και τις αυξημένες τιμές προμηθειών, συρρικνώνει τα διαθέσιμα ταμειακά διαθέσιμα. Οι καθημερινές χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων διογκώνονται, δημιουργώντας σοβαρό έλλειμμα ρευστότητας.

4. Αναβολή και περιορισμός επενδυτικών σχεδίων

Όσο το κόστος κεφαλαίου αυξάνεται, τόσο περισσότερα επενδυτικά πλάνα καθίστανται οριακά ή οικονομικά ασύμφορα. Κρίσιμες επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την παραγωγική αναβάθμιση και την ενεργειακή μετάβαση μετατίθενται για το μέλλον — ακριβώς τη στιγμή που η ελληνική οικονομία έχει απόλυτη ανάγκη από αύξηση της παραγωγικότητας.

5. Περιορισμός της καταναλωτικής δαπάνης

Τα υψηλά επιτόκια δεν πλήττουν μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά και τα νοικοκυριά. Η αύξηση των δόσεων για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια περιορίζει το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα, γεγονός που μεταφράζεται σε μειωμένη κατανάλωση και υποχώρηση του τζίρου στην αλυσίδα της λιανικής.

6. Διεύρυνση της σημασίας του επιτοκιακού περιθωρίου (Spread)

Σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, η απόσταση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και τις αποδόσεις των καταθέσεων αποκτά κομβική σημασία. Οι επιχειρήσεις αναζητούν εύλογα μεγαλύτερο ανταγωνισμό στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, προσδοκώντας δικαιότερους και πιο ανταγωνιστικούς όρους χρηματοδότησης.

7. Η διπλή «μέγγενη» επιτοκίων και ενέργειας

Πρόκειται για τον πλέον επικίνδυνο παράγοντα. Μια επιχείρηση καλείται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει ακριβότερα τη λειτουργία της και να καταβάλει υπέρογκα ποσά για την ενέργεια. Το αποτέλεσμα είναι η δραματική συμπίεση των περιθωρίων κέρδους, ενώ η δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων εξαντλείται, οδηγώντας μοιραία σε μετακύλιση των τιμών στους καταναλωτές.

O κίνδυνος ενός κύματος αποβιομηχάνισης

Η διεθνής εμπειρία και οι αναλύσεις ευρωπαϊκών φορέων επιβεβαιώνουν ότι η ταυτόχρονη επίδραση ακριβού χρήματος και υψηλού ενεργειακού κόστους δεν αποτελεί τοπικό φαινόμενο, αλλά δομική απειλή για όλη την Ευρώπη. Ο διεθνής τύπος και οικονομικοί οίκοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο κύματος αποβιομηχάνισης, καθώς οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των ΗΠΑ και της Ασίας.

Σύμφωνα με διεθνείς οικονομικές μελέτες, ο συνδυασμός υψηλού λειτουργικού κόστους (ενέργεια) και διογκωμένου κόστους αναχρηματοδότησης (επιτόκια) εγκλωβίζει χιλιάδες εταιρείες σε κατάσταση «ζόμπι». Πρόκειται για επιχειρήσεις που παράγουν έσοδα οριακά αρκετά για να καλύψουν τους λογαριασμούς και τους τόκους, χωρίς να μπορούν να πραγματοποιήσουν καμία επένδυση ή ανάπτυξη.

Οι διεθνείς αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η ακριβή ενέργεια τροφοδοτεί τον πληθωρισμό προσφοράς, ενώ τα υψηλά επιτόκια καταστέλλουν τη ζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι η οικονομία να διολισθαίνει σε στασιμοπληθωρισμό — δηλαδή οικονομική στάση ή ύφεση με ταυτόχρονη διατήρηση υψηλού κόστους διαβίωσης.

Η παρέμβαση του ΕΒΕΠ

Για την αντιμετώπιση αυτής της σύνθετης πρόκλησης, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς προτείνει μια σειρά από άμεσες παρεμβάσεις:

  • Ενίσχυση εγγυοδοτικών και συγχρηματοδοτούμενων εργαλείων ειδικά σχεδιασμένων για τις ΜμΕ.
  • Διεύρυνση της πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό.
  • Επιτάχυνση των επενδύσεων σε ενεργειακή εξοικονόμηση και συστήματα αυτοπαραγωγής (net-metering, ΑΠΕ).
  • Στοχευμένα μέτρα για τη συγκράτηση του λειτουργικού ενεργειακού κόστους.

Διπλή πίεση

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, αποτυπώνει την πραγματικότητα της αγοράς με εύγλωττο τρόπο: «Η επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία νέα δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά έχουμε ακριβότερο χρήμα και από την άλλη ακριβή ενέργεια. Για μία μεγάλη επιχείρηση αυτή η διπλή πίεση, ίσως, είναι διαχειρίσιμη σε κάποιο βαθμό. Για μία μικρή ή μεσαία επιχείρηση, όμως, μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη ρευστότητα, την επενδυτική της πορεία και τη βιωσιμότητά της. Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού είναι αναγκαία, αλλά εδώ έχουμε ενεργειακό και όχι γενικευμένο πληθωρισμό, που δεν πρέπει να οδηγήσει σε ένα νέο φρένο στην πραγματική οικονομία. Όταν σημαντικό μέρος των πληθωριστικών πιέσεων προέρχεται από την ενέργεια και γεωπολιτικούς παράγοντες, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης», σημειώνει αρχικά.

Οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον κ. Κορκίδη, «χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους, περισσότερα εγγυοδοτικά εργαλεία, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και ένα σταθερότερο και ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον». Χρειάζεται, επίσης, «οι αυξήσεις των επιτοκίων να μην επιβαρύνουν δυσανάλογα τους μικρότερους δανειολήπτες».

Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, η διασφάλιση της βιωσιμότητας των ελληνικών επιχειρήσεων απαιτεί συντονισμένες δράσεις. Η καταπολέμηση του πληθωρισμού είναι αναμφίβολα κρίσιμη, αλλά δεν πρέπει να επιτευχθεί με τίμημα την αποδιοργάνωση της παραγωγικής βάσης και την αναστολή των επενδύσεων. Η παροχή επαρκούς ρευστότητας, η στήριξη των ΜμΕ και η διαμόρφωση ενός ανταγωνιστικού ενεργειακού τοπίου συνιστούν τις βασικές προϋποθέσεις για να διατηρήσει η πραγματική οικονομία τη δυναμική της.

 


Περισσότερα Video

Ακολουθήστε το Politica στο Google News και στο Facebook