Δεσποτόπουλος στον Politica 89,8: «Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν το νομιμοποιεί ούτε παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη»-Τι σημαίνει για την Κρήτη η επικύρωση του;

Του Νίκου Τσιλιπουνιδάκη
Τι υποστηρίζει ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος στην εκπομπή «ΟΛΑ ΜΑΖΙ» – Το Δίκαιο της Θάλασσας, τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και οι αμφισβητήσεις γύρω από τη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης
Σαφές μήνυμα για τη νομική διάσταση του τουρκολιβυκού μνημονίου και τις συνέπειες της επικύρωσής του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στέλνει ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, μιλώντας στον Politica 89,8 και στην εκπομπή «ΟΛΑ ΜΑΖΙ».

Όπως επισημαίνει, η κοινοβουλευτική επικύρωση της συμφωνίας δεν αρκεί από μόνη της για να άρει τις σοβαρές νομικές αμφισβητήσεις που τη συνοδεύουν, ούτε μπορεί να μεταβάλει τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκονται το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες και η νομιμότητα της αρχικής συμφωνίας που υπεγράφη το 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε κυβέρνησης της Λιβύης.
Το Δίκαιο της Θάλασσας και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών
Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας είναι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και ειδικότερα το άρθρο 121, το οποίο κατοχυρώνει το καθεστώς των νησιών.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, τα νησιά, κατά κανόνα, διαθέτουν δικαίωμα σε χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, όπως και οι ηπειρωτικές ακτές. Εξαίρεση προβλέπεται για βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, οι οποίοι δεν δικαιούνται αυτοτελή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
Η συγκεκριμένη αρχή αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής θέσης απέναντι στη θαλάσσια οριοθέτηση που επιχειρείται μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου, καθώς η συμφωνία αμφισβητεί στην πράξη την επήρεια ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, στη χάραξη των θαλάσσιων ζωνών.
Γιατί μια συμφωνία δύο κρατών δεν μπορεί να δεσμεύσει τρίτους
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αρχή του διεθνούς δικαίου pacta tertiis nec nocent nec prosunt, σύμφωνα με την οποία μια συνθήκη μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί, χωρίς τη συναίνεσή τους, να δημιουργεί υποχρεώσεις για τρίτα κράτη.
Στην περίπτωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, η ελληνική θέση είναι ότι η συμφωνία δεν μπορεί να αντιτάσσεται στην Ελλάδα ούτε να περιορίζει τα δικαιώματά της σε θαλάσσιες ζώνες. Η οριοθέτηση μεταξύ δύο κρατών δεν αρκεί για να καθορίσει τα δικαιώματα ενός τρίτου κράτους που επηρεάζεται από τη συγκεκριμένη χάραξη.
Το ζήτημα της νομιμότητας της συμφωνίας του 2019
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά και τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε το μνημόνιο το 2019 από τον τότε επικεφαλής της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, Φαγέζ αλ Σάρατζ.
Οι αμφισβητήσεις αφορούν το κατά πόσο η τότε κυβέρνηση διέθετε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση για τη σύναψη μιας συμφωνίας με τόσο σημαντικές συνέπειες για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της Λιβύης.
Το ερώτημα επανέρχεται μετά την επικύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, καθώς η σχετική κοινοβουλευτική πράξη δεν επιλύει αυτομάτως τις διεθνείς νομικές διαφορές ούτε καθορίζει από μόνη της τη δεσμευτικότητα της συμφωνίας έναντι τρίτων κρατών.
Η ευρωπαϊκή στάση και οι διεθνείς αντιδράσεις
Η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης έχει προκαλέσει επανειλημμένες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο, με την Ελλάδα να υποστηρίζει ότι παραβιάζει τα δικαιώματά της και αγνοεί την παρουσία και τη γεωγραφική θέση των ελληνικών νησιών.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στο μνημόνιο αποτελεί σημαντικό διπλωματικό στοιχείο για την Αθήνα, ενώ η Αίγυπτος και άλλες περιφερειακές δυνάμεις έχουν επίσης εκφράσει αντιρρήσεις για τη συμφωνία και τις επιπτώσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το βασικό ζήτημα, ωστόσο, παραμένει νομικό: ποια αποτελέσματα μπορεί να παράγει η συμφωνία, υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρεάσει δικαιώματα κρατών που δεν συμμετείχαν στη σύναψή της.
Μιλώντας στον Politica 89,8 και στην εκπομπή «ΟΛΑ ΜΑΖΙ», ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος τοποθετεί στο επίκεντρο της συζήτησης τη διάκριση ανάμεσα στην εσωτερική πολιτική επικύρωση μιας συμφωνίας και στη διεθνή νομική ισχύ της, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.