Αντιπρόεδρος ΤΕΕ/ΤΑΚ: «”Τυφλές” παρεμβάσεις σε κτίρια χωρίς έλεγχο-Δεν γνωρίζουμε τι έχει γίνει μέσα και πώς έχει επηρεαστεί ο φέρων οργανισμός»

Μια σοβαρή προειδοποίηση για τις παρεμβάσεις που γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες σε παλιά κτίρια, πολλές φορές χωρίς τον απαιτούμενο στατικό έλεγχο και χωρίς καν να υπάρχει πραγματική εικόνα για το τι έχει αλλάξει στον φέροντα οργανισμό τους, απηύθυνε ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ Γιώργος Ταβερναράκης, μιλώντας στον Politica 89.8, στον Χρήστο Κώνστα και στην εκπομπή «Καθαρά Πολιτικά».

Με αφορμή τις πρόσφατες καταρρεύσεις και τα περιστατικά που επαναφέρουν με δραματικό τρόπο τη συζήτηση για την ασφάλεια του γερασμένου κτιριακού αποθέματος, ο κ. Ταβερναράκης περιέγραψε ένα σοβαρό κενό: ιδιοκτήτες προχωρούν σε ανακαινίσεις και αλλαγές εσωτερικής διαρρύθμισης με άδειες μικρής κλίμακας, ενώ, όπως υποστήριξε, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μέσα στα κτίρια γίνονται πολύ περισσότερες εργασίες από εκείνες που εμφανίζονται στην άδεια.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα παλιά κτίρια από φέρουσα τοιχοποιία, όπου ένας τοίχος που στα μάτια του ιδιοκτήτη μοιάζει με ένα απλό χώρισμα μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί κρίσιμο τμήμα του φέροντος οργανισμού. Ακόμη πιο επικίνδυνες χαρακτήρισε περιπτώσεις στις οποίες ενώνονται διαφορετικά κτίρια, με διαφορετική στατική συμπεριφορά και διαφορετικά χαρακτηριστικά, χωρίς την απαιτούμενη μελέτη.
«Δυστυχώς πολλοί ιδιοκτήτες προχωρούν σε μια αλλαγή της διαρρύθμισης του κτιρίου τους με μια άδεια μόλις μικρής κλίμακας, που δεν είναι και νόμιμο, διότι η άδεια μικρής κλίμακας αφορά μικρές εργασίες, συνήθως είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά, και όχι αλλαγή διαρρύθμισης», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Ένας τοίχος που φαίνεται απλώς διαχωριστικός μπορεί να έχει ουσιαστικό ρόλο στη στατική συμπεριφορά»
Ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ εξήγησε ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο ένα πέτρινο κτίριο εκατό και πλέον ετών, μια κατασκευή προ του 1985 και ένα νεότερο κτίριο, καθώς έχουν κατασκευαστεί με διαφορετικούς κανονισμούς, διαφορετικά υλικά και διαφορετική φιλοσοφία σχεδιασμού.
«Η αλλαγή διαρρύθμισης απαιτεί ενημέρωση του φακέλου, απαιτεί έλεγχο από τον μηχανικό του κτιρίου και απαιτεί και άλλες διαδικασίες όσον αφορά την έκδοση πλέον οικοδομικής άδειας και όχι απλά μια άδεια μικρής κλίμακας που θα βγάζαμε για να αλλάξουμε τα μπαλκόνια μας ή να αλλάξουμε τα κάγκελα στα μπαλκόνια ή να κάνουμε εργασίες συντήρησης εξωτερικά του κτιρίου».
Όπως επισήμανε, «είναι προφανές ότι ένα κτίριο το οποίο είναι πέτρινο αντιμετωπίζεται διαφορετικά από ένα κτίριο το οποίο είναι πριν το 1985, με άλλους κανονισμούς, και κτίρια τα οποία είναι μετά το 2000, που είναι με άλλους κανονισμούς».
Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα από τα κρισιμότερα σημεία: «Σε ένα παλιό κτίριο από φέρουσα τοιχοποιία μπορεί ένας τοίχος που στον ιδιοκτήτη φαίνεται απλώς διαχωριστικός να έχει ουσιαστικό ρόλο στη στατική συμπεριφορά του κτιρίου. Προφανώς, όταν μιλάμε για ένα κτίριο από φέρουσα τοιχοποιία, σημαίνει ότι είναι φέρουσα τοιχοποιία. Δηλαδή ο τοίχος αυτός είναι φέρων οργανισμός».
Συνεπώς, όπως εξήγησε, δεν μπορεί κάποιος απλώς να αφαιρέσει τμήματα ενός τέτοιου τοίχου επειδή επιθυμεί μεγαλύτερο άνοιγμα ή διαφορετική διαρρύθμιση. Απαιτείται τεχνική αντιμετώπιση που θα εξασφαλίζει τη μεταφορά των φορτίων και τη στατική λειτουργία της κατασκευής.
«Το μεγάλο πρόβλημα είναι όταν ενώνονται δύο κτίρια»
Ακόμη σοβαρότερο ζήτημα, σύμφωνα με τον κ. Ταβερναράκη, δημιουργείται όταν στο πλαίσιο μιας ανακαίνισης ανοίγονται περάσματα ή ενώνονται μεταξύ τους δύο διαφορετικές κατασκευές.
«Πολλές φορές κάνουν ανοίγματα. Ή δημιουργούμε κάποια ανοίγματα για να ενώσουμε έναν πέτρινο τοίχο που είναι ενδιάμεσος ανάμεσα σε δύο κτίρια ή ενώνονται και κτίρια. Αυτό είναι το προβληματικό το μεγάλο».
Και συνέχισε: «Πολλές φορές ενώνονται και δύο κτίρια με διαφορετικά μέτρα ελαστικότητας, με διαφορετικές ιδιομορφές, με διαφορετικό τρόπο κατασκευής και εκεί έχουμε πρόβλημα. Εκεί έχουμε πρόβλημα. Βλέπετε πολλές φορές ότι μπαίνουν κάποιες σιδηροκατασκευές ενδιάμεσα, όταν κάποιος κάνει όντως στατική μελέτη, όπου αποκαθιστούν το κενό που θα πρέπει να δημιουργηθεί και μεταφέρουν τα φορτία με διαφορετικό τρόπο στο έδαφος».
Η προειδοποίησή του ήταν σαφής: τέτοιου μεγέθους επεμβάσεις δεν μπορούν να γίνονται «στα τυφλά», χωρίς προηγούμενο έλεγχο και μελέτη της κατασκευής.
«Δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να προχωράμε σε τέτοιες ανακαινίσεις με ευθύνη του ιδιοκτήτη πάντα. Ο μηχανικός όταν θα έρθει να κάνει τη μελέτη είναι προφανές ότι θα προχωρήσει σε μια στατική μελέτη επάρκειας, η οποία θα μπορέσει να πιστοποιήσει ότι όποια αλλαγή στη διαρρύθμιση δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα ή δεν θα αλλάξει τον φορέα της κατασκευής».
«Πέφτουν πάνω από 250 μπαλκόνια τον χρόνο»
Η συζήτηση πήρε ακόμη πιο ανησυχητική τροπή όταν ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ επανέφερε τα στοιχεία για τις πτώσεις εξωστών.
«Σας έχω πει ότι πέφτουν πάνω από 250 μπαλκόνια, εξώστες που λέμε εμείς, τον χρόνο στη χώρα. Και εδώ κάθε μέρα πέφτει ένα μπαλκόνι. Προχθές έπεσαν δύο. Δύο είχαμε. Στο Ηράκλειο είχαμε προχθές δύο».
Μάλιστα, όπως τόνισε, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο εγκαταλελειμμένα κτίρια.
«Έχουμε παρατηρήσει πολλές φορές ότι πέφτουν και εξώστες σε κτίρια τα οποία έχουν ανακαινιστεί. Πέφτουν εξώστες σε κτίρια τα οποία έχουν μπει μέσα στο “Εξοικονομώ”. Έχουμε πει πολλές φορές, το έχουμε φωνάξει, το έχουμε ξαναφωνάξει: καλώς προχωρούμε σε περιβαλλοντική, ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου για να μειώσει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Είναι χρήματα τα οποία τα δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει σεισμούς».
«Έχουν δεχθεί δεκάδες χιλιάδες σεισμούς-Δεν τα βάφουμε και λέμε ότι τα αναβαθμίσαμε»
Ο κ. Ταβερναράκης έβαλε στο επίκεντρο μια παράμετρο που, όπως υποστήριξε, δεν μπορεί να αγνοείται στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη: τη σεισμική καταπόνηση των παλιών κτιρίων σε βάθος δεκαετιών.
«Αυτά τα κτίρια που συζητάμε τώρα μπορεί να έχουν δεχτεί δεκάδες χιλιάδες σεισμούς κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Μπορεί να είναι 100-150 χρονών. Αντιλαμβάνεστε τι έχουν περάσει».
Και πρόσθεσε με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο: «Όλα αυτά έχουν επιβαρύνει τα κτίρια αυτά. Αν λοιπόν πάμε σε ένα κτίριο το οποίο θέλουμε να ανακαινίσουμε ή θέλουμε να το αναβαθμίσουμε ενεργειακά και δεν ελέγξουμε επισταμένως στατικά το κτίριο, τον φορέα του, ο οποίος αναλόγως του είδους της κατασκευής, του φορέα που έχει υλοποιηθεί, του αντισεισμικού κανονισμού που έχει σχεδιαστεί, αν δεν ελεγχθεί το κτίριο, δεν πάμε να το βάψουμε απ’ έξω και να βάλουμε μια θερμοπρόσοψη και λέμε ότι αναβαθμίσαμε το κτίριό μας και εμείς το κάνουμε την επόμενη μέρα Airbnb. Αυτή είναι η εικόνα».
«Πολλά κτίρια δεν έχουν ελεγχθεί-Μέσα έχουν κάνει ό,τι ήθελε ο καθένας»
Ερωτηθείς από τον Χρήστο Κώνστα εάν, λόγω και της μεγάλης ανάπτυξης των βραχυχρόνιων μισθώσεων στο Ηράκλειο, υπάρχει σήμερα ένα τμήμα του κτιριακού αποθέματος για το οποίο κανείς ουσιαστικά δεν γνωρίζει ποιες επεμβάσεις έχουν πραγματοποιηθεί εσωτερικά, η απάντηση του κ. Ταβερναράκη ήταν κατηγορηματική:
«Αυτό μπορώ να σας το διαβεβαιώσω, ότι πολλά κτίρια από αυτά δεν έχουν ελεγχθεί και πολλά κτίρια, σας είπα, έχουν βγει με άδεια μικρής κλίμακας και έχουν κάνει μια εξωτερική ανακαίνιση και μέσα έχουν κάνει ό,τι ήθελε ο καθένας».
Ξεκαθάρισε πάντως ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η έκταση του φαινομένου χωρίς συστηματική καταγραφή: «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να γνωρίζω σε τι βαθμό έχει συμβεί. Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει αν δεν γίνει μια καταγραφή, αν δεν γίνει ένας επισταμένος έλεγχος».
«Τα προγράμματα ανακαίνισης δεν υποχρεώνουν σε έλεγχο στατικής επάρκειας»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα προγράμματα επιδοτούμενης ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης, επισημαίνοντας ένα θεσμικό κενό που θεωρεί σημαντικό.
«Δυστυχώς η πολιτεία δίνει τη δυνατότητα σε έναν ιδιοκτήτη είτε να πάει μέσω ενός “Εξοικονομώ” να κάνει ταυτόχρονα λοιπόν και μια ανακαίνιση μέσα, και μάλιστα τώρα και τα προγράμματα τα οποία τρέχουν, αυτό που λέμε “Ανακαινίζω – Νοικιάζω”, και τα αντίστοιχα “Εξοικονομώ”, δεν υποχρεώνουν κανέναν, ούτε τον μηχανικό που θα υπογράψει να περάσει το σύστημα ούτε τον ιδιοκτήτη, να κάνει έλεγχο στατικής επάρκειας του κτιρίου. Κι όμως ανακαινίζει το κτίριο και δεν υποχρεώνει κανέναν να κάνει έλεγχο στατικής επάρκειας του κτιρίου. Δυστυχώς έτσι είναι και γίνονται τα προγράμματα».
«Με το “χαρτί” μιας άδειας μικρής κλίμακας γίνονται βαρύτερες εργασίες»
Στο ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η νόμιμη διαδικασία όταν ένας ιδιοκτήτης προχωρά σε ουσιαστική αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης, ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ απάντησε:
«Καταρχήν θα πρέπει να μην πάμε με άδεια μικρής κλίμακας, να πάμε με μία οικοδομική άδεια, να ενημερώσουμε τον φάκελο, να κάνουμε αλλαγή της διαρρύθμισης, να ελεγχθεί το κτίριο στατικά και να μπορέσουμε να έχουμε και μία διασφάλιση ότι το κτίριο ή όποια μετακίνηση οποιωνδήποτε τοίχων και να γίνει σε σχέση με τον φορέα του κτιρίου, θα πρέπει να βγει η αντίστοιχη οικοδομική άδεια».
Στην πράξη όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, η εικόνα είναι διαφορετική: «Δυστυχώς τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει αυτό. Βγαίνουν άδειες μικρής κλίμακας και μάλιστα γίνονται πολλές φορές και ενισχύσεις ή μετατροπές».
Όπως επισήμανε, ο μηχανικός μπορεί να έχει υπογράψει για συγκεκριμένες εργασίες, όμως «από εκεί και πέρα, όταν ο ιδιοκτήτης προχωρήσει σε περαιτέρω κατασκευές μέσα στο κτίριο, προφανώς δεν θα γίνει ευθύνη του μηχανικού».
Το κενό στους ελέγχους
Στη συζήτηση τέθηκε ευθέως και το ερώτημα του ελέγχου: ποιος μπορεί να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει στο εσωτερικό ενός ακινήτου όταν οι εργασίες που πραγματοποιούνται ξεπερνούν όσες προβλέπει η άδεια;
Ο κ. Ταβερναράκης αναφέρθηκε στη δυνατότητα παρέμβασης έπειτα από καταγγελία και στους ελέγχους που παλαιότερα, όπως είπε, πραγματοποιούνταν συχνότερα, για να καταλήξει:
«Κάπου εκεί δεν υπάρχει ο έλεγχος ο οποίος θα έπρεπε να υπάρχει, είτε όσον αφορά το ΙΚΑ, είτε όσον αφορά τις αντίστοιχες άδειες και τις επιπτώσεις που έχουν εντέλει στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου».
Και επανέφερε αυτό που θεωρεί ως ένα από τα πλέον επικίνδυνα φαινόμενα: «Το πιο επικίνδυνο, σας είπα, είναι ότι ενώνονται και κτίρια μεταξύ τους. Δηλαδή κτίρια τα οποία έχουν διαφορετικές ιδιομορφές, διαφορετικούς αντισεισμικούς φορείς, και ενώνεται το ένα κτίριο με το άλλο χωρίς να διασφαλίζεται ο αντισεισμικός αρμός ο οποίος θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο κτιρίων, που προβλέπουν οι αντισεισμικοί κανονισμοί. Είναι ακόμα πιο επικίνδυνο».
Τι ισχύει πραγματικά με τα Airbnb
Ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ έκανε παράλληλα μια σημαντική διευκρίνιση σχετικά με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, εξηγώντας ότι νομικά η μετατροπή μιας κατοικίας σε Airbnb δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή χρήσης του κτιρίου.
«Άλλο να σχεδιάζουμε ένα ξενοδοχείο, να λαμβάνουμε υπόψη άλλα φορτία και άλλου είδους σπουδαιότητας κτιρίου, είτε μικρό ξενοδοχείο είτε μεγάλο, και άλλο το να μετατρέπεις μια κατοικία. Δηλαδή ο νόμος δίνει μια ευελιξία εδώ, οπότε η μετατροπή μιας κατοικίας παραμένει ουσιαστικά κατοικία και απλά αλλάζει ο τρόπος μίσθωσης».
Όπως εξήγησε: «Δεν αλλάζουν τα φορτία τα οποία θα δέχεται ένα κτίριο, άρα παραμένει κατοικία, άρα παραμένεις στην ίδια κατεύθυνση, άρα δεν αλλάζει η χρήση, απλά αλλάζει ο τρόπος μίσθωσης. Αυτό λέει ο νόμος».
Ακριβώς γι’ αυτό, συνέχισε, το ισχύον πλαίσιο δεν επιβάλλει από μόνο του νέα στατική μελέτη: «Από τη στιγμή που έχει οικοδομική άδεια ή είναι παλιό το κτίριο το οποίο είναι διατηρητέο, το οποίο υφίσταται νομίμως, άρα δεν αλλάζει ουσιαστικά χρήση, παραμένει κατοικία, αλλάζει ο τρόπος μίσθωσης. Άρα δεν υποχρεώνει κανέναν να κάνει αυτή τη διαδικασία».
Μεγαλύτερη προσοχή στο παλιό κτιριακό απόθεμα του Ηρακλείου
Στο τελευταίο μέρος της συζήτησης, ο Χρήστος Κώνστας έθεσε το ερώτημα εάν υπάρχουν συγκεκριμένες περιοχές ή κατηγορίες κτιρίων στο Ηράκλειο που προκαλούν μεγαλύτερη ανησυχία.
Ο κ. Ταβερναράκης απέφυγε τη γενίκευση ανά περιοχή και επέμεινε ότι καθοριστικοί παράγοντες είναι η ηλικία, ο φέρων οργανισμός, ο τρόπος κατασκευής και οι μεταγενέστερες επεμβάσεις.
«Εξαρτάται η στατική του επάρκεια σε σχέση με την ηλικία του, τον φέροντα οργανισμό του, από τι δηλαδή είναι κατασκευασμένο. Αν είναι από φέρουσα τοιχοποιία, όπως είπαμε προηγουμένως, είναι πέτρινο ή είναι σύμμικτο, μπορεί να είναι πέτρινο κάτω και από πάνω να έχει μια προσθήκη, στην οποία δεν ξέρουμε ούτε καν τι είναι. Πολλά έχουν αυτές τις κατασκευές οι οποίες νομιμοποιήθηκαν στη συνέχεια με τους αντίστοιχους νόμους».
Και συνέδεσε ευθέως το παλαιό κτιριακό απόθεμα με τη μεγάλη συγκέντρωση βραχυχρόνιων μισθώσεων στις κεντρικές περιοχές:
«Επειδή έχουμε μια συγκέντρωση αυτή τη στιγμή στο Ηράκλειο, όπως και στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, όπως και στο κέντρο της Αθήνας, έχουμε μια συγκέντρωση αυτή τη στιγμή Airbnb, με αντίστοιχο παλαιό γενικά οικιστικό απόθεμα, είναι προφανές ότι, αν δεν έχει γίνει αυτό που περιγράφαμε τόση ώρα, έχουν μεγαλύτερη επικινδυνότητα να συμβούν σε έναν σεισμό είτε ζημιές απλά είτε και μερικές καταρρεύσεις».
«Δεν χρειάζεται να δημιουργούμε πανικό-Η επιστημονική γνώση υπάρχει»
Ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΑΚ έκλεισε, πάντως, βάζοντας σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη πρόληψης και στην κινδυνολογία.
«Προσέξτε, δεν είναι ανάγκη να δημιουργούμε πανικό. Όταν βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους και τα βάζουμε σε μια σειρά, νομίζω ότι εκεί κάπου μπορούμε να βρούμε και τη λύση».
Και κατέληξε: «Και η γνώση υπάρχει, και η επιστημονική γνώση, την οποία μπορούν να δώσουν συνάδελφοι οι οποίοι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά αυτά τα θέματα, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τους ιδιοκτήτες να είναι και αυτοί ασφαλείς στο ακίνητό τους και ασφαλείς οι άνθρωποι οι οποίοι μένουν μέσα όταν προβαίνουμε σε τέτοιες ενέργειες. Άρα κάπου θα πρέπει να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους για να μη δημιουργούμε πανικό».